Κοσμος

Eίναι η Τουρκία ανερχόμενη οικονομική δύναμη;

Οι αλλαγές στην οικονομία, την εξωτερική πολιτική και την αμυντική στρατηγική της γείτονος

Τριαντάφυλλος Δελησταμάτης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πώς είναι σήμερα και πώς αναμένεται να εξελιχθεί η Τουρκία τα επόμενα χρόνια

Σήμερα η Τουρκία παρουσιάζει πρόοδο στις υποδομές και στην αστικοποίηση και ταυτοχρόνως χρόνια προβλήματα, μερικά από τα οποία δεν αναγνωρίζει: εισοδηματικές και περιφερειακές ανισότητες, μεγάλη οπισθοδρόμηση της δημοκρατίας και του κοσμικού κράτους, επιμονή στις ασιατικές αξίες και στον οθωμανικό μεγαλοϊδεατισμό.

Το ΑΕΠ υπερβαίνει τα 1,6 τρισεκατομμύρια δολάρια (nominal), με ανάπτυξη περίπου 2,5-3,6% το 2025 και πρόβλεψη 3,3-4,2% για το 2026. Η οικονομία παραμένει ανθεκτική παρά τις ενεργειακές πιέσεις, με ισχυρή ιδιωτική κατανάλωση και ανασυγκρότηση, αλλά με πολύ υψηλό πληθωρισμό (30-32% ετησίως) τον οποίον η κυβέρνηση προσπαθεί να μειώσει σε μονοψήφιο ποσοστό μέσω δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η ανεργία κυμαίνεται στο 8-8,5%, αλλά η υποαπασχόληση, ιδιαίτερα των νέων κάτω των 25 ετών φτάνει το 20%. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ (πάλι nominal) είναι περίπου 18.000 δολάρια, (έναντι 27.000 της Ελλάδας και 48.000 της Γαλλίας): αν και η χώρα κατατάσσεται στις αναδυόμενες οικονομίες μεσαίου εισοδήματος, με βελτιώσεις σε πιστωτικές αξιολογήσεις, στην Τουρκία υπάρχει εκτεταμένη φτώχεια· ο καθαρός κατώτατος μισθός, με τον οποίον αμείβεται πάνω από το 40% του εργατικού δυναμικού, δεν επαρκεί για να υπερβεί μια οικογένεια το όριο της φτώχειας κάτω από το οποίο ζουν περίπου 20 εκ. Τούρκοι. Σύμφωνα με στοιχεία της Τurkstat και της Eurostat υπολογίζεται ότι ζει το 12% του πληθυσμού κάτω από το όριο πείνας,, αν και, τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της μείωσης του μέσου μεγέθους των νοικοκυριών έχει μειωθεί στα 3 άτομα, με παράλληλη αύξηση των μονομελών νοικοκυριών, το ποσοστό τείνει να μειώνεται.

Η Τουρκία είναι συνταγματικά κοσμική, λαϊκή δημοκρατία, αλλά καθώς το 99% του πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι —κυρίως Σουνίτες, με σημαντική Αλεβίτικη μειονότητα— το Ισλάμ είναι βαθιά ενταγμένο στην καθημερινή ζωή (προσευχές, Ραμαζάνι, επίσημη θρησκευτική ρητορική) και η τάση εκκοσμίκευσης αφορά μόνο τους νέους. Τα τελευταία 15 χρόνια παρατηρείται αύξηση των μη θρησκευόμενων από 2% σε 8% και μείωση των πολύ ευσεβών από 55% σε 46%. Η κυβέρνηση Ερντογάν και το κόμμα του, το AKP, προωθούν τις συντηρητικές αξίες και τη θρησκευτική εκπαίδευση, δημιουργώντας εντάσεις με τους κοσμικούς κύκλους. Πάντως, η πλειοψηφία φαίνεται να πιστεύει ότι Τουρκία μπορεί να είναι μουσουλμανική και ταυτοχρόνως δημοκρατική: στη Σαρία αντιτίθεται το 65% των Τούρκων, με το 48% να δηλώνει «σθεναρά αντίθετο». Το 32% δηλώνουν ότι θα ήθελαν θέσπιση της Σαρία ως επίσημο νόμο του κράτους. Μεταξύ των ψηφοφόρων του κυβερνώντος κόμματος του Ερντογάν, το ποσοστό υποστήριξης της Σαρία ανέρχεται στο 55%, ενώ, μεταξύ των οπαδών της κεμαλικής/κοσμικής αντιπολίτευσης, της αριστεράς και των υπερεθνικιστών, το ποσοστό κατακρημνίζεται στο 20%. Η Τουρκία αποτελεί εξαίρεση στον ισλαμικό κόσμο λόγω της βαθιά ριζωμένης κεμαλικής παράδοσης του κοσμικού κράτους (Laiklik): σε άλλες μεγάλες μουσουλμανικές χώρες η στήριξη στη Σαρία είναι σχεδόν καθολική (Μαλαισία: 93% υπέρ, Μπαγκλαντές: 89% υπέρ, Ινδονησία: 89% υπέρ).

