Shares

Αποχαιρετισμός στο Interview

ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ - ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ POP ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ ΚΛΕΙΝΕΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ
ΤΕΧΝΕΣ

Μπαίνοντας στη σελίδα του interviewmagazine.com βλέπεις ακόμα το banner, ειρωνικά στην πρώτη θέση, ποιος ξέρει για πόσο ακόμα (δείτε το πριν το κατεβάσουν), να καλεί τους επισκέπτες: «Υπογράψτε εδώ για το newsletter του Interview. Η κρυστάλλινη σφαίρα της pop κατευθείαν στο inbox σας».

Κρυστάλλινη σφαίρα της pop – αυτή ήταν η ονομασία που είχε δώσει το κοινό στο περιοδικό που έστησε ο Andy Warhol το 1969 και έγραψε μία συγκλονιστική τροχιά δημιουργώντας στην ουσία ένα ολόκληρο ρεύμα στον εκδοτικό χώρο αλλά και σαν περιοδικό-αξεσουάρ, δίνοντας τον τίτλο του hype σε όποιον το κρατούσε ή φύλαγε τα 40,6 x 55,8 cm και βάρους περίπου 1,5 κιλό το καθένα, τεύχη στο πάτωμα, στο καθιστικό του. Το περιοδικό συνέχισε να μεγαλώνει όμορφα ακόμα και μετά τον θάνατο του Warhol αλλά τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα καθώς και σκάνδαλα σεξουαλικής παρενόχλησης που συνέβαιναν στην εταιρεία. Στις 22 Μαΐου του 2018, το περιοδικό (και το site) ανακοίνωσε ότι κατεβάζει τα ρολά, βάζοντας κυριολεκτικά τέλος σε μία ολόκληρη εποχή.

Η αρχή

Πίσω, στα 1969, το περιοδικό ξεκίνησε σαν μία ιδέα-για-πλάκα, όπως οι περισσότερες του Warhol. Ο φίλος του Gerard Malanga είχε πει σε συνέντευξή του ότι το inter/VIEW (όπως ήταν η κανονική ονομασία – λογότυπο) ξεκίνησε σαν κινηματογραφικό περιοδικό για να παίρνει η παρέα του Factory τζάμπα προσκλήσεις για κινηματογραφικά φεστιβάλ αν και ο ίδιος ο Warhol έλεγε ότι το έκανε επειδή, απλώς, ήθελε να δώσει «στα παιδιά του Factory» κάτι παραγωγικό να κάνουν. Στο πρώτο τεύχος, στο εξώφυλλο ήταν φωτογραφημένοι γυμνοί ηθοποιοί avant-garde ταινιών.

Στην ουσία, το περιοδικό έμοιαζε να είναι μία ανοιχτή πρόσκληση σε μία οποιαδήποτε βραδινή μάζωξη αυτής της μεγάλης κοινότητας, σε ένα πάρτι με τα παιδιά του Andy: από τους Velvet Underground μέχρι celebrities, αναρριχώμενους κοσμικούς, κατεστραμμένους θαμώνες του Studio 54, έξαλλα punk παιδιά από το CBGB και το Mud Club, καλλιτέχνες, μυαλά που έτρεχαν με χίλια, όλη τη δημιουργική φλέβα της Νέας Υόρκης σε συζητήσεις/συνεντεύξεις με τον τρόπο του Andy: δηλαδή από το Α στο Β και πάλι από την αρχή. 

Δεν είναι τυχαίο που το ξεκίνημα του περιοδικού έγινε την ίδια εποχή που κυκλοφόρησαν στην αγορά τα πρώτα κασσετοφωνάκια με τα οποία μπορούσες να ηχογραφήσεις τα πάντα. Ήταν η αρχή της γενιάς των gadget και της εποχής των άχρηστων trivia που τόσο πολύ χρησίμευαν σαν λεπτομέρειες αυτού που πραγματικά ονομάζεται «τρόπος ζωής», του lifestyle. Ο Andy έλεγε στους συντάκτες του: «Νομίζω ότι πρέπει να γράφετε λιγότερο και να ηχογραφείτε περισσότερο. Είναι πιο μοντέρνο».

Κι έτσι δημιουργήθηκε αυτό το φορμά συνέντευξης που κανένας, πριν, δεν είχε κάνει και επρόκειτο να δημιουργήσει ρεύμα σε όλα τα μοντέρνα περιοδικά των μεγάλων πόλεων του κόσμου.

