Κοσμος

Αυξάνεται η εγκληματικότητα στην Ευρώπη;

Η μεγάλη μείωση των ανθρωποκτονιών στον 20ό και 21ο αιώνα, η σταθερότητα των τελευταίων δεκαετιών και το αίσθημα ανασφάλειας

A.V. Team
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Ευρώπη και η μεγάλη αντίφαση της εγκληματικότητας: Λιγότεροι φόνοι, περισσότερος φόβος

Κάθε χρόνο στη Γαλλία καταγράφονται περίπου 800 με 1.000 ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως. Μετά από μια εντυπωσιακή και παρατεταμένη μείωση του βίαιου εγκλήματος, παρατηρείται σταθερότητα: σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Εσωτερικών και της Eurostat, ο δείκτης ανθρωποκτονιών κυμαίνεται γύρω στο 1,3 με 1,5 ανά 100.000 κατοίκους.

Ο δείκτης έχει σημειώσει μεγάλη πτώση σε σχέση με τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, όταν ξεπερνούσε το 2,5 ανά 100.000. Την τελευταία δεκαετία παραμένει σταθερός με ελαφριές αυξομειώσεις. Ένα σημαντικό ποσοστό συνδέεται με οργανωμένο έγκλημα, με το λεγόμενο ξεκαθάρισμα λογαριασμών (ιδιαίτερα σε περιοχές όπως η Μασσαλία), ενώ μεγάλο μέρος αφορά την ενδοοικογενειακή βία, η οποία πλέον καταγράφεται επισήμως. Υψηλότερους δείκτες ανθρωποκτονιών παρουσιάζουν τα υπερπόντια εδάφη, όπως π.χ. η Γαλλική Γουιάνα και η Μαγιότ.

Η ιστορία των ανθρωποκτονιών στη Γαλλία εμφανίζει ένα αξιοσημείωτο παράδοξο: ενώ μακροπρόθεσμα, από τον Μεσαίωνα έως σήμερα, η φονική βία έχει υποχωρήσει δραματικά, τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται σαφής ασυμφωνία ανάμεσα στους αριθμούς των τετελεσμένων ανθρωποκτονιών, που παραμένουν σταθεροί, και των αποπειρών ανθρωποκτονίας, που καταγράφουν αλματώδη αύξηση.

Η ιστορική εγκληματολογία (με θεμελιώδεις μελέτες από ιστορικούς όπως ο Robert Muchembled) δείχνει ότι η ευρωπαϊκή κοινωνία —και η Γαλλία ειδικότερα— πέρασε από μια διαδικασία σταδιακής «εξημέρωσης» των ηθών. Κατά τον Μεσαίωνα και κατά τον 14ο και 15ο αιώνα, ο δείκτης ανθρωποκτονιών υπολογίζεται σε 30 έως 50 ανά 100.000 κατοίκους ετησίως. Η ιδιωτική εκδίκηση (η βεντέτα), οι συμπλοκές στις ταβέρνες και η καθημερινή οπλοφορία έκαναν τον φόνο σύνηθες μέσο επίλυσης διαφορών. Από την Αναγέννηση έως τον Διαφωτισμό —κατά τον 16ο μέχρι τον 18ο αιώνα— η ενίσχυση του κεντρικού κράτους και της δικαιοσύνης μείωσε τον δείκτη κάτω από το 10 ανά 100.000. Στη συνέχεια, τον 19ο αιώνα και στην Belle Époque, η αστυνόμευση των πόλεων και η αστικοποίηση περιόρισαν περαιτέρω τους φόνους. Τέλος, μετά από μια έξαρση στη δεκαετία του 1970 και του 1980 —με κορύφωση το 1993, όπου καταγράφηκαν πάνω από 1.600 φόνοι, δηλαδή 2,6 ανά 100.000— η εγκληματικότητα άρχισε να υποχωρεί.

