- CITY GUIDE
- PODCAST
-
14°
Bρετανία: Από την παραδοσιακή εργατική τάξη στην underclass
Πώς η εργατική τάξη έχασε την υπερηφάνεια της και το Εργατικό Κόμμα τη φυσιογνωμία του
Βρετανία: Η διαγενεακή φτώχεια, το Brexit και η φυσιογνωμία της εργατικής τάξης μέσα από το βιβλίο του Joel Budd
Ένα από τα δομικά κοινωνικά προβλήματα στη Βρετανία είναι η διόγκωση μιας τάξης που, αν και ονομάζεται ακόμα «working class», διαφέρει από αυτό που περιέγραφε ο όρος πριν από πενήντα χρόνια. Ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης working class έχει περισσότερα χαρακτηριστικά κοινωνικού περιθωρίου παρά εκείνης της «εργατικής τάξης» που αποτελούσε κάποτε τον βασικό κοινωνικό κορμό της χώρας. Αυτή η μεταμόρφωση, που συνδέεται με τις οικονομικές και τις πολιτικές αλλαγές οι οποίες επιταχύνθηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, έχει επηρεάσει ολόκληρο το πολιτικό σύστημα στη Βρετανία.
Ένα πρόσφατο βιβλίο του δημοσιογράφου του «Economist» Joel Budd με τίτλο «Underdogs: The Truth About Britain’s White Working Class» προσπαθεί να εμβαθύνει σ’ αυτές τις αλλαγές και να αναλύσει τα στερεότυπα γύρω από τους φτωχούς λευκούς, οι οποίοι παρουσιάζονται συχνά στα ΜΜΕ όπως οι Αμερικανοί «white trash». Όχι χωρίς αφορμή. Η παραδοσιακή εργατική τάξη απασχολούνταν κυρίως σε βιομηχανικές εργασίες (μεταλλεία, ορυχεία, μεταποίηση, ναυπηγική, αυτοκινητοβιομηχανία), ήταν συνδεδεμένη με ισχυρά συνδικάτα και ψήφιζε το Εργατικό Κόμμα που την εκπροσωπούσε. Οι Βρετανοί εργάτες ήταν ριζωμένοι στις κοινότητές τους, υπερηφανεύονταν για το εργατικό τους ήθος, την οικογένειά τους, το σωματείο τους και τον τόπο τους. Στη συνέχεια, η σταδιακή αποβιομηχάνιση στη Βόρεια Αγγλία, στη Σκοτία και στην Ουαλία όχι μόνο εκτόξευσε την ανεργία αλλά την έκανε μόνιμη και συχνά κληρονομική· παλιότερα, το να μείνεις άνεργος σήμαινε μετάβαση από τη μια θέση εργασίας στην επόμενη και καλυπτόταν από βραχυχρόνια επιδόματα. Για μεγάλους πληθυσμούς, η ανεργία που εξελίχθηκε σε αεργία έπληξε την ανδρική ταυτότητα, διέβρωσε την κοινωνική δομή και επιβράδυνε την κοινωνική κινητικότητα.