Ήταν η εποχή που άρχιζε το μεγάλο ταξίδι των πληροφοριών. Τα αγγλικά είχαν αρχίσει να ομιλούνται από πολλούς νέους. Η ελπίδα έμοιαζε ευκολοφόρετη, η μουσική pop και οι ελεύθερες τέχνες εξαπλώνονταν παντού, μαζί με τον καινούργιο κινηματογράφο, το gay κίνημα, τις global διακοπές, τη μόδα, το στιλ του δρόμου, τις φωτογραφίες στιγμής. Οι polaroids έγιναν το πρώτο instagram και τα περιοδικά ήταν τα πρώτα social media – χμ, οκ, με πολύ καλύτερη αισθητική. Ήταν η εποχή που οι άνθρωποι ξεκολλούσαν πιο εύκολα από τις οικογένειές τους, σχημάτιζαν τις νέες οικογένειες, αυτές που επέλεγαν οι ίδιοι – τους φίλους τους.

Φίλος, στο πλευρό του Warhol εκείνη την πρώτη χρονιά ήταν ο βρετανός δημοσιογράφος John Wilcock, γνωστός για την πορεία του στα underground περιοδικά, για τους εναλλακτικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς του και για την ταξιδιωτική του στήλη στους  New York Times. Επίσης ήταν ο ένας από τους πέντε συν-ιδρυτές της περίφημης νεοϋορκέζικης Village Voice που κυκλοφόρησε το 1955 και αργότερα της «άλλης» ελεύθερης εφημερίδας, της East Village Other.

Τα πέντε χρόνια που κράτησε η συνεργασία του με τον Andy Warhol, ο Wilcock ηχογραφούσε τις απαντήσεις που του έδιναν οι πιο στενοί συνεργάτες του Warhol, στην ερώτηση «πώς θα τον περιέγραφες;». Τα αποτελέσματα κυκλοφόρησαν το 1971 σε βιβλίο, «Η Αυτοβιογραφία και η Σεξουαλική Ζωή του Andy Warhol» που πουλιόταν για 5 δολάρια και τώρα έχει γίνει μία συλλεκτική, πανάκριβη έκδοση. Όπως όλα όσα άγγιζε ο Warhol.

Mέσα σε ένα χρόνο, το 1970, το Inter/VIEW άρχισε να αλλάζει προσανατολισμό. Άρχισε να γίνεται hype. Εκείνες τις πρώτες μέρες, παρά τη χαμηλή του κυκλοφορία, δωρεάν αντίτυπα μοιράζονταν στο «in-crowd» της πόλης, δημιουργώντας συζητήσεις, φήμες και εξαιρετική διαφήμιση.

Το 1970, ο Bob Colacello, συγγραφέας και κινηματογραφικός κριτικός της Village Voice, έγραψε μία κριτική για το Trash, την ταινία του Andy Warhol, την οποία χαρακτήρισε σαν «ένα σπουδαίο Ρωμαιοκαθολικό αριστούργημα». Φράση αρκετή για να τον προσέξει ο Warhol, ο οποίος του έδωσε τη θέση του εκδότη στο περιοδικό, και στην οποία παρέμεινε τα επόμενα 12 χρόνια, πραγματικός στυλοβάτης του εντύπου αλλά και της επιχείρησης στην οποία αυτό είχε εξελιχθεί. Ο Warhol, θυμάται ο Colacello, τον πίεζε να αλλάξει το όνομά του σε Bob Cola, «για να είναι πιο pop». Πόσο πιο pop.

© Becca923 from San Francisco, USA - Andy Warhal Museum. Pittsburgh, PA / Wikimedia Commons

O Warhol συνέχιζε να κυκλοφορεί στους δρόμους του Μανχάταν και να μοιράζει το περιοδικό στους Νεοϋορκέζους. Η πόλη είχε αρχίσει να μιλάει για αυτό, και όχι μόνο για τις μπλαζέ συνεντεύξεις αλλά και για την αισθητική του – ένα μεγάλο κεφάλαιο του Interview και της μοντέρνας γραφιστικής που το υπέγραφε, από το 1972 μέχρι το 1989, ο Richard Bernstein.

Ο Richard Bernstein ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Αμερικάνους καλλιτέχνες της Pop art και «παιδί του Factory» που ζούσε τα περισσότερα χρόνια της ενήλικης ζωής του, μέχρι τον θάνατό του, το 2002, στο μυθικό Chelsea Hotel. Τα εξώφυλλα που δημιουργούσε για το Interview έγιναν τόσο κλασικά που, το 1990, του ανατέθηκε από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Ηνωμένων Εθνών να φιλοτεχνήσει ένα γραμματόσημο.

