Κοσμος

Γιατί απέτυχε η προοπτική των δύο κρατών στην Παλαιστίνη

Χρονικό μιας διπλωματικής, πολιτικής και κοινωνικής αποτυχίας

A.V. Team
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Ισραήλ και Παλαιστίνη: Από το σχέδιο διαμελισμού του 1947 έως τους πολέμους, τις ειρηνευτικές προσπάθειες και τη σημερινή σύγκρουση

Το 1948, όταν ιδρύθηκε το Ισραήλ με απόφαση του ΟΗΕ, το σχέδιο προέβλεπε τη δημιουργία δύο κρατών. Με το Ψήφισμα 181 τον Νοέμβριο του 1947, ο ΟΗΕ πρότεινε τον τερματισμό της Βρετανικής Εντολής στην Παλαιστίνη και τη διαίρεση της περιοχής σε δύο ανεξάρτητα κράτη: ένα Εβραϊκό (σε περίπου 56% της γης) και ένα Αραβικό (σε περίπου 43%), με την Ιερουσαλήμ υπό διεθνές καθεστώς (corpus separatum). Η εβραϊκή ηγεσία με επικεφαλής τον Νταβίντ Μπεν Γκουριόν και τον Εβραϊκό Οργανισμό (Jewish Agency) αποδέχθηκε επισήμως το σχέδιο του ΟΗΕ: οι Εβραίοι ηγέτες αποδέχθηκαν τη νομιμότητα της δημιουργίας ενός αραβικού-παλαιστινιακού κράτους δίπλα στο εβραϊκό. Αλλά οι Άραβες ήταν ανένδοτοι: η ηγεσία των Παλαιστινίων, κυρίως η Αραβική Ανώτατη Επιτροπή, και τα γειτονικά αραβικά κράτη απέρριψαν καθ' ολοκληρίαν το Σχέδιο Διαμελισμού, θεωρώντας το άδικο για την πλειοψηφία του αυτόχθονος αραβικού πληθυσμού. Το Ισραήλ αντιμετωπίστηκε σαν παρείσακτος που επιπλέον θα εκτόπιζε αραβικούς πληθυσμούς οι οποίοι ζούσαν εκεί επί αιώνες.

Τα τελευταία βρετανικά στρατεύματα επιβιβάζονται σε πλοίο στο λιμάνι της Χάιφα. Εγκαταλείπουν την Παλαιστίνη λόγω της λήξης της Βρετανικής Εντολής στην περιοχή και της ανακήρυξης της δημιουργίας του εβραϊκού κράτους © Keystone-France/Gamma-Keystone via Getty Images

Η Διακήρυξη Ανεξαρτησίας του Ισραήλ στις 14 Μαΐου 1948, στην οποία το Ισραήλ επικαλέστηκε το Ψήφισμα 181 του ΟΗΕ ως νομική βάση, περιείχε έκκληση για ειρήνη: το κείμενο περιείχε έκκληση προς τους Άραβες κατοίκους του νέου κράτους να συμμετάσχουν εποικοδομητικά ως πλήρεις πολίτες, καθώς και έκκληση προς τα γειτονικά αραβικά κράτη για ειρήνη και συνεργασία. Τότε το Ισραήλ δεν υπέβαλε ξεχωριστό, δικό του σχέδιο για την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους· περιορίστηκε στην αποδοχή του διεθνούς σχεδίου του ΟΗΕ. Αλλά, στις 15 Μαΐου 1948, στρατεύματα από πέντε αραβικά κράτη —Αίγυπτο, Ιορδανία, Συρία, Λίβανος και Ιράκ— εισέβαλαν στην περιοχή της πρώην Βρετανικής Εντολής για να εμποδίσουν τη δημιουργία του εβραϊκού κράτους και να στηρίξουν τους Παλαιστινίους. Αν και οι αραβικές δυνάμεις επιτέθηκαν από πολλαπλά μέτωπα και παρά την αρχική αριθμητική υπεροχή τους, οι ισραηλινές δυνάμεις (Haganah, που μετονομάστηκαν σε IDF) ανέκοψαν την προέλαση κοντά στο Τελ Αβίβ και την Ιερουσαλήμ. Ακολούθησε εκεχειρία υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, κατά την οποία το Ισραήλ αναδιοργανώθηκε, εξασφάλισε κρίσιμο εξοπλισμό (κυρίως μέσω Τσεχοσλοβακίας), επέβαλε ενιαία στρατιωτική διοίκηση και, το φθινόπωρο και τον χειμώνα του 1948-49 πέρασε στην αντεπίθεση. Απώθησε τις αιγυπτιακές δυνάμεις στη Νεγκέβ και εξεδίωξε τις συριακές και λιβανέζικες δυνάμεις από τη Γαλιλαία. Μέχρι το καλοκαίρι του 1949 είχαν υπογραφεί στη Ρόδο διμερείς συμφωνίες ανακωχής μεταξύ του Ισραήλ και των γειτονικών αραβικών κρατών (Αίγυπτος, Λίβανος, Ιορδανία, Συρία), αλλά στο μεταξύ το Ισραήλ είχε επικρατήσει στρατιωτικά και είχε επεκτείνει τα εδάφη του πέρα από τα όρια του σχεδίου του ΟΗΕ, ελέγχοντας περίπου το 78% της ιστορικής Παλαιστίνης. Έτσι καταργήθηκε de facto το Παλαιστινιακό Κράτος, η Δυτική Όχθη του Ιορδάνη και η Ανατολική Ιερουσαλήμ τέθηκαν υπό τον έλεγχο της Ιορδανίας (και μεταγενέστερα προσαρτήθηκαν), ενώ η Λωρίδα της Γάζας περιήλθε υπό αιγυπτιακή στρατιωτική διοίκηση.

