Visual Browsing
Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα

Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα

Αξίζει σίγουρα να τη δεις (και για την Τσανακλίδου που παίζει)
Margiatzela Seferian

City Guide Review

Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα
Ψηλά στο βουνό, μα με το βλέμμα στραμμένο στη θάλασσα, αναμετριέται με την αποκάλυψη των επιθυμιών του. (ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ)
Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα

Πώς καταλαβαίνεις πως μια παράσταση είναι σπουδαία; Όταν πας συναισθηματικά άνυδρος, έχοντας διασχίσει μια πόλη που μοιάζει με έρημο κι αυτή ξεσπάσει πάνω σου σαν λυτρωτική καταιγίδα. Μπορεί να σε έχει ποτίσει δε τόσο, που μετά, όταν βγεις να την κουβεντιάσεις σκηνή-σκηνή αν δίπλα σου αρχίσει, με αφορμή μια απόπειρα κλεψίματος ενός μικρού σκούτερ, μια μάχη με αίματα και ουρλιαχτά μεταξύ ενός χρήστη κι ενός φτωχοδιάβολου, να νιώθεις δυνατός ώστε να παρέμβεις κι όχι να κρυφτείς, αλλά κι όταν τελειώσει ο χαμός να επιστρέφεις στην πηγή της χαράς σου (συνέβη, έτσι ακριβώς). Αλλά και την άλλη μέρα σαν ξυπνάς να θέλεις και πάλι να πέσεις μέσα της.

Ένα διήγημα, «Η πρώτη αγάπη» του Ιωάννη Κονδυλάκη, δημοσιευμένο το 1919 που έμελλε να τύχει της προσοχής της κριτικής τόσο για το ύφος γραφής του όσο και για το θέμα του, γίνεται η πρώτη ύλη για το «όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα» του Άκη Δήμου.

Η πρώτη αγάπη: «….Μια μέρα, που ’παιζα με άλλα παιδιά, έπεσα κι έκαμα μεγάλη πληγή στο μέτωπο. Αίματα έτρεχαν κι έβαλα φωνές μεγάλες. Γυναίκες έτρεξαν κι επροσπάθησαν να μου σταματήσουν το αίμα και να με κατασυχάσουν. Αλλά μόνον όταν ήρθε το Βαγγελιό και μ’ άγγιξε το χέρι της κι άκουσα τη φωνή της, καταπραΰνθηκα με μιας. Μου ’βαλε κι αράχνη στην πληγή και το αίμα σταμάτησε. Έπειτα με σήκωσε στην αγκαλιά της και με πήγε σπίτι. Τι ευτυχία που μου ’δωκε κείνη η πληγή!»

image

Σχετικα
Εις μνήμην Έλλης Παπαγεωργακοπούλου
Εις μνήμην Έλλης Παπαγεωργακοπούλου

Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα:

ΓΙΩΡΓΗΣ (στη Βαγγελιώ)

Γδάρθηκα! Τρέχει αίμα!

Σχετικα
Νεκρή η σκηνογράφος και ενδυματολόγος Έλλη Παπαγεωργακοπούλου
Νεκρή η σκηνογράφος και ενδυματολόγος Έλλη Παπαγεωργακοπούλου

ΒΑΓΓΕΛΙΩ

Μην κουνηθείς! Θα σου βάλω μι’ αράχνη να σταματήσει.

ΓΙΩΡΓΗΣ

Όχι αράχνη, όχι! Αλλιώς.

ΒΑΓΓΕΛΙΩ

Πονηρέ!

(φιλάει το γόνατό του)

Πονάς ακόμη;

ΓΙΩΡΓΗΣ

Δεν πονώ. Τώρα δεν πονώ. Μα θέλω κι άλλο.

ΒΑΓΓΕΛΙΩ

Για χόρταση νομίζεις ότι είναι; Αφού γιατρεύτηκε η πληγή…

ΓΙΩΡΓΗΣ

Ψέματα είπα. Με καίει ακόμα.

ΒΑΓΓΕΛΙΩ

Εντάξει. Άλλη μια φορά, μα θα ‘ναι η τελευταία.

(ξαναφιλάει το γόνατό του)

Πάει η πληγή σου. Πέταξε.