Μία από τις προσωπικότητες τις οποίες είχε φιλοτεχνήσει για εξώφυλλο του περιοδικού, η Paloma Picasso είχε πει: «Ο Richard Bernstein δημιουργεί σταρ στα πορτρέτα του. Αναδεικνύει τα πρόσωπά τους, τους δίνει μία διάσταση μεγαλύτερη-από-μυθιστόρημα. Βάζει εξυπνάδα στα όμορφα πρόσωπα, φαντασία στους πλούσιους, βάθος στους λαμπερούς και προσθέτει άμεσα πατίνα στους πρωτοεμφανιζόμενους».

Δεν είναι τυχαίο που ο Warhol ήθελε να δημιουργεί σταρ στα εξώφυλλά του. Εξώφυλλα που δημιούργησαν σχολή: Το τεράστιο, παιδικό μουτράκι του πρωτοεμφανιζόμενου Leonardo DiCaprio, ένας ολόλαμπρος Stevie Wonder, ο Jack White με κούρεμα α-λα Ψαλιδοχέρης, η Keira Knightley με ένα τσιγάρο στο στόμα. Ήταν μία από τις στρατηγικές του: δίπλα στα εξώφυλλα με τους σταρ, άλλα εξώφυλλα με διάφορες πλούσιες, κοσμικές κυρίες, συζύγους γνωστών, μεγάλων ονομάτων του επιχειρηματικού κόσμου.

Μόλις κυκλοφορούσε το τεύχος, σίγουρα οι sugar daddies των κυριών θα αγόραζαν τη δοκιμαστική εκτύπωση με την υπογραφή του εκδότη πάντα, για να την κορνιζάρουν πάνω από το τζάκι. Ήταν η εποχή που το περιοδικό ονομάστηκε InterVIEW, δίνοντας στον Warhol εκείνη την περιζήτητη δικαιοδοσία να δημιουργεί celebrities, απλώς αγγίζοντάς τους στον ώμο. Ήταν η εποχή του «όλοι στο μέλλον θα είναι διάσημοι για 15 λεπτά». Όταν ρώτησαν τον Warhol σε μία συνέντευξη, πώς είναι όταν μεθάει, εκείνος απάντησε: «Λέω σε όλους ότι θα τους κάνω εξώφυλλο στο Interview».

Το ίδιο συνέβαινε και με συνεντεύξεις με μεγάλα ονόματα από τον κόσμο των επιχειρήσεων – τέτοιες που, κάποια στιγμή, θα απέδιδαν στον ίδιο και στην ομάδα του, δωρεάν ρούχα, γεύματα, τρόφιμα και δωράκια. Η δικαιολογία ήταν ότι το Interview θέλει να ανακαλύπτει τον σταρ μέσα στα πιο απρόοπτα ονόματα, στον οποιονδήποτε. Και πολλές φορές, τι αστείο, το κατάφερνε.

Αυτές οι περιβόητες συνεντεύξεις

Τα 70s ήταν η εποχή που κυριαρχούσαν οι μεγάλες, σοβαρές συνεντεύξεις όπως εκείνες που δημοσίευε το Playboy. Συνεντεύξεις που διαρκούσαν μέρες για να γίνουν, κάλυπταν ώρες πολλές ηχογράφησης και απομαγνητοφώνησης, περνούσαν από σκληρό, χρονοβόρο και λεπτομερές editing. Ανάλογος ήταν και ο τρόπος που διαβάζονταν · απαιτούσαν τον καθωσπρεπισμό της βαρυσήμαντης δήλωσης και της εκ βαθέων παρατήρησης από τον δημοσιογράφο.

Οι συνεντεύξεις που ζήτησε ο Warhol ανέτρεψαν τα πάντα. Ήταν βερμπαλιστικά πυροτεχνήματα γεμάτα άχρηστες (;) λεπτομέρειες από τη συνάντηση δημοσιογράφου και ερωτώμενου. Όπως είπε κάποιος, «ο αναγνώστης ένοιωθε σαν να είναι μία μύγα στο δωμάτιο που παρακολουθούσε τα πάντα». Ερωτήσεις προσωπικές, μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας –«τι έφαγες για πρωινό;»- παρενθέσεις όπως (γέλια), απόδοση ακόμα και των εχμμ… και ναι, αλλά… Και ανάμεσα σε αυτά συνταρακτικές ή σουρεαλιστικές ατάκες ειπωμένες με τον πιο απλό τρόπο. Ο John Lennon σε μία τέτοια συνέντευξη είχε διηγηθεί πώς είδε ένα UFO από το παράθυρό του στο Μανχάταν. Ο Salvador Dali, εξομολογούμενος στην τρανσέξουαλ ηθοποιό και αγαπημένο «παιδί του Factory» Candy Darling, είχε πει πώς προτιμάει τον καναπέ του «υγρό από τα σάλια της Mae West», μία σουρεαλιστική αναφορά στην sa-leeva σεξοβόμβα… Ο David Bowie είχε μιλήσει με ειλικρίνεια για την ψυχική ασθένεια του αδερφού του.