Αυτή ήταν η λεγόμενη Νάκμπα, η καταστροφή για τους Παλαιστινίους. Περίπου 700.000 Παλαιστίνιοι εγκατέλειψαν τις εστίες τους εντός των νέων ισραηλινών συνόρων ή εκτοπίστηκαν, και κατέφυγαν στις γειτονικές αραβικές χώρες, στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη. Στα χρόνια που ακολούθησαν, εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίοι εγκατέλειψαν ή εκδιώχθηκαν από αραβικές και μουσουλμανικές χώρες (Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική) και μετανάστευσαν στο Ισραήλ. Οι γραμμές κατάπαυσης του πυρός του 1949 όρισαν την de facto μεθοριακή γραμμή του Ισραήλ μέχρι τον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967. Με τον Πόλεμο του 1948, η προοπτική δημιουργίας ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους το 1948 κατέρρευσε, τόσο λόγω της στρατιωτικής επικράτησης του Ισραήλ και της εξόδου εκατοντάδων χιλιάδων Παλαιστινίων, όσο και λόγω της απορροφητικής πολιτικής των γειτονικών αραβικών κρατών που κατέλαβαν τα υπόλοιπα εδάφη.

Παλαιστίνιοι εκτοπίζονται μετά την πτώση της Χάιφα, συνοδευόμενοι | Απρίλιος 1948 © Getty Images