Οι θρησκευτικές αποκλίσεις μεταξύ μεγάλων αστικών κέντρων και ενδοχώρας συνοδεύονται από μεγάλες οικονομικές και δημογραφικές διαφορές. Στα χωριά της Ανατολίας παρατηρείται μετανάστευση νέων προς τις πόλεις, γήρανση του πληθυσμού και περιορισμένη οικονομική δραστηριότητα, ιδίως στις περιοχές της Μαύρης Θάλασσας και της Κεντρικής Ανατολίας. Τα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης, ύψους 65 δισ. λιρών, για την κατασκευή νέων υποδομών, για τη γυναικεία επιχειρηματικότητα και τους συνεταιρισμούς καταπολεμούν με σχετική επιτυχία τη φτώχεια και εξασφαλίζουν την πρόσβαση στα δίκτυα ύδατος, ηλεκτρισμού, και φυσικού αερίου το οποίο χρησιμοποιεί σχεδόν το 85% πληθυσμού. Το πρόβλημα της σημερινής Τουρκίας δεν είναι η παραμέληση ή η οικονομική καθυστέρηση· η χώρα έχει πάψει προ πολλού να παρουσιάζει χαρακτηριστικά υπανάπτυξης, παρά τον ευρύ άτυπο οικονομικό τομέα, την περιορισμένη κοινωνική προστασία και το γεγονός ότι πάνω από 800.000 παιδιά σχολικής ηλικίας βρίσκονται εκτός εκπαιδευτικού συστήματος.

Τα προβλήματα είναι η πολιτική πόλωση —κοσμικοί εναντίον ισλαμιστών— η διαφθορά, η ισλαμιστική νοοτροπία, ο συντηρητισμός, η επιδεινούμενη θέση γυναικών (παρά την αύξηση του εναλφαβητισμού, το ποσοστό γυναικών με τριτοβάθμια εκπαίδευση κυμαίνεται γύρω στο 23%), ο αντιδυτικισμός που δηλητηριάζει τις σχέσεις της Τουρκίας με τον κόσμο και καθορίζει μια επιθετική πολιτική η οποία αφαιρεί πόρους από τους τομείς της κοινωνικής ανάπτυξης. Το ζήτημα της ισότητας των φύλων είναι από τα πιο μελανά σημεία της σημερινής Τουρκίας με υψηλά ποσοστά γυναικοκτονιών (294 το 2025) και παρααδοσιακά οθωμανική ήθη ιδιαίτερα στην επαρχία. Έρευνα του οργανισμού KONDA δείχνει ότι 68% των Τούρκων θέλουν η χώρα να μοιάζει περισσότερο με τις δυτικές χώρες (54% ΕΕ, 14% ΗΠΑ), ενώ μόνο 6% προτιμούν το μουσουλμανικό πρότυπο: όμως, ο καθένας εννοεί πολύ διαφορετικά πράγματα, εφόσον, παραλλήλως, καταγράφεται εχθρότητα για το Ισραήλ και τις ΗΠΑ που, σε πολλές έρευνες, προκύπτουν ως οι κύριοι «αντίπαλοι» των Τούρκων.

Η εξωτερική πολιτική και η αμυντική στρατηγική της Τουρκίας έχουν υποστεί βαθιές δομικές αλλαγές τα τελευταία χρόνια. Η Άγκυρα επιχειρεί συστηματικά να εδραιωθεί ως αυτόνομος περιφερειακός πόλος, συνδυάζοντας τη ραγδαία ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής της βιομηχανίας με πολυδιάστατη διπλωματία στον μουσουλμανικό κόσμο. Αυτό έχει τεράστιο κόστος. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI), οι στρατιωτικές δαπάνες της Τουρκίας ανέρχονται στα 30 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως· 1,9% με 2,3% του ΑΕΠ της χώρας: η Τουρκία κατατάσσεται στη 18η θέση παγκοσμίως σε στρατιωτικές δαπάνες. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της αύξησης δεν αφορά πλέον εισαγωγές, αλλά τη χρηματοδότηση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας (όπως τα drones Bayraktar, τα εγχώρια ναυπηγικά προγράμματα MILGEM και το μαχητικό KAAN) με το 22% του συνολικού στρατιωτικού προϋπολογισμού να διοχετεύεται απευθείας στο κρατικό Ταμείο Στήριξης Αμυντικής Βιομηχανίας (SSDF).