Μία άλλη πρωτιά για το InterVIEW ήταν οι συνεντεύξεις από διάσημους σε διάσημους. Είδος που διατηρήθηκε μέχρι σήμερα – και φυσικά κοπιαρίστηκε.

Ο Will Ferrell να μιλάει στον Joaquin Phoenix και να τον ρωτάει για το κοινωνικό του άγχος και γιατί σιχαίνεται τόσο πολύ τις συνεντεύξεις. Το 2013, η Erykah Badu ρωτούσε τον Kendrick Lamar για τα χρόνια που ζούσε στο Compton. Το 2017, ο Elton John πήρε συνέντευξη από τον (παλαιότερα φανατικό εχθρό του) Eminem, διαπιστώνοντας ότι αυτό που τους κάνει φίλους τελικά είναι η κοινή τους αγάπη για το hip-hop. Οτιδήποτε αρκεί να συζητηθεί.

Στις συνεντεύξεις που έκανε ο ίδιος ο Andy συνήθιζε να κουβαλάει μαζί του ολόκληρο «επιτάφιο», φίλους, συνεργάτες, οι οποίοι σχολίαζαν, δημιουργούσαν ατμόσφαιρα, συνέβαινε ένα happening – και αυτό ήταν που ηχογραφούσαν και, μετά, απομαγνητοφωνούσαν για να βγει η συνέντευξη. Ο ίδιος μπορεί να ήταν «ντροπαλός» αλλά μέσα στο δικό του περιβάλλον χαλάρωνε, γινόταν περίεργος, αστείος, δηκτικός, φλέρτυ και το ίδιο ζητούσε και από αυτόν που είχε απέναντί του.

Το 1977 στο περιοδικό δημοσιεύτηκε, ίσως η πιο διάσημη από τις συνεντεύξεις, του Warhol από τον ίδιο τον εαυτό του, δια χειρός του συνεργάτη του Glenn O’Brien. Εκεί δήλωνε ότι το πρώτο του καλλιτεχνικό έργο ήταν οι χάρτινες κούκλες που έκοβε με το ψαλίδι και έντυνε σε ηλικία 7 ετών, ότι ο πρώτος καλλιτέχνης που τον ενέπνευσε ήταν ο Walt Disney με τη Χιονάτη του, ότι λάτρευε τις έτοιμες σούπες στις κονσέρβες της Campbell και ότι αυτό ήταν το καθημερινό του γεύμα επί 20 χρόνια.

Μετά τον Andy

Μετά τον θάνατο του Warhol το 1987, το περιοδικό πέρασε στην Brant Publications του Peter M. Brant, ενός φιλότεχνου, συλλέκτη, φιλάνθρωπου και τεχνοκράτη επιχειρηματία, συν-εφευρέτη της ανακύκλωσης χαρτιού και παιδικού φίλου του Ντόναλντ Τραμπ. Ήταν η περίοδος που η ύλη του αποτελούνταν από το ακριβές ποσοστό του 60% θέματα και 40% ιλουστρέ διαφημίσεις. Το 1989, επικεφαλής μπήκε η Ingrid Sischy, μία κριτικός τέχνης με ισχυρή θέση στο χρηματιστήριο της τέχνης της Νέας Υόρκης. Μετά από 18 χρόνια όμως, η Ingrid ερωτεύτηκε την σύζυγο του αφεντικού, την Sandra Brant. Το αίσθημα ήταν αμοιβαίο, κι έτσι οι δύο ερωτευμένες γυναίκες αποφάσισαν να φύγουν από την εταιρεία, πουλώντας στον Peter Brant το υπόλοιπο μισό, μερίδιό τους στο Interview. Για την ιστορία, οι δυό τους δούλεψαν επί χρόνια σαν διεθνείς editors του ιταλικού, ισπανικού και γερμανικού Vanity Fair. Πόσο θα χαιρόταν ο Andy με αυτή την εξέλιξη. Πόσο «Factory kids».

