- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Το σύγχρονο Romantasy έχει τις ρίζες του στον 12ο αιώνα
Από τα ιπποτικά ρομάντζα με νεράιδες, δράκους και σεξ, στο σήμερα (αλλά πάλι με νεράιδες, δράκους και σεξ)
Το σύγχρονο είδος του Romantasy, διαχρονική πηγή φαντασίας και ελευθερίας, δεν είναι μια περαστική μόδα, καθώς έχει τις ρίζες του στον 12ο αιώνα
Αν και πολλοί θα ξίνιζαν τα μούτρα τους, η αλήθεια είναι πως οι βασικοί κινητήριοι μοχλοί της σύγχρονης αγοράς βιβλίου είναι, μάλλον αναπάντεχα, οι εξής δύο: (1) τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που έχουν επαναπροσδιορίσει τον τρόπο προώθησης και ανακάλυψης τίτλων, έχουν δημιουργήσει ζωντανές κοινότητες που μετατρέπουν την ανάγνωση σε ομαδική εμπειρία, και προσελκύουν σταθερά νεότερες ηλικίες, κάτι χωρίς κανένα προηγούμενο στην εκδοτική ιστορία, και (2) το Romantasy, η εμπορική άνθηση του οποίου κρατά ψηλά τη ζήτηση και ενισχύει σημαντικά τα συνολικά έσοδα αφενός των εκδοτικών οίκων και αφετέρου των χώρων που κρατούν τους εκδοτικούς οίκους εν ζωή: των βιβλιοπωλείων.
Έχουμε ασχοληθεί ξανά με τα ΜΚΔ και το φαινομενικά παράδοξο: πώς, μολονότι αναμφισβήτητα ξοδεύουν αλόγιστα τον χρόνο δισεκατομμυρίων ανθρώπων, παράλληλα τονώνουν όσο τίποτε τη φιλαναγνωσία, και θα το ξανακάνουμε και τώρα στα κοντά, και στο μέλλον. Σήμερα όμως θα πούμε μόνο δυο λόγια ακόμη για το Romantasy, που επίσης μάς έχει απασχολήσει και στο παρελθόν, για επίσης δύο λόγους: (1) γιατί μάς αρέσει που τα κορίτσια, οι έφηβες και νεαρές αναγνώστριες, βαστάνε στις πλάτες τους ολόκληρη την παγκόσμια εκδοτική βιομηχανία και τους ανθρώπους που δουλεύουν στον χώρο του βιβλίου —σας ευχαριστούμε!—, αλλά και γιατί (2) η εμπορική άνθηση του Romantasy, με συγγραφείς-φαινόμενα όπως η Sarah J. Maas, η Rebecca Yarros και πολλές άλλες, δεν είναι πρωτοφανής: για την ακρίβεια, είναι η πιο παλιά στην αγορά των μυθιστορημάτων — ουσιαστικά, είναι η πρώτη και κύρια.
Οι έφηβες και νεαρές αναγνώστριες βαστάνε στις πλάτες τους ολόκληρη την παγκόσμια εκδοτική βιομηχανία και τους ανθρώπους που δουλεύουν στον χώρο του βιβλίου.
Το Romantasy συνιστά τη συνέχεια μιας παράδοσης αιώνων που ξεκίνησε από τα μεσαιωνικά ιπποτικά ρομάντζα του 12ου αιώνα, όσο κι αν αυτό δεν αρέσει, αφενός, σε μια αριστοκρατική ελίτ της κριτικής —που είτε δεν του δίνει την παραμικρή σημασία είτε το χλευάζει σαν αποτρόπαιο σκουπίδι—, και, αφετέρου, στους άντρες, που φοβούνται το γεγονός ότι η ρομαντική φαντασία ξεχειλίζει τόσο από σεξ, απόλαυση και γυναικεία επιθυμία, όσο και από ανυπότακτες γυναίκες που έχουν το πάνω χέρι: τα ξωτικά, εδώ, είναι αχαλίνωτα, γεμάτα πάθος, οργή, και χαρά· κάνουν ό,τι θέλουν, και το κάνουν όσο γίνεται πιο μακριά από στερεότυπα και «κανόνες».
Η ρομαντική φαντασία ξεχειλίζει τόσο από σεξ, απόλαυση και γυναικεία επιθυμία, όσο και από ανυπότακτες γυναίκες που έχουν το πάνω χέρι.