Η ενδοοικογενειακή βία αντιπροσωπεύει περίπου το 25%-30% των τετελεσμένων ανθρωποκτονιών. Στη συντριπτική τους πλειονότητα πρόκειται για γυναικοκτονίες από συζύγους ή συντρόφους. Το ξεκαθάρισμα λογαριασμών αναλογεί μόνο στο 8%–10% των περιπτώσεων, αλλά συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη δημοσιότητα, διότι σχετίζεται με τη διακίνηση ναρκωτικών και άτομα προερχόμενα από τη μετανάστευση. Καβγάδες στον δρόμο, επιθέσεις με μαχαίρια και ένοπλες ληστείες είναι η τρίτη συνθήκη των ανθρωποκτονιών στη Γαλλία.

Γιατί αυξάνονται οι «απόπειρες» ανθρωποκτονίας;

Η απόκλιση μεταξύ φόνων και επιθέσεων με φονική πρόθεση οφείλεται σε τρεις κύριους παράγοντες: 1) στην αμεσότητα των υπηρεσιών επείγουσας βοήθειας. Οι γαλλικές υγειονομικές υπηρεσίες (SAMU) και τα τμήματα επειγόντων μετατρέπουν τραύματα που άλλοτε θα ήταν θανατηφόρα σε ιάσιμες βλάβες· 2) η αύξηση της χρήσης μαχαιριών σε συμπλοκές δρόμου αυξάνει τις απόπειρες, αλλά τελικά το ποσοστό θνησιμότητας είναι μικρότερο συγκριτικά με τα πυροβόλα όπλα· 3) η αστυνομία και οι εισαγγελικές αρχές καταγράφουν πλέον πολύ αυστηρά ως «απόπειρα ανθρωποκτονίας» επεισόδια σοβαρής βίας που παλαιότερα κατατάσσονταν απλώς ως «βαριά σωματική βλάβη».

Η συγκριτική εικόνα της Γαλλίας με το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ισπανία αποτυπώνει τις διαφορετικές κοινωνικές και εγκληματολογικές συνθήκες που επικρατούν στη Δυτική και Νότια Ευρώπη. Η Ισπανία έχει από τους χαμηλότερους δείκτες στην Ευρώπη: γύρω στο 0,6–0,7 ανά 100.000 κατοίκους. Παρότι αποτελεί πύλη εισόδου ναρκωτικών για την Ευρώπη, η βία των καρτέλ σπανίως μεταφέρεται στους δρόμους με τη μορφή ξεκαθαρίσματος λογαριασμών, όπως συμβαίνει π.χ. στη Μασσαλία. Το μεγαλύτερο ποσοστό των φόνων αφορά ενδοοικογενειακή βία, για την οποία η Ισπανία διαθέτει αυστηρότατο ειδικό νομικό πλαίσιο και εξειδικευμένα δικαστήρια, καθώς και επεισόδια μεταξύ γνωστών και συγγενών. Όσο για το Ηνωμένο Βασίλειο, βρίσκεται χαμηλότερα από τη Γαλλία σε απόλυτους αριθμούς και δείκτες, αλλά αντιμετωπίζει έντονο πρόβλημα με τη νεανική παραβατικότητα. Λόγω της εξαιρετικά αυστηρής νομοθεσίας για τα πυροβόλα όπλα, η φονική βία ασκείται σχεδόν αποκλειστικά με αιχμηρά αντικείμενα ("knife crime"), ιδιαίτερα μεταξύ νεανικών συμμοριών σε αστικά κέντρα όπως το Λονδίνο, το Μπέρμιγχαμ και η Γλασκόβη. Η Σκωτία, που τη δεκαετία του 2000 θεωρούνταν «πρωτεύουσα της βίας» στην Ευρώπη, κατάφερε να μειώσει δραστικά τις ανθρωποκτονίες αντιμετωπίζοντας τη βία ως πρόβλημα δημόσιας υγείας (Public Health Approach).