Η εποχή του μεγάλου Fabien Baron

Το 2008 το περιοδικό επαναλανσαρίστηκε υπό τη διεύθυνση του Fabien Baron, του εμπνευσμένου δημιουργού ο οποίος έγινε γνωστός για διαφημιστικές καμπάνιες που έμειναν κλασικές. Πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής στα καταστήματα Barneys, ο άνθρωπος που απογείωσε την ιταλική Vogue και το Harper's Bazaar, ο ίδιος που επί 20 χρόνια έκανε κλασικές τις διαφημιστικές καμπάνιες του Calvin Klein καθιερώνοντας τη φίρμα σε ένα νέο, δυναμικό (και σέξι) κοινό. Ο Baron το 1992 σχεδίασε το φωτογραφικό άλμπουμ Sex της Madonna, με τις φωτογραφίες του Steven Meisel και σκηνοθέτησε το ομώνυμο ντοκιμαντέρ.

Το πρώτο εξώφυλλο της νέας εποχής του περιοδικού ήταν «η ασημένια Kate Moss σαν διάβολος» φωτογραφημένη από τους Mert Alas και Marcus Piggott, ένα «μεταλλικό» εξώφυλλο που συζητήθηκε, σαν φόρος τιμής στην ασημί/μεταλλική εποχή του Factory. Τον Δεκέμβριο του 2013 το εξώφυλλο με την τόπλες Claire Danes, φωτογραφημένη από τον ίδιο τον Baron, έγινε πάλι αντικείμενο συζήτησης – κυρίως επειδή το άρθρο που συνόδευε την φωτογράφηση, υπέγραφε ο Dustin Hoffman. Τον Φεβρουάριο του 2014, ο σκηνοθέτης Steve McQueen έγραψε το cover story για τον Kanye West σε μία σκοτεινή, περίεργα θρησκευτική φωτογράφηση από τον Steven Klein.

Το τέλος

Στην τελευταία του περίοδο, το περιοδικό είχε σαν διευθυντή σύνταξης τον Fabien Baron, τον Karl Templer διευθυντή του δημιουργικού και τον Nick Haramis αρχισυντάκτη. Μέση μηνιαία κυκλοφορία, 223.000 φύλλα.

Τον περασμένο Φεβρουάριο, το περιοδικό αναγκάστηκε να αφήσει τα γραφεία που διατηρούσε στο Σόχο στο κέντρο της Νέας Υόρκης, μη μπορώντας άλλο να πληρώνει τα ενοίκια. Ο Fabien Baron και η σύζυγός του, στιλίστρια Ludivine Poiblanc, μήνυσαν την εταιρεία Brant Publications απαιτώντας τις απλήρωτες αμοιβές τους που ξεπερνούσαν τα 600 χιλιάδες δολάρια. Παράλληλα, ένας από τους διευθυντές μόδας παραιτήθηκε μετά από κατηγορίες για σεξουαλική παρενόχληση. Υπήρξαν κάποιες φήμες ότι το περιοδικό θα περνούσε στα χέρια της Penske Media, που εκδίδει τα Rolling Stone, WWD και Variety, με ενίσχυση από σαουδαραβικά κονδύλια, αλλά τίποτα δεν επιβεβαιώθηκε.

«Μετά από 10 μήνες στη δουλειά που πάντα ονειρευόμουνα, στο @InterviewMag, σήμερα είναι η τελευταία μου μέρα καθώς το περιοδικό κλείνει» έγραψε στο Twitter την περασμένη Δευτέρα, ο Trey Taylor, επικεφαλής συντάκτης της online έκδοσης. Το ίδιο επιβεβαίωσε στο CNN και ένας από τους συντάκτες: «Κλείνουν άμεσα το έντυπο και η διαδικτυακή σελίδα του Interview».

Σχεδόν ένα χρόνο μετά το κλείσιμο του άλλου εμβληματικού νεοϋορκέζικου εντύπου, της Village Voice, η κρυστάλλινη σφαίρα της pop σταματάει να κοιτάζει τα αστέρια της.

Μετά από 50 χρόνια, αυτή η Βίβλος της εμμονής και της μοντέρνας αστικής κουλτούρας κλείνει την τελευταία της σελίδα με τον πιο άδοξο τρόπο.

Σε μία συνέντευξή του, πριν καιρό, ένας από τους editors του περιοδικού είχε πει ότι «Σε μία εποχή με social media και διαδικτυακή επικοινωνία, πολλές από αυτές τις ιδέες σχετικά με το τι σημαίνουν οι εικόνες, και τι σημαίνουν οι celebrities και τι νόημα έχει η διασημότητα, με έναν παράξενο τρόπο έχουν οδηγήσει ξανά τον κόσμο πολύ κοντά στις ιδέες του Warhol».

Μπα, όχι. Τα πράγματα είναι χειρότερα.

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5