Η πολιτική της Μάργκαρετ Θάτσερ θεωρείται συνυπεύθυνη αυτής της υποβάθμισης, αν και για ορισμένες αποφάσεις, όπως το κλείσιμο των ορυχείων, είχε έρθει, αντικειμενικά, το πλήρωμα του χρόνου. Σ’ αυτό το κρίσιμο χρονικό σημείο, μειώθηκαν οι παροχές κοινωνικής πρόνοιας και άρχισε να προβάλλεται η ιδέα της ατομικής ευθύνης με τρόπο που προκάλεσε ντροπή σε μεγάλο μέρος των κατώτερων στρωμάτων. Η εμφάνιση όρων όπως «κουλτούρα εξάρτησης» και «περιοχές βύθισης» στιγμάτισαν ανθρώπους που είχαν χάσει τη δουλειά τους και δεν διέθεταν τα προσόντα ώστε να μεταπηδήσουν εύκολα σε διαφορετικό κλάδο. Η κουλτούρα εξάρτησης και η «βύθιση» υπήρχαν πραγματικά: στις δεκαετίες 1980 και 1990 3-4,5 εκατομμύρια Βρετανών ζούσαν αποκλειστικά με κρατικά επιδόματα. Και καθώες τα tabloids εκείνης της εποχής τους κατηγορούσαν για οικογενειακή διάλυση και αντικοινωνική συμπεριφορά, το ηθικό τους επλήγη και η αξιοπρεπής ταξική ταυτότητας του παρελθόντος χάθηκε. Αν και στο βιβλίο του ο Joel Budd δεν παραλείπει να τονίσει τον ρόλο της εκπαίδευσης σ’ αυτή την απώλεια ταξικού κύρους, φαίνεται να επιρρίπτει τις ευθύνες στους Συντηρητικούς —ένα μάλλον εύκολο επιχείρημα.
Όλα έχουν αλλάξει από το 1950-1960 όταν υπήρχε πλήρης απασχόληση και ο Βρετανός εργαζόμενος ήταν πειθαρχημένος και προκομμένος: ο στασιμοπληθωρισμός της δεκαετίας του 1970, οι λανθασμένοι χειρισμοί του Εργατικού Κόμματος, η μετανάστευση και η πολυπολιτισμικότητα που δίχασαν την εργατική τάξη (πράγμα που ο Budd δεν παραδέχεται) συνέβαλαν στην ανάδυση μιας γενιάς που γύρισε την πλάτη στην εργασία. Την ίδια εποχή επεκτάθηκε η χρήση ναρκωτικών δρόμου (κυρίως του κρακ) και η κουλτούρα των νεανικών συμμοριών· εμφανίστηκε φυλετική φτώχεια αμερικανικού τύπου η οποία εστιαζόταν σε συγκεκριμένες περιοχές —όπως τα παλιότερα αμερικανικά γκέτο. Παράλληλος μετασχηματισμός παρατηρήθηκε στη Γαλλία, ιδιαίτερα στα προαστιακά συγκροτήματα λαϊκών κατοικιών, όταν η εξω-ευρωπαϊκή μετανάστευση συνέπεσε με την αποβιομηχάνιση (στη Λιλ, στο Ρουμπαί, στο Σεν Ντενί)· πλην όμως, το γαλλικό κράτος κατάφερνε να πιάνει «στον αέρα» όποιον είχε την τάση να πέφτει. Ως εκ τούτου, στη Γαλλία δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για «underclass» όπως στη Βρετανία και στις ΗΠΑ.
Η σύνθεση αυτής της underclass στη Βρετανία είναι ποικίλη. Πολλοί μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς έχουν επιτύχει από κοινωνικοοικονομική άποψη (ιδιαίτερα Μαύροι Αφρικανοί οι Ινδοί), ενώ φαίνεται πως τις χειρότερες επιδόσεις στα σχολεία των υποβαθμισμένων συνοικιών τις έχουν τα λευκά αγόρια. Όπως και να ‘χει, αυτό το κοινωνικό στρώμα έχει διογκωθεί λόγω πολλών διαρθρωτικών οικονομικών αλλαγών, μετανάστευσης, εκπαιδευτικής ανισότητας και γενικότερα δύσκολης πρόσβασης σε πόρους: το φαινόμενο θυμίζει εκείνη την κατηγορία των ανθρώπων κάτω από τον πυρήνα της εργατικής τάξης που περιέγραφε ο Henry Mayhew στο «London Labour and the London Poor» κατά τον 19ο αιώνα. Το 2014 τα νοικοκυριά χωρίς κανέναν εργαζόμενο (workless households) υπολογίζονταν σε περίπου 3 εκατομμύρια (14,2% εκ των 21,4 εκατομμυρίων νοικοκυριών τον Απρίλιο-Ιούνιο του 2024, 13,9% τον Ιούλιο–Σεπτέμβριο) και οι νέοι 16-24 ετών εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή επαγγελματικής μαθητείας υπολογίζονταν σε 837.000 μόνο στην Αγγλία. Οι άστεγοι που κοιμούνταν στον δρόμο ήταν γύρω στα 4.000 άτομα («μόνο»), αλλά όσοι ζούσαν σε «βαθιά φτώχεια» —με εισόδημα πολύ κάτω από το όριο φτώχειας— ξεπερνούσαν τα 6 εκατομμύρια.
