Visual Browsing

Η Βασιλική Σαραντοπούλου διηγείται τα ωραιότερα παραμύθια στην Αθήνα

Κι η παράστασή της έχει τίτλο «Ο άντρας, η γυναίκα, η σκιά και άλλες ιστορίες για μεγάλους»

«Θέλω συντροφιά. Δεν μπορώ πια μόνος.” Αμέσως εμφανίστηκε μπροστά του ένα πλάσμα, όλο σκιά...». Με υλικό λαϊκά παραμύθια από την παγκόσμια προφορική παράδοση, η ηθοποιός Βασιλική Σαραντοπούλου φτιάχνει μια αφηγηματική παράσταση για ενήλικο κοινό που φιλοξενείται σε σπίτια και μη θεατρικούς χώρους.

Όταν ο άνθρωπος αντίκρισε τη σκιά του για πρώτη φορά...
Όταν ταξίδεψε από έρωτα μακριά, για να βρει το ωραιότερο δώρο...
Από εκεί που «πας και δεν ξαναγυρνάς», μέχρι εκεί που το καλοκαίρι δεν τελειώνει ποτέ...

Αγαπημένες, γνωστές και πρωτότυπες μελωδίες, αυτοσχέδιοι ήχοι, αποσπάσματα από ποιήματα, σχολιάζουν και εμπλουτίζουν την αφήγηση φέρνοντάς τη κάθε φορά στο εδώ και το τώρα. Χωρίς ιδιαίτερο φωτισμό και τεχνικά μέσα, σε μια οικεία, «σπιτική» ατμόσφαιρα, όπως περίπου, από πάντα, φτιάχνονται και λέγονται οι ιστορίες, άλλοτε για διασκέδαση και άλλοτε για παρηγοριά.

«Οι άνθρωποι κατάλαβαν κι αγκαλιάστηκαν σφιχτά, πολύ σφιχτά, τόσο που η σκιά χάθηκε...»

Σχετικα
Λογοκρισία made in Cyprus
Λογοκρισία made in Cyprus

Η Βασιλική Σαραντοπούλου σπούδασε υποκριτική και θεατρολογία στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών στη Θεσσαλονίκη. Έχει συμμετάσχει ως ηθοποιός σε παραστάσεις των Μάνου Βακούση,  Γιάννη Καλαβριανού, Νικήτα Τσακίρογλου, Μελίνας Σκούφου, Φωτεινής Μπάνου, Πέρη Μιχαηλίδη και άλλων, ενώ παράλληλα έχει εργαστεί ως αναπληρώτρια εκπαιδευτικός θεατρικής αγωγής στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. 

Η αφηγηματική παράσταση «Ο άντρας, η γυναίκα, η σκιά και άλλες ιστορίες για μεγάλους» ξεκίνησε να παρουσιάζεται το Μάιο του 2017, σαν μια απόπειρα σύνδεσης και ερμηνείας του παραμυθικού λόγου με το παρόν, σαν ένας άμεσος, προσωπικός μονόλογος που επιχειρεί να ταξιδέψει  μαζί με τους θεατές σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης εμπειρίας.

«Θα ήθελες να ζήσεις εδώ; για πάντα; για πάντα νέος; Αυτή είναι η γη του αιώνιου καλοκαιριού και ούτε η λύπη, ούτε τα γηρατειά, ούτε ο θάνατος μπορούν να σε βρουν εδώ…»

Σχετικα
Ο Σπύρος Μιχαλόπουλος γράφει το Λεξικό του Σεξ και το κοινό κλαίει από τα γέλια
Ο Σπύρος Μιχαλόπουλος γράφει το Λεξικό του Σεξ και το κοινό κλαίει από τα γέλια