Αν και τα σύγχρονα λογοτεχνικά είδη που έλκουν την καταγωγή τους από τα μεσαιωνικά ιπποτικά ρομάντζα είναι κυρίως το fantasy, το ιστορικό μυθιστόρημα και η αισθηματική/περιπετειώδης λογοτεχνία, μπορούμε με άνεση να πούμε πως σε αυτά ανακαλύπτει κανείς, δίκην αφηγηματικού λίκνου και κοινών tropes, τους προγόνους όλης της «λογοτεχνίας είδους» (genre fiction), μη εξαιρουμένων της αστυνομικής λογοτεχνίας, του θρίλερ, της λογοτεχνίας τρόμου, της επιστημονικής φαντασίας, αλλά (κυρίως, θα λέγαμε) και αυτού τού γουέστερν: με έναν ανάστροφο τρόπο, οι καουμπόηδες είναι αρχετυπικοί ιππότες, και το γουέστερν ένα ιπποτικό μυθιστόρημα «για άντρες».
Ας γυρίσουμε όμως στο Romantasy. Τα μυθιστορήματα που διαβάζονται και συζητιούνται σε όλο τον κόσμο την τελευταία δεκαπενταετία, με τους εντυπωσιακούς τους νεραϊδόκοσμους, τα μυστηριώδη πανίσχυρα βασίλεια, τις θυελλώδεις περιπέτειες, και τις δυναμικές γυναίκες πρωταγωνίστριες που, ανάμεσα στα άλλα, κάνουν και σεξ με άντρες (κυρίως) που επιλέγουν οι ίδιες, είναι εύκολος στόχος για την κριτική γιατί είναι κατεξοχήν «λογοτεχνία φυγής», άρα εκ προοιμίου κακογραμμένα και εύπεπτα. Η πραγματικότητα απέχει παρασάγγας βέβαια, γιατί συμβαίνει εδώ το αντίθετο: όχι μόνο οι βασικές συγγραφείς του είδους είναι ταλαντούχες και καλά εκπαιδευμένες, αλλά και τα βιβλία τους είναι σύνθετα και πολυεπίπεδα, το worldbuilding λεπτομερές και άρτιο, και η εκδοτική φροντίδα των μυθιστορημάτων τους σπάνια και ουσιαστική: ο ανταγωνισμός είναι πελώριος, και δύσκολα ένα μέτριο έργο θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα απέναντι στους κολοσσούς του είδους.
Η πραγματικότητα απέχει παρασάγγας βέβαια, γιατί συμβαίνει εδώ το αντίθετο: όχι μόνο οι βασικές συγγραφείς του είδους είναι ταλαντούχες και καλά εκπαιδευμένες, αλλά και τα βιβλία τους είναι σύνθετα και πολυεπίπεδα, το worldbuilding λεπτομερές και άρτιο, και η εκδοτική φροντίδα των μυθιστορημάτων τους σπάνια και ουσιαστική.
Αυτό που συμβαίνει είναι κάτι άλλο, και δεν είναι καινούργιο — κρατάει σχεδόν χίλια χρόνια τώρα. Όπως το είδος γραφόταν και καταναλωνόταν κυρίως από γυναίκες ήδη από τον Μεσαίωνα (δεν ξέρουμε πόσοι άντρες διάβασαν αυτές τις ιστορίες, αλλά στις μέρες μας το αντρικό αναγνωστικό κοινό τού Romantasy προσεγγίζει το 15% του συνόλου), σαν ένας ασφαλής χώρος εξερεύνησης των επιθυμιών τους, μακριά από κοινωνικούς καταναγκασμούς και αντρικά μάτια, και έλκοντας αναπόφευκτα τα πυρά των παπάδων και των αντρών εν γένει, έτσι και σήμερα χλευάζεται ακριβώς επειδή δίνει μεγάλο βάρος στη γυναικεία σεξουαλικότητα — απλώς, τον ρόλο του κλήρου τον παίζει πλέον το αποτραβηγμένο βλέμμα της κριτικής (σε μια καταπιεστική για τις γυναίκες, πατριαρχική κοινωνία, οι άντρες παραμένουν βέβαια αναντικατάστατοι).