Η διαγενεακή φτώχεια στη Βρετανία δημιουργεί συγκεκριμένα πρότυπα συμπεριφοράς. Καθώς η underclass απορρίπτει πολλούς από τους κανόνες και τις αξίες της ευρύτερης κοινωνίας, οι νέοι δεν έχουν όρεξη για κοινωνική κινητοποίηση, υποτιμούν την εκπαίδευση και περιφρονούν τα συμβατικά μέσα οικονομικής ανόδου. Παρατηρείται αποξένωση από την κοινωνία και τους θεσμούς της, απελπισία, οργή, αίσθημα ότι μια καλύτερη ζωή δεν είναι εφικτή με νόμιμα μέσα. Αυτή η στάση συνδυάζεται είτε με παθητικότητα και αδιαφορία για τα κοινά, είτε με στροφή προς την ακροδεξιά· ιδίως προς τις ομάδες του περιθωρίου. Ούτε αυτό το αναγνωρίζει ο Budd.
Το Εργατικό Κόμμα και η κυβέρνηση Κιρ Στάρμερ τρέχoυν ένα πακέτο μέτρων που ίσως έχουν κάποιο αποτέλεσμα, αν και στην πραγματικότητα επικεντρώνεται στα δικαιώματα των εργαζομένων, όχι στην κατάσταση των αέργων. Για παράδειγμα, το Employment Rights Bill προστατεύει από άδικες απολύσεις, ενισχύει τις άδειες για ασθένεια και αυξάνει το κατώτερο ωρομίσθιο. Παραλλήλως, έχει ξεκινήσει το πρόγραμμα Youth Guarantee με το σύνθημα «κάθε νέος να σπουδάζει ή να εργάζεται» και εφαρμόζει μέτρα για πιο προσιτή στέγαση, φροντίδα των παιδιών (γονεϊκές άδειες, δωρεάν σχολικά γεύματα) και βοήθεια στους ενοικιαστές (η Local Housing Allowance πάντως έχει παγώσει στπ περσινό επίπεδο). Ταυτοχρόνως, ο Στάρμερ προσπαθεί να εκπονήσει μια πολιτική που να μην ευνοεί την απόκτηση παιδιών για είσπραξη επιδομάτων —κάτι που έχει καταντήσει μάστιγα στη Βρετανία και που ήταν αδιανόητο για την παραδοσιακή εργατική τάξη. Το Εργατικό Κόμμα καλείται σήμερα να μπει στο μυαλό ανθρώπων που σκέφτονται διαφορετικά από τον τυπικό ψηφοφόρο του 20ού αιώνα —εξάλλου, πάνω από το 50% των μελών της working class δεν ψήφισαν στις εκλογές του 2024, άρα δεν είναι και τόσο «ψηφοφόροι». Ενδεικτικά αναφέρω ότι το 1950 η συνολική αποχή από τις εκλογές ήταν 16,1%· μέχρι το 1966 είχε αυξηθεί σε 24,2% για να φτάσει, με διακυμάνσεις, το 40,6% το 2001.