Με το πέρασμα των ετών, η ένταση κλιμακωνόταν. Στη δεκαετία του 1960, η Συρία προσπάθησε να εκτρέψει τις πηγές του Ιορδάνη ποταμού για να στερήσει νερό από το Ισραήλ, οδηγώντας σε συχνές ανταλλαγές πυροβολισμών. Στο μεταξύ, Παλαιστίνιοι αντάρτες (PLO και Φατάχ) πραγματοποιούσαν επιθέσεις στο Ισραήλ με βάση τη Συρία. Η ισραηλινή αεροπορία απαντούσε δυναμικά, φτάνοντας τον Απρίλιο του 1967 στην κατάρριψη 6 συριακών μαχητικών αεροσκαφών MiG πάνω από τη Δαμασκό. Ώσπου, στις 13 Μαΐου 1967, η Σοβιετική Ένωση ενημέρωσε τον Πρόεδρο της Αιγύπτου, Gamal Abdel Nasser, ότι το Ισραήλ συγκέντρωνε στρατεύματα στα σύνορα με τη Συρία (πληροφορία που δεν ήταν σωστή), αλλά ο Νάσερ πιέστηκε πολιτικά από τον αραβικό κόσμο να αναλάβει δράση: έστειλε αιγυπτιακές δυνάμεις στη χερσόνησο του Σινά, δίπλα στα ισραηλινά σύνορα, απαίτησε και πέτυχε την πλήρη αποχώρηση των κυανόκρανων του ΟΗΕ (UNEF) που στάθμευαν στο Σινά από το 1956 και έκλεισε τη θαλάσσια δίοδο των Στενών του Τιράν στον Κόλπο της Άκαμπα για όλα τα ισραηλινά πλοία, αποκόπτοντας το λιμάνι του Εϊλάτ. Το Ισραήλ είχε διακηρύξει ήδη από το 1956 ότι ο αποκλεισμός των στενών συνιστούσε casus belli. Τότε, ο Βασιλιάς Χουσεΐν της Ιορδανίας μετέβη στο Κάιρο και υπέγραψε αμυντική συμμαχία, θέτοντας τον ιορδανικό στρατό υπό αιγυπτιακή διοίκηση. Όταν στη συμμαχία προσχώρησε και το Ιράκ, η επιθετική ρητορική των Αράβων ηγετών περί «καταστροφής του Ισραήλ», σε συνδυασμό με την πλήρη περικύκλωση από αραβικούς στρατούς, δημιούργησε κλίμα πανικού στην ισραηλινή κοινωνία, οδηγώντας στην αλλαγή της κυβέρνησης και τον διορισμό του Μοσέ Νταγιάν στη θέση του Υπουργού Άμυνας.

Οι διπλωματικές κινήσεις απέτυχαν και το πρωί της 5ης Ιουνίου 1967 το Ισραήλ εξαπέλυσε την Επιχείρηση Moked: με ένα αιφνιδιαστικό πρώτο πλήγμα, η ισραηλινή αεροπορία κατέστρεψε το 90% της αιγυπτιακής πολεμικής αεροπορίας στο έδαφος μέσα σε λίγες ώρες. Στη συνέχεια εξουδετέρωσε τις αεροπορικές δυνάμεις της Συρίας και της Ιορδανίας, εξασφαλίζοντας απόλυτη αεροπορική υπεροχή. Ακολούθησε η χερσαία προέλαση, η οποία οδήγησε μέσα σε 6 ημέρες στην κατάληψη του Σινά, της Λωρίδας της Γάζας, της Δυτικής Όχθης, της Ανατολικής Ιερουσαλήμ και των Υψιπέδων του Γκολάν. Η κατοχή αυτή άλλαξε ριζικά το γεωγραφικό και δημογραφικό τοπίο, θέτοντας ολόκληρη την ιστορική Παλαιστίνη υπό ισραηλινό έλεγχο.

Ακολούθησαν χρόνια αψιμαχιών και διεθνούς παλαιστινιακής τρομοκρατίας. Το 1993-1995, οι Συμφωνίες του Όσλο, αν και θεωρήθηκαν το απόγειο της ελπίδας για τη λύση των δύο κρατών, περιείχαν το σπόρο της κατάρρευσής τους: δεν προέβλεπαν ρητά την ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, αλλά μια προσωρινή Αυτοδιοίκηση (Παλαιστινιακή Αρχή), αμέλησαν όλα τα ακανθώδη ζητήματα (Ιερουσαλήμ, πρόσφυγες, σύνορα, εποικισμοί) και είχαν ως αποτέλεσμα τον χωρισμό της Δυτικής Όχθης σε ζώνες (A, B, C), αφήνοντας το 60% (τη Ζώνη C) υπό πλήρη ισραηλινό στρατιωτικό και πολιτικό έλεγχο. Το 2000 στις διαπραγματεύσεις του Camp David, ο Εχούντ Μπαράκ από το Ισραήλ και ο Γιάσερ Αραφάτ απέτυχαν να συμφωνήσουν για το ζήτημα της Ιερουσαλήμ και για το δικαίωμα επιστροφής των προσφύγων. Η αποτυχία των συνομιλιών, σε συνδυασμό με την επίσκεψη του Αριέλ Σαρόν στο Όρος του Ναού, πυροδότησε τη Δεύτερη Ιντιφάντα (2000–2005), ένα δριμύ κύμα επιθέσεων αυτοκτονίας και μια σκληρή ισραηλινή στρατιωτική απάντηση που κατέστρεψε την εμπιστοσύνη των δύο κοινωνιών στην ειρηνευτική διαδικασία.