Στην Ελλάδα το βίαιο έγκλημα είναι χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά παρουσιάζει αυξητικές τάσεις σε συγκεκριμένες κατηγορίες, όπως η ενδοοικογενειακή βία και η παραβατικότητα ανηλίκων. Σημειώνονται περίπου 80 φόνοι ετησίως, με το σύνολο των βίαιων εγκλημάτων να κυμαίνεται γύρω στο 92,3 ανά 100.000 κατοίκους —ο μέσος όρος στην ΕΕ για όλα τα βίαια εγκλήματα είναι 114,2. Οι ανθρωποκτονίες μειώνονται, αν και όχι με σταθερότητα: 81 το 2024, έναντι 76 το 2023, έναντι 184 το 2011. Η πλειονότητα των ανθρωποκτονιών συνδέεται με το οργανωμένο έγκλημα είτε με εγκλήματα εντός του οικογενειακού περιβάλλοντος. Ούτε η ενδοοικογενειακή βία θεωρείται ότι έχει επιδεινωθεί, αν και σημειώνεται κατακόρυφη αύξηση των επίσημων καταγγελιών (άνω του 70% τα τελευταία έτη), εξαιτίας της ενισχυμένης ευαισθητοποίησης, της λειτουργίας ειδικών γραφείων της ΕΛ.ΑΣ. και των νέων ψηφιακών εργαλείων (Panic Button). Η παραβατικότητα ατόμων 12–18 ετών όντως παρουσιάζει έξαρση (άνω των 16.000 συλλήψεων ανηλίκων ετησίως), κυρίως σε αδικήματα συμπλοκών, σωματικών βλαβών και μικροκλοπών.

Μύθος είναι και το ότι δεν υπάρχει επαρκής αστυνόμευση — σε επίπεδο αριθμών τουλάχιστον. Η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους υψηλότερους δείκτες αστυνομικών ανά κατοίκους στην Ευρώπη: 520 αστυνομικοί ανά 100.000 κατοίκους. Στον Παγκόσμιο Δείκτη Εγκληματικότητας (Numbeo/GPI), η χώρα μας κατατάσσεται σε μεσαίες-ασφαλείς θέσεις (σκορ εγκληματικότητας 48/100). Παρά τους χαμηλούς δείκτες βαριάς βίας, το αίσθημα ανασφάλειας παραμένει υψηλότερο στις μεγάλες αστικές περιοχές (Αθήνα, Θεσσαλονίκη), κυρίως λόγω της ορατότητας των εγκλημάτων ιδιοκτησίας και της παραβατικότητας δρόμου. Παρόμοιο αίσθημα που δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα παρατηρείται στη Γαλλία, όπου ακούγονται παράπονα και φόβοι «έξαρσης της βίας». Πρόκειται για ενδιαφέρον φαινόμενο απόστασης της αντιληπτής πραγματικότητας από τα συγκεκριμένα δεδομένα: το «αίσθημα ανασφάλειας» βρίσκεται διαχρονικά σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα και αποτελεί ένα από τα κεντρικά θέματα του δημόσιου και πολιτικού διαλόγου. Το 70-80% των Γάλλων πιστεύουν ότι η εγκληματικότητα αυξήθηκε στη χώρα τα τελευταία χρόνια, δηλώνουν ότι αισθάνονται προσωπικά ανασφαλείς στη γειτονιά, στο σπίτι τους και στις δημόσιες συγκοινωνίες, ιδιαίτερα τις βραδινές ώρες. Γι’ αυτή την εσφαλμένη αντίληψη ευθύνεται η καθημερινή μικροπαραβατικότητα, η αντικοινωνική συμπεριφορά, οι κλοπές, η παρενόχληση στον δημόσιο χώρο και οι φθορές που επηρεάζουν την ψυχολογία των πολιτών πολύ περισσότερο από τα σπάνια βίαια εγκλήματα. Στον φόβο συμβάλλει η συνεχής κάλυψη περιστατικών βίας από τα 24ωρα ειδησεογραφικά κανάλια και η κεντρική θέση της ασφάλειας στην πολιτική ατζέντα ενισχύουν την αντίληψη ότι η πολιτεία έχει χάσει τον έλεγχο.