ΓΙΩΡΓΗΣ

Κι αν ξαναπέσω; Αν ξαναγδαρθώ;

ΒΑΓΓΕΛΙΩ

Να προχωράς προσεκτικά. Γιατί μπορεί να μου τελειώσουν τα φιλιά και τότε –

Όχι, ο Δήμου δεν κάνει απλά μια απλή μεταποίηση ενός πεζού σε θεατρικό λόγο. Την αφορμή ζήτησε στο διήγημα προκειμένου να μιλήσει για το ξύπνημα του έρωτα με τρόπο ακριβό, που σε κάνει ευτυχισμένο γιατί μιλάς τη γλώσσα που γράφει. (Αναζητήστε το κείμενο, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σοκόλη). Στο διήγημα ο Γιώργης ενήλικας πια εξιστορεί την πρώτη του αγάπη για τη Βαγγελιώ, χρόνια μεγαλύτερή του, που κάνει τη μάνα του φούρκα. Ένας μη θριαμβευτικός έρωτας καθώς το κορίτσι θα κολλήσει φυματίωση. Ο Δήμου εκτός του ότι μοιράζει τον έρωτα στα τέσσερα καθώς δίνει πρωταγωνιστικό σ’ ένα σχεδόν ανύπαρκτο ρόλο του διηγήματος, στον «άντρα» και ξάδελφο του Γιώργη, κορφολογά εικόνες και τις μπολιάζει με το ταλέντο της γραφής του για να καρπίσουν άλλα άνθη με ευωδιά ερωτική που δεν αφήνει κανέναν από τους ήρωες αλώβητο ‒ μήτε τους θεατές.

ΜΑΝΑ

Ποιος νόμισε τον Έρωτα για φίλο; Ποιος για δροσιά και ποιος για περιβόλι; Κάψα είναι, ξέφωτο βαρύ, όλο συκιές με γάλα φαρμακερό. Τη μια στιγμή γλυκαίνεσαι και την άλλη φτύνεις φαρμάκι. Πονάει το κορμί σου ως μέσα στα νύχια, ξέπνοος πας, σκάβεις λαγούμι με τα δόντια να κρυφτείς. Ξεγέλασμα είναι ο έρωτας. Νίκησα! λες, και κροταλίζουνε στα πόδια σου οι αλυσίδες κι από πάνω σου νυχτερίδες με το σάλιο τους γκρίζο να βρέχει τις ώρες σου. Δράκος είν’ ο έρωτας, δράκος θυελογέννητος…

image

Αν ο Κονδυλάκης φλερτάρει στο διήγημα με τη νεόκοπη, ακόμη τότε, ψυχανάλυση, ο Δήμου όταν γράφει το δικό του έργο η ψυχανάλυση έχει μετρήσει άλλα 96 χρόνια και στο μεταξύ έχουν προστεθεί και άλλες σπουδές, απαλλαγμένες από στερεότυπα και φόβους για τ’ ανομολόγητα πάθη. Όλη αυτή τη γνώση την κάνει ποίημα, αλλά με μαεστρία που δεν προδίδει το αίσθημα της εποχής και των ηρώων.

ΑΝΤΡΑΣ

Τι ζήτησες;

ΓΙΩΡΓΗΣ

(μετά από παύση)

Να γιατρευτώ απ’ την αγάπη.

ΑΝΤΡΑΣ

Ποια αγάπη;

ΓΙΩΡΓΗΣ

Όποια δεν έχω.

(μικρή παύση)

Κι όποια με παιδεύει.

ΑΝΤΡΑΣ

Δεν θα βρεθεί Θεός για να σ’ ακούσει.

ΓΙΩΡΓΗΣ

Είσαι άπιστος.

ΑΝΤΡΑΣ

Πιστεύω ό,τι με καίει. Σ’ ό,τι ακουμπάν τα δάχτυλά μου και τραντάζομαι. Σ’ ό,τι βυθίζομαι και σ’ όποιον με βυθίζει. Θεός είναι κι αυτός. Ένας Θεός που αντέχει τις πληγές μου. Και που γεννάει αγκαλιές για να κοιμούνται οι πόνοι. Με γδέρνει η πίστη μου, έτοιμος είμαι κάθε στιγμή να τιμωρηθώ.

