Κοσμος

Τι θα είχε συμβεί άραγε αν δεν είχε ιδρυθεί το Ισραήλ;

Ένα μεγάλο ερώτημα "What If..." της ιστορίας

Τριαντάφυλλος Δελησταμάτης
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αν δεν είχε ιδρυθεί το Ισραήλ: Τα εναλλακτικά σενάρια για τη Μέση Ανατολή, ένα ιστορικό «αν» για την ίδρυση της χώρας το 1948

Οι εικασίες για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή σε περίπτωση που δεν είχε ιδρυθεί το κράτος του Ισραήλ το 1948 αποτελούν ένα από τα κλασικότερα «αν» της σύγχρονης «counterfactual» ιστορίας. Ενώ είναι αδύνατον να προβλέψει κανείς με βεβαιότητα την εξέλιξη εναλλακτικών σεναρίων, οι ιστορικοί και οι αναλυτές συγκλίνουν σε ορισμένες βασικές πιθανότητες ως προς το πώς θα είχε διαμορφωθεί η ευρύτερη περιοχή του Λεβάντε.

Χωρίς την ίδρυση του Ισραήλ, η περιοχή της Παλαιστίνης πιθανότατα είτε θα παρέμενε υπό βρετανικό έλεγχο για μεγαλύτερο διάστημα είτε θα είχε μετατραπεί σε ενιαίο αραβικό κράτος —ή θα είχε διαμελιστεί μεταξύ των γειτονικών αραβικών χωρών, κυρίως της τότε ονομαζόμενης «Υπεριορδανίας» και της Συρίας. Εκείνη την εποχή, συζητιόταν το σχέδιο της «Μεγάλης Συρίας» ή η προσάρτηση ολόκληρης ή μέρους της περιοχής από το Χασεμιτικό Βασίλειο της Υπεριορδανίας του βασιλιά Αμπντάλα Α’.

Το σίγουρο είναι ότι, αν δεν είχε αποφασιστεί η εγκατάσταση Εβραίων από όλο τον κόσμο σε ξεχωριστό κράτος στα βιβλικά εδάφη, θα είχε αποφευχθεί η λεγόμενη Νάκμπα (η Καταστροφή) των Παλαιστινίων. Ως Νάκμπα περιγράφεται ο μαζικός εκτοπισμός και η φυγή περίπου 700.000 Παλαιστινίων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στις γειτονικές χώρες. Το γεγονός αποτελεί μεγάλο ιστορικό τραύμα, το οποίο τροφοδοτεί το μίσος των Αράβων για το Ισραήλ. Αν το Ισραήλ δεν είχε ιδρυθεί, ο εβραϊκός πληθυσμός της περιοχής —ο οποίος υπήρχε και πριν από το 1948, αλλά σε μικρότερη αναλογία— θα παρέμενε ενδεχομένως μια μειονότητα υπό καθεστώς αραβικής κυριαρχίας· είτε θα είχε επιβληθεί ενιαίο κράτος με εγγυήσεις μειονοτικών δικαιωμάτων είτε θα είχε διαμορφωθεί μια ομοσπονδία.

Οι ιστορικοί και οι πολιτικοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι θα είχαν αποφευχθεί οι περιφερειακοί πόλεμοι μεγάλης κλίμακας του 1948, του 1956, του 1967 (Πόλεμος των Έξι Ημερών) και του 1973 ή, εν πάση περιπτώσει, δεν θα είχαν διεξαχθεί με τη μορφή με την οποία διεξήχθησαν. Η Αίγυπτος δεν θα είχε εμπλακεί σε φθοροποιές συγκρούσεις στο Σινά και, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Μέσης Ανατολής θα εξελισσόταν διαφορετικά.