Επιδιώκεις τη «σπιτική ατμόσφαιρα», αυτή την αίσθηση δηλαδή μιας οικειότητας που καταργεί τη σύμβαση μεταξύ κοινού και ηθοποιού, σκηνής και παρισταμένων. Η παράστασή σου παίζεται σε μη θεατρικούς χώρους, σε καφενεία, σε διαμερίσματα. Αυτό προκύπτει σαν ένα μανιφέστο από πλευράς σου; Σαν ένα καλλιτεχνικό statement; Μια μοναχική πορεία δηλαδή, εκτός της κεντρικής θεατρικής σκηνής, όπου τα ρεπερτόρια είναι συγκεκριμένα, μην αφήνοντας τα «μικρά» να αναπνεύσουν, μια επιλογή που προήλθε από ανάγκη για έκφραση, απελευθέρωση και ρήξη; Μοναχική πορεία διανύω έτσι κι αλλιώς. αλλά με πολλές σημαντικές συναντήσεις που έφτιαξαν αυτό που είμαι σαν ηθοποιός. Δεν πιστεύω ότι η «κεντρική» θεατρική σκηνή δεν αφήνει τα «μικρά» να αναπνεύσουν. Άλλωστε η ίδια η ιστορία έχει δείξει πως ό,τι καινούριο έχει συμβεί στο θέατρο, έχει συμβεί από τα «μικρά». Ό,τι είναι να αναπνεύσει, θα αναπνεύσει. Όταν δεν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες, αλλά θέλεις και έχεις ανάγκη να επικοινωνήσεις κάτι, καλείσαι να παίξεις με ό,τι έχεις, καλείσαι να δημιουργήσεις εσύ τις δικές σου συνθήκες. Δεν υποτιμώ τις όποιες δυσκολίες, τις έχω βιώσει άλλωστε, αλλά πιστεύω ότι η ανάγκη και η επιθυμία για έκφραση, επικοινωνία και απεύθυνση πρέπει να μπαίνει πάνω από αυτές. Αυτό θα έλεγα ότι είναι το καλλιτεχνικό μου statement: να φτιάχνεις κάτι όσο καλύτερα γίνεται, στο πλαίσιο που είσαι και με τα μέσα που διαθέτεις κάθε φορά, και να θέλεις να το απευθύνεις, να το μοιραστείς. Και αυτό, ναι, είναι μια απελευθέρωση, γιατί τελικά δεν χρειάζονται και πολλά πράγματα, μόνο ειλικρίνεια με τον εαυτό σου σχετικά με αυτό που θέλεις να κάνεις. Και σίγουρα κάτι τέτοιο προϋποθέτει μια καθημερινή ρήξη με οτιδήποτε μίζερο μέσα σου και έξω σου, οποιαδήποτε εσωτερική ή εξωτερική φωνή που μετράει και συγκρίνει. Η συγκεκριμένη παράσταση προέκυψε από μια βαθιά ανάγκη. Νιώθω ότι προετοιμαζόταν πολύ καιρό μέσα μου ασυνείδητα. Ήθελα οπωσδήποτε να επικοινωνήσω κάποια πράγματα σε όσους περισσότερους γίνεται. Μέσο για αυτό ήταν πρώτα τα παραμύθια, που διαθέτουν μαγεία και αμεσότητα. Μετά έπρεπε να συναντήσω το κοινό. Όχι μόνο τους ανθρώπους που βλέπουν θέατρο. Κάπως έτσι, λοιπόν, προέκυψαν τα διαμερίσματα, τα καφενεία και άλλοι μη-θεατρικοί χώροι, που είναι κυρίως χώροι συνάντησης, χώροι που έτσι κι αλλιώς μοιραζόμαστε και λέμε ιστορίες. Κάπως έτσι προέκυψε η οικειότητα, η «σπιτική» ατμόσφαιρα, που μου ταίριαξε απόλυτα, γιατί είναι ένας υπέροχος τρόπος ανταλλαγής και επιτρέπει να εμπλουτιστεί η παράσταση και με άλλα στοιχεία, στοιχεία που εγώ δεν είχα φανταστεί, αλλά μου τα δίνουν απλόχερα οι θεατές με την ενέργειά τους και τα σχόλιά τους. Γιατί σχεδόν πάντα, εξαιτίας αυτής της οικειότητας, προκύπτει μια συζήτηση μετά. Γιατί σχεδόν πάντα συμβαίνουν πολύ ωραίες συναντήσεις είτε με τους ανθρώπους-«οικοδεσπότες», είτε με τους θεατές. Και σε αυτές τις στιγμές επικοινωνίας ξαναβρίσκω το λόγο για τον οποίο έγινα ηθοποιός.