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην πρόσφατο σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα © FILIP SINGER / EPA

Στο μεταξύ, η Τουρκία ακολουθεί πολιτική «στρατηγικής αυτονομίας» στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική. Οι σχέσεις της με τον μουσουλμανικό κόσμο χωρίζονται σε τρεις βασικές κατηγορίες: στους στενούς συμμάχους, στις χώρες με τις οποίες έγινε πρόσφατη επαναπροσέγγιση (μετά από χρόνια εχθρότητας) και σε εκείνες που παραμένουν ανταγωνιστικές. Στενοί της σύμμαχοι θεωρούνται το Αζερμπαϊτζάν —με το οποίο είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη γεωπολιτικά και ενεργειακά— και το Κατάρ, όπου η Άγκυρα διατηρεί μόνιμη στρατιωτική βάση. Παραδοσιακή φιλία συνδέει την Τουρκία με το Πακιστάν με το οποίο συνεργάζεται στην παραγωγή όπλων και μοιράζεται κοινές θέσεις σε διεθνή φόρα (η Τουρκία στηρίζει το Πακιστάν στο θέμα του Κασμίρ και το Πακιστάν την Τουρκία στο Κυπριακό), καθώς και με τη Λιβύη όπου η Τουρκία παραμένει ο κύριος στρατιωτικός προστάτης τής διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης στην Τρίπολη (Δυτική Λιβύη). Η σχέση αυτή σφραγίστηκε με το παράνομο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, το οποίο εξυπηρετεί τις επιδιώξεις της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο, την επονομαζόμενη «Γαλάζια Πατρίδα». Η μεγαλύτερη στρατιωτική βάση της Τουρκίας στο εξωτερικό (TURKSOM) βρίσκεται στο Μογκαντίσου της Σομαλίας: η Τουρκία εκπαιδεύει τον σομαλικό στρατό, ενώ πρόσφατα υπέγραψε συμφωνίες για την προστασία των σομαλικών χωρικών υδάτων και την έρευνα για υδρογονάνθρακες. Επίσης, μετά από χρόνια εχθρότητας με τη Σαουδική Αραβία (με αποκορύφωμα τη δολοφονία Κασόγκι στην Κωνσταντινούπολη και τον πόλεμο δια πληρεξουσίου στη Λιβύη), οι σχέσεις αποκαταστάθηκαν: η Τουρκία έχει ανάγκη τις επενδύσεις και τα δισεκατομμύρια των χωρών του Κόλπου, ενώ τους πουλάει drones. Όσο για την Αίγυπτο, οι σχέσεις είχαν παγώσει μετά την ανατροπή του Μόρσι από τον Σίσι το 2013, αλλά στη συνέχεια έγιναν αμοιβαίες επισκέψεις του Ερντογάν και του Σίσι, με αποτέλεσμα η επικοινωνία να έχει εξομαλυνθεί, αν και παραμένουν ζητήματα ανταγωνισμού στη Λιβύη και την Ανατολική Μεσόγειο. Πιο περίπλοκες είναι οι σχέσεις της Τουρκίας με το Ιράν: οι δύο χώρες συγκρούονταν έμμεσα στη Συρία (όπου το Ιράν στήριζε τον Άσαντ και η Τουρκία τη σουνιτική αντιπολίτευση) και στο βόρειο Ιράκ, αλλά ενώνονται μπροστά στον δυτικό κίνδυνο — μολονότι η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ. Τέλος, η Τουρκία διατηρεί υπό την κατοχή της εδάφη στη βόρεια Συρία και στηρίζει ένοπλες αντικαθεστωτικές ομάδες, με κύριο στόχο να αποτρέψει τη δημιουργία αυτόνομης κουρδικής οντότητας στα σύνορά της.