Το 1948, η ανάγκη για εθνική «εστία» των Εβραίων είχε καταστεί υπαρξιακή για τους εκατοντάδες χιλιάδες επιζώντες του Ολοκαυτώματος που βρίσκονταν σε ευρωπαϊκά στρατόπεδα εκτοπισμένων και δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να επιστρέψουν στις χώρες τους. Αν δεν υπήρχε το Ισραήλ, η μετανάστευση αυτών των πληθυσμών θα είχε διοχετευτεί προς τις ΗΠΑ, τον Καναδά, τη Λατινική Αμερική και την Αυστραλία, αλλά πιθανώς το τραύμα και η πολιτική δυναμική του Σιωνισμού θα είχαν αναζητήσει άλλες διόδους.

Ωστόσο, η ιδέα ότι η απουσία του Ισραήλ θα σήμαινε «ειρήνη και αρμονία» στον αραβικό κόσμο είναι εξαιρετικά αμφίβολη. Οι εμφύλιες, θρησκευτικές και γεωπολιτικές διαμάχες για την ηγεσία των αραβικών εθνικιστικών κινημάτων (Νασερισμός, Ba’ath, Χασεμίτες, Σαουδάραβες), οι εσωτερικές διαιρέσεις στο Λεβάντε και τα ζητήματα των συνόρων που κληρονομήθηκαν από την αποικιοκρατία θα προκαλούσαν, στην καλύτερη περίπτωση, αστάθεια· στη χειρότερη, πολέμους διαρκείας.

Οι λεγόμενοι «Νέοι Ιστορικοί» του Ισραήλ, όπως ο Avi Shlaim, ο Ilan Pappé και ο Benny Morris, έχοντας αναλύσει τα αρχεία του 1948, εξέτασαν τις εναλλακτικές διπλωματικές προτάσεις που είχαν ακουστεί τότε, όπως εκείνη του ενιαίου ομοσπονδιακού κράτους ή εκείνη της προσάρτησης στην Υπεριορδανία. Σε περιοδικά όπως το Foreign Affairs και το Middle East Journal έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς ακαδημαϊκά άρθρα που χρησιμοποιούν τη μεθοδολογία της εναλλακτικής ιστορίας για να σταθμίσουν τον ρόλο της βρετανικής αποικιακής πολιτικής, της Συνθήκης του Σαν Ρέμο και των αποφάσεων του ΟΗΕ του 1947, αναδεικνύοντας τα ερωτήματα γύρω από το τι θα συνέβαινε αν ο ΟΗΕ είχε επιβάλει διαφορετικό σχέδιο διαμερισμού ή αν η Βρετανία δεν του είχε αναθέσει το ζήτημα. Στην πραγματικότητα, το 1948 κανείς δεν ενεργούσε με την αυταπάτη ότι γεννιόταν μια ήρεμη γωνιά στον πλανήτη· όλοι γνώριζαν ότι άνοιγαν τον ασκό του Αιόλου, αλλά θεώρησαν το ρίσκο της ίδρυσης του Ισραήλ μικρότερο από εκείνο των εναλλακτικών λύσεων.

Ο Χαΐμ Βάιτσμαν (μετέπειτα πρώτος πρόεδρος του Ισραήλ) και ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν γνώριζαν καλά ότι οι Άραβες της Παλαιστίνης και τα γειτονικά κράτη θα επιτίθεντο στρατιωτικά την ίδια μέρα που θα έληγε η Βρετανική Εντολή. Η διαφορά ήταν ότι ο Μπεν Γκουριόν εκτιμούσε πως οι Εβραίοι διέθεταν πλέον την οργάνωση και το υπαρξιακό κίνητρο για να επιβιώσουν σε έναν πόλεμο, ενώ ο Βάιτσμαν προσπαθούσε μέχρι την τελευταία στιγμή να κερδίσει διπλωματικό χρόνο. Από την πλευρά τους, οι Βρετανοί, που κατείχαν την περιοχή από το 1917 (Διακήρυξη Μπάλφουρ), είχαν καταλάβει από τη δεκαετία του 1930 και, κυρίως, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ότι η εντολή τους ήταν μη διαχειρίσιμη: είχαν στριμωχτεί ανάμεσα σε εβραϊκές ένοπλες οργανώσεις (Irgun, Lehi, Haganah) που τους χτυπούσαν αλύπητα και στις διαδοχικές αραβικές εξεγέρσεις που προκαλούσαν αβεβαιότητα. Έτσι, το 1947, η βρετανική κυβέρνηση πέταξε την καυτή πατάτα στον νεοσύστατο ΟΗΕ, θέλοντας να απαλλαγεί από την προβληματική περιοχή και ταυτοχρόνως γνωρίζοντας ότι η αποχώρησή της θα σήμαινε αιματοχυσία.