Με ποιο κριτήριο επέλεξες τα παραμύθια; Είναι αστείρευτη η ντόπια μα και η παγκόσμια λαϊκή παράδοση. Πώς ταξινόμησες το υλικό σου; Μα και τη μουσική τους υπόκρουση, αυτοσχέδιες, πρωτότυπες, ή αγαπημένες μελωδίες. Ποια είναι η συνεκτική ύλη που δένει τις ιστορίες και τους ήχους της παράστασης; Ξεκίνησα να μελετώ το υλικό τυχαία, πριν αρκετά χρόνια, όταν, σε ένα βιβλίο με λαϊκά παραμύθια, βρήκα μια ιστορία που μου έλεγε η γιαγιά μου. Ήταν για μένα μια πολύ συγκινητική στιγμή, γιατί μέχρι τότε νόμιζα ότι την είχε επινοήσει η ίδια, όμως μάλλον την είχε ακούσει κι εκείνη ως παιδί. Τα παραμύθια ταξιδεύουν μέσα στο χρόνο και την ίδια ιστορία την είχαν ακούσει πριν από μας και πιθανά να την ακούσουν και μετά από μας. Έχουν τρομαχτική δύναμη, γιατί τα περισσότερα πραγματεύονται «δύσκολα» πράγματα με απλό τρόπο, ενώ δηλαδή είναι απλά στη δομή τους, έχουν παράλληλα πολλαπλές αναγνώσεις. Ένα τέτοιο παραμύθι στάθηκε αφορμή για την παράσταση και έδωσε τελικά και τον τίτλο της: «Ο άντρας, η γυναίκα και η σκιά». Μιλάει για το πώς ήρθε ο θάνατος στον κόσμο. Πραγματεύεται τη συνειδητοποίηση του ανθρώπου ότι είναι θνητός, περαστικός από αυτή τη γη και έτσι έχει ανάγκη να συναντιέται με άλλους, να ερωτεύεται, να αγαπιέται. Τα παραμύθια της παράστασης μιλούν για αυτό. Για το θάνατο, την απώλεια αλλά και τη συνάντηση, τον έρωτα, την αγάπη. Φρόντισα να προέρχονται από διαφορετικά μέρη του κόσμου και να έχει το καθένα κάτι ξεχωριστό. Με ενδιέφερε, επίσης, σε όλη την πορεία της παράστασης να υπάρχουν εναλλαγές στη διάθεση. Να υπάρχει συγκίνηση, αλλά και χιούμορ και ελαφράδα, να ταξιδέψω με τους θεατές σε διάφορες ποιότητες και αισθήματα. Κάπως έτσι επέλεξα τα παραμύθια αλλά και τα εμβόλιμα στοιχεία, κάποια τραγούδια και ποιήματα, που είναι μικρές ανάσες, που λειτουργούν άλλοτε σαν σχόλια και άλλοτε σαν γέφυρες. Όλες όμως αυτές οι επιλογές έχουν ένα κοινό στόχο: ο κάθε θεατής να απολαύσει τις ιστορίες, να αφεθεί να ταξιδέψει με αυτές, να τις αναλογιστεί, να βρει μέσα τους κάτι που να τον αφορά. Ευτυχώς κάτι τέτοιο συμβαίνει συχνά και είναι μεγάλη χαρά.

Άντρες, γυναίκες, σκιές, έρως, γηρατειά, αιώνια νεότητα, χαρά, θλίψη, όλο το φάσμα δηλαδή της ανθρώπινης εμπειρίας, αποτελούν, αν μου επιτρέπεις, μια σύνθεση, ένα «εφ' όλης», όπου τα αφηγείσαι υπό μορφή μιας συνολικής «ιστορίας» πλασμένης από δεκάδες άλλες μικρές. Άλλων μόνο; Ή εντός τους υπάρχει και κάτι από τη δική σου; Η συγκεκριμένη παράσταση είναι απολύτως προσωπική. Όλες οι ιστορίες με αφορούν προσωπικά, και αυτό ήταν ένα ακόμα κριτήριο για να τις επιλέξω. Υπάρχει σε όλες ένα κομμάτι δικό μου, είτε ως μνήμη, είτε ως κάτι που με απασχολεί και θέλω να το διαπραγματευθώ στο παρόν. Ακόμα και τα λίγα αντικείμενα που χρησιμοποιώ έχουν μια συναισθηματική αξία, είναι όλα δώρα από αγαπημένα πρόσωπα και το κάθε ένα έχει την ξεχωριστή θέση του στην παράσταση. Αναφέρομαι με έναν τρόπο δηλαδή έμμεσα στην ιστορία μου, που όμως κάθε φορά απευθύνεται και «καθρεφτίζεται» στους θεατές. Γιατί πιστεύω ότι όλοι έχουμε τους ίδιους φόβους και τις ίδιες ανάγκες. Δεν έχει σημασία λοιπόν ποια ακριβώς ή στην πραγματικότητα είναι η ιστορία, αρκεί να μπορεί να ειπωθεί μια ιστορία. Αυτό είναι κάτι πολύ σπουδαίο. Για να δανειστώ και μία φράση από την παράσταση: «Αυτή τη στιγμή, κάποιος, κάπου στον κόσμο λέει μια ιστορία και ίσως αυτό κάνει τον κόσμο να γυρνά».

Ημέρες Παραστάσεων:
Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου, Βρυσάκι, Χώρος Τέχνης και Δράσης, Βρυσακίου 17, Πλάκα, (τηλέφωνο κρατήσεων:2103210179)
Παρασκευή 19, 26 Ιανουαρίου και 2 Φεβρουαρίου, Οικία Κατακουζηνού, Αμαλίας 4, 5ος όροφος
Έναρξη παράστασης: 21:00
Τιμή εισιτηρίου: 5 ευρώ
Σελίδα της παράστασης στο facebook: https://www.facebook.com/istoriesgiamegalous/

Επιλογες

Χάκερ στο facebook του Πολάκη
Χάκερ στο facebook του Πολάκη
Αν ήθελε να πλήξει στ' αλήθεια την εικόνα του, το μόνο που θα χρειαζόταν να...
Μάνος Βουλαρίνος
Χάκερ στο facebook του Πολάκη