Το ερώτημα για την «επόμενη μέρα» στην Τουρκία μετά τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι ένα κρίσιμο γεωπολιτικό αίνιγμα. Λόγω της ακραίας συγκέντρωσης εξουσίας στο πρόσωπό του, η διαδοχή του δεν θα είναι απλώς αλλαγή ηγεσίας, αλλά μια δοκιμασία για τη σταθερότητα ολόκληρης της χώρας. Η πολιτική πραγματικότητα διαμορφώνεται γύρω από δύο βασικά σενάρια και πρόσωπα-κλειδιά: αν το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) καταφέρει να διατηρήσει τα ηνία, η διαδοχή θα κριθεί ανάμεσα σε πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης του Ερντογάν. Οι επικρατέστεροι είναι ο Χακάν Φιντάν (Υπουργός Εξωτερικών και πρώην Αρχηγός της MIT) που θεωρείται από πολλούς ο ισχυρότερος και πιο έμπειρος «τεχνοκράτης της ισχύος». Έχει βαθιά γνώση του βαθέος κράτους, των διεθνών σχέσεων και των μηχανισμών ασφαλείας. Αν και δεν είναι ο κλασικός χαρισματικός ρήτορας του δρόμου, έχει τεράστια αποδοχή εντός του κρατικού μηχανισμού και των ψηφοφόρων του AKP. Ο Σελτσούκ Μπαϊρακτάρ (γαμπρός του Ερντογάν και εμπνευστής των drones Bayraktar) είναι εξαιρετικά δημοφιλής, ειδικά στη νεολαία και στους εθνικιστές, λόγω της επιτυχίας του στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Αντιπροσωπεύει την τεχνολογική και «υπερήφανη» Τουρκία που οραματίζεται το AKP, αν και δεν έχει δοκιμαστεί ακόμα στην σκληρή καθημερινή πολιτική αρένα. Ο γιος του Ερντογάν Μπιλάλ παρουσιάζεται ως επιχειρηματίας, αλλά ελέγχει ένα τεράστιο δίκτυο θρησκευτικών και κοινωνικών ιδρυμάτων που αποτελούν τη βάση της ιδεολογικής αναπαραγωγής του AKP. Στην αντιπολίτευση, για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο φυσικός ηγέτης της αντιπολίτευσης (CHP) ήταν ο Εκρέμ Ιμάμογλου, ο δημοφιλής δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης τού οποίου το πολιτικό μέλλον είναι σήμερα εξαιρετικά αβέβαιο. Η δικαστική δίωξη εναντίον του και η φυλάκισή του στις φυλακές της Σηλυβρίας (Silivri), σε συνδυασμό με την ακύρωση του πτυχίου του που τον καθιστά προσωρινά μη εκλέξιμο για δημόσια αξιώματα, δείχνουν την αποφασιστικότητα του συστήματος Ερντογάν να εξοστρακίσει τους αντιπάλους του πριν από τη μετάβαση. Άλλα στελέχη της αντιπολίτευσης, όπως ο δήμαρχος της Άγκυρας, Μανσούρ Γιαβάς, παραμένουν στο κάδρο, αλλά στερούνται της εμβέλειας που είχε αποκτήσει ο Ιμάμογλου στην Κωνσταντινούπολη.

Οι περισσότεροι αναλυτές συγκλίνουν σε τρεις πιθανές κατευθύνσεις για τη δομή της χώρας. Σύμφωνα με το πρώτο σενάριο, ο Ερντογάν παραδίδει το δαχτυλίδι σε έναν εκλεκτό του (π.χ. Φιντάν ή Μπαϊρακτάρ) εξασφαλίζοντας ασυλία για την οικογένειά του. Το καθεστώς συνεχίζει με παρόμοια αυταρχική δομή, αλλά ίσως με πιο θεσμικό ή τεχνοκρατικό προφίλ. Σύμφωνα με το δεύτερο σενάριο, χωρίς την ενοποιητική παρουσία του Ερντογάν, οι διάφορες φατρίες εντός του AKP (εθνικιστές, ισλαμιστές, επιχειρηματικά δίκτυα) συγκρούονται για τη νομή της εξουσίας, οδηγώντας την Τουρκία σε πολιτική αστάθεια. Το τρίτο σενάριο πορβλέπει «επιστροφή» στη Δημοκρατία: η αντιπολίτευση καταφέρνει να κερδίσει τις εκλογές και επιχειρεί να ξηλώσει το υπερ-προεδρικό σύστημα, επιστρέφοντας σε μια μορφή κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και επαναπροσεγγίζοντας τη Δύση. Ωστόσο, το κράτος που αφήνει πίσω του ο Ερντογάν είναι τόσο βαθιά μεταλλαγμένο, που μια τέτοια μετάβαση θα χρειαστεί κάμποσα χρόνια.Το σίγουρο είναι ότι η Τουρκία «μετά τον Ερντογάν» δεν θα επιστρέψει αυτομάτως στο 2002. Ο εθνικισμός, η μεγαλοϊδεατική εξωτερική πολιτική και η ισλαμική ταυτότητα έχουν ριζώσει στη δομή του κράτους και θα επηρεάσουν όποιον κι αν καθίσει στο προεδρικό μέγαρο.