Όταν η Ειδική Επιτροπή του ΟΗΕ για την Παλαιστίνη (UNSCOP) πρότεινε το σχέδιο διαμερισμού τον Αύγουστο του 1947, δεν είχε καμία αμφιβολία ότι θα ακολουθούσαν συγκρούσεις των Ισραηλινών με τους Άραβες. Η πλειοψηφία των μελών της Επιτροπής πρότεινε σχέδιο δύο κρατών (με διεθνοποιημένη την Ιερουσαλήμ), ενώ μια μειοψηφία πρότεινε ομοσπονδιακό κράτος. Αμφότερες οι εκθέσεις προειδοποιούσαν ότι η επιβολή οποιασδήποτε λύσης χωρίς τη συγκατάθεση της αραβικής πλευράς θα οδηγούσε σε πολεμική σύρραξη. Στην αραβική πλευρά, η πρόβλεψη ήταν διαφορετική, αλλά εξίσου λανθασμένη ως προς το κόστος. Οι ηγέτες των αραβικών χωρών πίστευαν ότι οι ενωμένοι αραβικοί στρατοί θα έδιωχναν από την περιοχή τη νέα εβραϊκή πολιτειακή οντότητα μέσα σε λίγες μέρες. Δεν προέβλεψαν ούτε την αποφασιστικότητα και την καλύτερη οργάνωση του Yishuv (του εβραϊκού πληθυσμού) ούτε το ότι οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση (για διαφορετικούς λόγους η καθεμία από αυτές τις μεγάλες δυνάμεις) θα αναγνώριζαν αμέσως το Ισραήλ και θα του παρείχαν διπλωματική και στρατιωτική στήριξη. Το ίδιο έκαναν, φυσικά, οι Ευρωπαίοι, φορτώνοντας το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ενοχής στους πληθυσμούς της Μέσης Ανατολής. Ουσιαστικά, λειτούργησε η λογική του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» για τους επιζώντες της Ευρώπης, υπολογίζοντας εσφαλμένα τις μακροπρόθεσμες συνέπειες για τους γηγενείς κατοίκους της περιοχής.

Τελ Αβίβ, 1948 © Wikimedia Commons

Όπως είναι γνωστό, πριν από την οριστική απόφαση για την ίδρυση του Ισραήλ στο παραδοσιακό έδαφος της Παλαιστίνης, η σιωνιστική ηγεσία, μαζί με ξένους κυβερνήτες και οργανισμούς, εξέτασαν διάφορες εναλλακτικές περιοχές σε όλο τον κόσμο για τη δημιουργία μιας εβραϊκής εθνικής εστίας. Ο ίδιος ο Χερτσλ, ο «πατέρας» του πολιτικού σιωνισμού, δεν ήταν δογματικά προσκολλημένος στην Παλαιστίνη —στην αρχή, τουλάχιστον—: η κύρια έγνοια του ήταν η άμεση σωτηρία του ευρωπαϊκού εβραϊσμού από τον αντισημιτισμό. Ανάμεσα στις κυριότερες προτάσεις που έπεσαν στο τραπέζι ήταν το Σχέδιο Ουγκάντα/Κένυα του 1903: η βρετανική κυβέρνηση πρόσφερε στον Χερτσλ μια περιοχή περίπου 13.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων στο σημερινό υψίπεδο Μάου της Κένυας, τότε μέρος της βρετανικής Ανατολικής Αφρικής, την οποία ο Χερτσλ θεώρησε «προσωρινό καταφύγιο» (Nachtasyl). Όμως, η πρόταση προκάλεσε κρίση στο Σιωνιστικό Συνέδριο του 1903: επαναστάτησαν οι «Σιωνιστές της Παλαιστίνης», κυρίως Ρωσοεβραίοι που συνδέονταν με τη βιβλική γη, και το σχέδιο απορρίφθηκε οριστικά το 1905.