Επιστρέφουμε στο βιβλίο του Joel Budd. Ο Βρετανός δημοσιογράφος ταξίδεψε σε όλη τη Βρετανία με σκοπό να καταρρίψει τους μύθους του Brexit και να αναδείξει τις αρετές της εργατικής τάξης, η οποία, κατά τη γνώμη του, παρουσιάζεται άδικα ως ξενοφοβική ή ρατσιστική, στενόμυαλη και «νησιωτική». Όμως, ένα μεγάλο μέρος αυτών των ανθρώπων ζουν σε υποβαθμισμένα βιομηχανικά κέντρα, σε θύλακες —συχνά στην περιφέρεια μιας μεγάλης πόλης — όπου κάποτε ζούσαν μόνο λευκοί εργάτες και ένιωθαν όλοι στον τόπο τους. Ο Budd χαρακτηρίζει τη σημερινή Βρετανία έναν αστερισμό από «αποικίες»: οι άποικοι δεν είναι μόνο ξένοι, αλλά και εσωτερικοί μετανάστες. Ίσως γι’ αυτό, στα ταξίδια του, ο Budd δεν εντόπισε κανενός είδους ξενοφοβία των λευκών Βρετανών για τους «εγχρώμους»— απλώς είναι όλοι ξένοι σε μια σχεδόν ξένη χώρα.
Η πολυμορφία δεν είναι καινούργια συνθήκη. Ο Budd αποδίδει την ανεκτικότητα σ’ αυτή τη μακρά παράδοση εισροών. Αλλά, ταυτοχρόνως, παραβλέπει ή υποτιμά την αλλοίωση της βρετανικής φυσιογνωμίας στις γειτονιές, στις πόλεις, στους τόπους εργασίας· τη ραγδαία εισαγωγή εθίμων και τρόπων συμπεριφοράς που είναι απαράδεκτες για πολλούς Βρετανούς. Το ύφος του βιβλίου είναι καθησυχαστικό —the kids are alright— με αποτέλεσμα να διαλανθάνει ακριβώς αυτό που θέλει να αναδείξει: η φωνή της λευκής εργατικής τάξης την οποία κανείς δεν θέλει να ακούσει.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Νομικά δεσμευτική η διακοπή εισαγωγών παρά τις αντιδράσεις Ουγγαρίας και Σλοβακίας
Παρέλυσαν οι αερομεταφορές - Πάνω από 1 κάτοικοι χωρίς ρεύμα
Ουρές στο ζωολογικό κήπο του Τόκιο για τον αποχαιρετισμό των δύο ζώων
Πώς η εργατική τάξη έχασε την υπερηφάνεια της και το Εργατικό Κόμμα τη φυσιογνωμία του
Ο υποψήφιος που διχάζει τη χώρα με το σύνθημα «τάξη ή χάος»
Η εξάρτηση της Ευρώπης ανά τα χρόνια από τον υπερατλαντικό σύμμαχό της
Σε εξέλιξη επιχείρηση για τον εντοπισμό και τη σύλληψη των δραστών
104 πολιτικοί κρατούμενοι αποφυλακίστηκαν την Κυριακή
«Έχουν κάνει καταπληκτική δουλειά», δήλωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ
Γεγονότα και πρόσωπα που σαν σήμερα «σημάδεψαν» την ιστορία
Το βίντεο που κάνει τον γύρο του διαδικτύου
Μετά τα αποκαρδιωτικά στοιχεία σχετικής έκθεσης προχωρά από την επόμενη χρονιά στα συγκεκριμένα μέτρα
Κατηγορείται για διαρροή πληροφοριών, ενώ παράλληλα χρηματιζόταν για να... μοιράζει προαγωγές
Ασαφή ακόμη τα κίνητρα της επίθεσης
Χαρακτήρισε «σπαρακτική τραγωδία» τον θάνατο του Αμερικανού νοσηλευτή που σκοτώθηκε από ομοσπονδιακούς πράκτορες
Τι αποκάλυψε η πρώην βουλευτής της ΝΔ που τον επέλεξε
Πάνω από 670.000 νοικοκυριά και καταστήματα χωρίς ρεύμα
Ήταν τυλιγμένη σε σεντόνι, την είχαν πετάξει σε κάδο απορριμμάτων
Ποιος ήταν ο Αμερικανός νοσηλευτής που πυροβολήθηκε από την ICE
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.