Στο μεταξύ, από το 1967 μέχρι σήμερα, ο αριθμός των Ισραηλινών εποίκων στη Δυτική Όχθη και στην Ανατολική Ιερουσαλήμ αυξήθηκε από μερικές δεκάδες χιλιάδες σε πάνω από 700.000. Το πλέγμα των οικισμών, των παράκαμπτων δρόμων (ειδικά για εποίκους), των σημείων ελέγχου (checkpoints) και του Τείχους Ασφαλείας μετέτρεψε τη Δυτική Όχθη σε ένα «ελβετικό τυρί» από απομονωμένους παλαιστινιακούς θύλακες (Bantustans) με αποτέλεσμα γεωγραφική κατάτμηση, άρα πλήρη αδυναμία δημιουργίας ενός συνεκτικού και βιώσιμου παλαιστινιακού κράτους.

Την κατάσταση των Παλαιστινίων επιδείνωσε η εσωτερική διάσπαση. Η νίκη της Χαμάς στις εκλογές του 2006 και η επακόλουθη ένοπλη σύγκρουση με τη Φατάχ οδήγησε στο πολιτικό και γεωγραφικό σχίσμα: η Παλαιστινιακή Αρχή (Φατάχ) διοικεί τη Δυτική Όχθη και η Χαμάς τη Λωρίδα της Γάζας. Η Χαμάς απέρριπτε εξαρχής τη λύση των δύο κρατών και την αναγνώριση του Ισραήλ, υιοθετώντας την ένοπλη αντίσταση, ενώ η Παλαιστινιακή Αρχή ήταν πάντοτε πιο συμβιβαστική —ωστόσο, με τον καιρό έχασε τη λαϊκή της νομιμοποίηση λόγω διαφθοράς, αδυναμίας προστασίας των Παλαιστινίων και συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας με το Ισραήλ.

Μετά την αποτυχία του Camp David και την τραυματική εμπειρία της Δεύτερης Ιντιφάντα, η ισραηλινή κοινή γνώμη μετατοπίστηκε έντονα προς τη στρατηγική της «διαχείρισης της σύγκρουσης» αντί προς την επίλυσή της. Καλλιεργήθηκε η αντίληψη ότι το Ισραήλ δεν έχει «έμπιστο εταίρο για ειρήνη», ενώ παράλληλα ενισχύθηκε η προσάρτηση εδαφών de facto μέσω της επέκτασης των εποικισμών. Ορισμένα ζητήματα φαίνονται αιώνια εμπόδια: αμφότερες οι πλευρές διεκδικούν την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσά τους· το παλαιστινιακό αίτημα για το «δικαίωμα επιστροφής» εκατομμυρίων προσφύγων εντός των συνόρων του 1948 θεωρείται από το Ισραήλ ως υπαρξιακή απειλή για τον εβραϊκό χαρακτήρα του κράτους· το Ισραήλ απαιτεί πλήρη στρατιωτικό έλεγχο της κοιλάδας του Ιορδάνη και αποστρατιωτικοποίηση του μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους, όροι που ακυρώνουν την πραγματική εθνική κυριαρχία των Παλαιστινίων.

Σήμερα, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει από την εποχή που η διεθνής κοινότητα προσπαθούσε να επιτύχει την ίδρυση και συνύπαρξη των δύο κρατών. Οι ΗΠΑ, που λειτούργησαν ως ο κύριος μεσολαβητής, δεν ενδιαφέρονται πλέον για «λύση». Οι συμφωνίες του Αβραάμ που ακολούθησαν τη λογική της εξομάλυνσης των σχέσεων των αραβικών κρατών με το Ισραήλ χωρίς την επίλυση του Παλαιστινιακού, έχουν απομονώσει περαιτέρω τις παλαιστινιακές ηγεσίες. Αν και οι Παλαιστίνιοι έχουν την αμέριστη στήριξη της διεθνούς αριστεράς, δεν έχουν την πολιτική βούληση για να διεκδικήσουν δικό τους κράτος δίπλα στο κράτος του Ισραήλ· επιμένουν στο αίτημα της καταστροφής του.