Στο βασικό του μανιφέστο «Der Judenstaat» (1896), ο Χερτσλ ανέφερε δύο πιθανές τοποθεσίες: την Παλαιστίνη και την Αργεντινή. Η Αργεντινή διέθετε τεράστιες εκτάσεις εύφορης γης και, κατά καιρούς, η κυβέρνησή της είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για την προσέλκυση Ευρωπαίων μεταναστών. Μάλιστα, η Jewish Colonization Association του βαρόνου Μόρις ντε Χιρς χρηματοδότησε αγροτικές αποικίες Εβραίων στην Αργεντινή —κυρίως στο Έντρε Ρίος— χωρίς, ωστόσο, να υπάρξει διεκδίκηση για αυτόνομο κράτος. Το 1902–1903 εξετάστηκε η ιδέα να δημιουργηθεί ένας εβραϊκός οικισμός στο ανατολικό Σινά και την Αλ-Αρίς, κοντά στην Παλαιστίνη, αλλά το σχέδιο ναυάγησε επειδή οι βρετανικές αποστραγγιστικές αρχές έκριναν ότι δεν υπήρχε αρκετό νερό από τον Νείλο για να στηρίξει τον πληθυσμό. Επίσης, προτάθηκε επανειλημμένα από Βρετανούς αξιωματούχους και τοπικούς παράγοντες η Κύπρος, λόγω της εγγύτητάς της με την Παλαιστίνη και του γεγονότος ότι, μετά το 1878, βρισκόταν υπό βρετανικό έλεγχο. Η πρόταση απορρίφθηκε μετά από σφοδρές αντιδράσεις τόσο του ελληνοκυπριακού όσο και του τουρκοκυπριακού πληθυσμού.

Ένα αποικιακό σχέδιο που είχε πέσει στο τραπέζι από Γάλλους αντισημίτες στα τέλη του 19ου αιώνα και το οποίο επανέφερε η ναζιστική Γερμανία το 1940 ως «λύση» πριν από την εξολόθρευση προέβλεπε τη βίαιη μεταφορά εκατομμυρίων Ευρωπαίων Εβραίων σε ένα απομονωμένο νησί-φυλακή υπό γερμανική ή διεθνή εποπτεία. Αυτή η «πρόταση» έδειχνε πόσο επικίνδυνη ήταν η κατάσταση για τον εβραϊκό πληθυσμό ακόμα και πριν από το Ολοκαύτωμα, πράγμα που δικαιολογεί ορισμένες ιδέες οι οποίες σήμερα ακούγονται εξωφρενικές: για παράδειγμα, το Σχέδιο Μπιρομπιτζάν του 1934, που αφορούσε μια σοβιετική «Εβραϊκή Αυτόνομη Περιφέρεια» στη Σιβηρία, στα σύνορα με την Κίνα, και την προσπάθεια προσέλκυσης Εβραίων από όλο τον κόσμο προκειμένου να κατοικήσουν και να οχυρώσουν τα ανατολικά σύνορα της ΕΣΣΔ. Παρά την κρατική προπαγάνδα και κάποιες αρχικές ροές, το σχέδιο δεν απέκτησε απήχηση. Το 1939 ξεκίνησε το Σχέδιο Κίμπερλι από μια πρωτοβουλία του Δρ. Άιζακ Στάινμπεργκ, ο οποίος ίδρυσε την Territorialist League, προτείνοντας την παραχώρηση μιας τεράστιας έκτασης στην αραιοκατοικημένη περιοχή Κίμπερλι της Δυτικής Αυστραλίας για την εγκατάσταση 75.000 Εβραίων προσφύγων. Η αυστραλιανή κυβέρνηση απέρριψε την πρόταση το 1944.