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Σκουρλέτης τα τελευταία χρόνια μάς δίνει τη δική του εικόνα για την ελληνικότητα – κι ευτυχώς, για εμάς. Οι προηγούμενες παραστάσεις, αν και οι περισσότερες εξαιρετικά καμωμένες, άρχισαν να μοιάζουν επικινδύνως ως προς τον φορμαλισμό. Τούτη εδώ είχε τη νοστιμιά που έχει ένα ψωμοτύρι σαν πεινάς πολύ, μια ντομάτα κομμένη στα τέσσερα με λίγο αλάτι και ρίγανη. Και όχι μην πάει το μυαλό σας σε ρομαντική αναπαράσταση ηθογραφίας. Όλα είναι απόρροια μοναδικής καλλιτεχνικής έμπνευσης (και η μουσική του Κώστα Δαλακούρα, που στηρίζεται σε κρητικά μουσικά μοτίβα – περιμένω τη στιγμή που θα κυκλοφορήσουν οι μουσικές του από τις παραστάσεις των bijoux de Kant).

image

Σαν αντικρίζεις τη σκηνή υπάρχουν εκείνα τα αντικείμενα-φετίχ που έχεις μάθει από τις άλλες παραστάσεις των Bijoux de kant: το τραπέζι για ν’ ανυψώσει τους ήρωες και το κρεβάτι με τον τραυματισμένο σομιέ να φιλοξενεί τα πάθη του έρωτα. Μια εσάρπα κι ένα σεμεδάκι για τη μάνα και το σπίτι, μια τραχιά κάπα βοσκού για τον άνδρα, ένα μαύρο φόρεμα σάβανο αλλά και σεξουαλικός κορσές για το κορίτσι, ένα παντελόνι αναγνωρίσιμο ρούχο όλων των μεροκαματιάρηδων του ’50, ένα σκηνικό χώρο οριοθετημένο από δοκάρια και ξεβρασμένα ξύλα να μυρίζει θάλασσα και να υπονοείται το χειροποίητο της φτώχιας. Και σε λίγο, όταν η Τάνια Τσανακλίδου ξεκινάει το «μια φορά κι ένα καιρό» τραγουδώντας το «Αρμενάκι», η ιστορία αρχίζει.

Η γνώριμη από την ομάδα Λένα Δροσάκη στην πιο ώριμη, ίσως, ερμηνεία της: μια γύπας και μια νεράιδα, μια ζωντανή και μια νεκρή. Ο Νικόλας Αγγελής, κι ας είχε μια έγνοια να στρώνει κάθε λίγο τα μαλλιά του, στάθηκε ιδανικό παιδί και άνδρας (στεγνωμένος και γεμάτος με χυμούς). Ο Γιάννης Παπαδόπουλος σε υποχρεώνει να σημειώσεις στην ατζέντα τ’ όνομά του σ’ αυτούς που θέλεις την καριέρα τους να παρακολουθήσεις. Κι αν γι’ αυτό το ρόλο δεν πάρει κάποιο βραβείο το ’χει πάρει από τους θεατές που το όνομά του μνημόνευαν καθώς στέκονταν μετά στην έξοδο του θεάτρου. (Να κι ένα άλλο μέτρο για να μετρήσεις την επιτυχία. Όταν δεις τους θεατές να μένουν για ώρα μετά απ’ έξω ώστε να μοιραστούν περισσότερη ώρα τη συνενοχή ‒ διαφορετικά όπου φύγει φύγει να ξεχάσουν το χαμένο χρόνο). Τέλος, η Τάνια Τσανακλίδου. Πολλές φορές ως τραγουδίστρια, δίνει εκκωφαντικές (παθιασμένες, λένε άλλοι) περφόρμανς. Εδώ έρχεται να εκπλήξει με την υπόκωφη, προσεγμένη (γιατί όχι και σπαραχτική) ερμηνεία της ‒ μια ολοκληρωμένη ηθοποιός στο ρόλο της μάνας, αιώνιας ερωμένης και φυλακής για ένα γιο.

image

ΜΑΝΑ

Ακόμη δεν κρύωσε η κούνια σου!

ΓΙΩΡΓΗΣ

Πάει καιρός που δεν χωράω στην κούνια.

ΜΑΝΑ

Να τα μας και γλώσσα!

ΓΙΩΡΓΗΣ

Και γλώσσα έχω και να μιλάω ξέρω.

ΜΑΝΑ

Αν είναι να λες τέτοιες προστυχιές, στην κόβω.

ΓΙΩΡΓΗΣ

Αλήθειες λέω. Τις νύχτες που κοιμάσαι μεγαλώνω.

ΜΑΝΑ

Να ξαγρυπνάω τότε.

Info: Ως 21/2, Θέατρο Τέχνης, Φρυνίχου, Φρυνίχου 14, Πλάκα, 2103222464 & 2103236732 

Δειτε επισης

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5