Καμία από αυτές τις επιλογές δεν προκρίθηκε διότι, καθώς το σιωνιστικό κίνημα εξελισσόταν και, κυρίως, μετά τη φρίκη του Ολοκαυτώματος, ο δεσμός με τη Γη του Ισραήλ μετατράπηκε από πολιτική επιλογή σε μοναδικό υπαρξιακό, θρησκευτικό και μυθολογικό σύμβολο για τους ίδιους τους επιζώντες, οι οποίοι δεν ήθελαν μια νέα αποικία σε κάποια ζούγκλα ή στέπα, αλλά το χώμα των πατέρων τους. Η ιστορική και βιβλική κοιτίδα των Εβραίων —η αρχαία Γη του Ισραήλ (Eretz Yisrael)— ταυτίζεται γεωγραφικά με την περιοχή του Νότιου Λεβάντε, η οποία σήμερα περιλαμβάνει το σύνολο του κράτους του Ισραήλ (εντός των διεθνώς αναγνωρισμένων συνόρων του), τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη της Δυτικής Όχθης και της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, τη Λωρίδα της Γάζας και μικρό τμήμα της νοτιοδυτικής Συρίας (τα Υψίπεδα του Γκολάν) και της βορειοδυτικής Ιορδανίας.

Οπωσδήποτε, είναι ουτοπικό να θέλει κανείς να ανακτήσει τις αρχαίες βιβλικές επαρχίες· όμως, αυτό είναι το όραμα των Σιωνιστών, οι οποίοι διεκδικούν ολόκληρη την αρχαία Ιουδαία, τη Σαμάρια, τη Γαλιλαία, την Ιδουμαία, την Περαία και την Υπεριορδανία, δηλαδή εδάφη που εδώ και πολλές δεκαετίες ανήκουν σε άλλες χώρες. Το πρόβλημα περιπλέκεται ακόμα περισσότερο, δεδομένου ότι η αυθεντική γη των Παλαιστινίων είναι ακριβώς η ίδια γεωγραφική περιοχή του Νότιου Λεβάντε —η σημερινή περιοχή του Ισραήλ, της Δυτικής Όχθης, της Ανατολικής Ιερουσαλήμ και της Λωρίδας της Γάζας. Γενεαλογικά και ιστορικά, ο πληθυσμός που κατοικεί σε αυτή τη γη δεν ήρθε από κάπου αλλού κατά τον 20ό αιώνα, αλλά αποτελεί προϊόν μιας μακράς ιστορικής και δημογραφικής εξέλιξης. Οι σημερινοί Παλαιστίνιοι είναι σε μεγάλο βαθμό απόγονοι των διαφόρων πληθυσμών που κατοικούσαν στον Λεβάντε διαχρονικά: αρχαίων Χαναναίων, Εβραίων-Ισραηλιτών που παρέμειναν στην περιοχή, Σαμαρειτών, Ελλήνων της ελληνιστικής περιόδου, Ρωμαίων, Βυζαντινών και Αράβων που εγκαταστάθηκαν εκεί μετά την αραβομουσουλμανική κατάκτηση κατά τον 7ο αιώνα μ.Χ. Με απλά λόγια, τόσο οι Εβραίοι όσο και οι Παλαιστίνιοι έχουν ρίζες στην ίδια γη: οι μεν έλκουν την καταγωγή και την ιστορική τους μνήμη από τα αρχαία βασίλεια της Ιουδαίας και της Σαμάριας πριν από τη ρωμαϊκή εξορία, οι δε αποτελούν τους γηγενείς κατοίκους που έμειναν και έζησαν στην ίδια περιοχή ανά τους αιώνες, διαμορφώνοντας τη δική τους αραβόφωνη, τοπική κουλτούρα. Όπως οι Εβραίοι της Διασποράς διεκδικούν την επιστροφή τους στην πατρογονική γη, έτσι και οι Παλαιστίνιοι που κατέληξαν πρόσφυγες στη Γάζα, στη Δυτική Όχθη, στην Ιορδανία, στον Λίβανο και στη Συρία διεκδικούν την παραμονή τους στην πατρογονική γη.