Χλευάζεται ακριβώς επειδή δίνει μεγάλο βάρος στη γυναικεία σεξουαλικότητα — απλώς, τον ρόλο του κλήρου τον παίζει πλέον το αποτραβηγμένο βλέμμα της κριτικής.
Σήμερα, και για του λόγου το αληθές, επιλέγουμε να δούμε τρία (μόνο) από τα βασικά κείμενα του είδους, τρεις καθαρούς προγόνους του σημερινού Romantasy:
«Lanval» (Marie de France, τέλη 12ου αιώνα)
Η Marie de France (Μαρί ντε Φρανς, 12ος αιώνας) ήταν ποιήτρια γαλλικής καταγωγής, που έζησε και έγραψε στην Αγγλία. Τα βιογραφικά της στοιχεία παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άγνωστα. Η καταγωγή της προκύπτει από τη χαρακτηριστική φράση της: «Marie ai nun, si sui de France» («Με λένε Μαρί και κατάγομαι από τη Γαλλία»). Έγραψε στην αγγλονορμανδική διάλεκτο της παλαιάς γαλλικής, και θεωρείται η πρώτη γνωστή γυναίκα ποιήτρια της γαλλόφωνης λογοτεχνίας. Είναι κυρίως γνωστή για τα λεγόμενα lais της, αφηγηματικά ποιήματα εμπνευσμένα από κελτικούς και βρετονικούς θρύλους, με βασικά θέματα τον έρωτα, την ανθρώπινη μοίρα και το υπερφυσικό. Είναι η κατεξοχήν ποιήτρια του μεσαιωνικού Romantasy — πολύ μεγάλο μέγεθος.
Ο Λανβάλ είναι ένας γενναίος και ευγενής ιππότης στην Αυλή του βασιλιά Αρθούρου, ο οποίος όμως παραμελείται από τον βασιλιά και μένει φτωχός, καθώς όλοι ζηλεύουν την αρετή και τη γενναιοδωρία του. Απογοητευμένος, απομακρύνεται από το Κάμελοτ και απομονώνεται στην εξοχή. Εκεί, δύο κοπέλες αδιανόητης ομορφιάς τον οδηγούν στη σκηνή της κυράς τους, μιας ακόμη πιο όμορφης και μυστηριώδους νεράιδας. Οι δυο τους ερωτεύονται κεραυνοβόλα και γίνονται εραστές. Η νεράιδα τού χαρίζει απεριόριστα πλούτη, με τον όρο να κρατήσει τον έρωτά τους απολύτως μυστικό, διαφορετικά θα τη χάσει για πάντα. Επιστρέφοντας στο Κάμελοτ πλούσιος πλέον, ο Λανβάλ αρνείται τις ερωτικές προτάσεις της βασίλισσας Γκουίνεβιρ, προσβάλλοντάς την και αποκαλύπτοντάς της ότι η δική του αγαπημένη είναι ανώτερη ακόμη και από εκείνη σε ομορφιά. Η Γκουίνεβιρ, οργισμένη από την απόρριψη, τον κατηγορεί ψευδώς ενώπιον του Αρθούρου ότι επιχείρησε να τη βιάσει και να την εξευτελίσει. Ο βασιλιάς, δεσμευμένος από τον νόμο, τον οδηγεί σε δίκη. Ο Λανβάλ κινδυνεύει με ατίμωση και, πιθανώς, με θάνατο, καθώς, εφόσον η αγαπημένη του είναι αόρατη στους άλλους, δεν μπορεί να αποδείξει τα λόγια του. Καθώς η δίκη φτάνει στην πιο κρίσιμη καμπή της και οι δικαστές είναι έτοιμοι να τον καταδικάσουν, εμφανίζονται διαδοχικά ομάδες πανέμορφων γυναικών, μέχρι που η ίδια η νεράιδα καταφθάνει έφιππη, μαγεύοντας τους πάντες με την ασύγκριτη, συγκλονιστική ομορφιά της. Η παρουσία της καταρρίπτει τις κατηγορίες, ο Λανβάλ δικαιώνεται πλήρως και, πηδώντας στο άλογό της, φεύγει μαζί της για το μυθικό νησί του Άβαλον. Κανείς πια δεν θα τον δει στον κόσμο των ανθρώπων.
«Roman de Mélusine» (Jean d’Arras, 1392-93)
Ο Jean d’Arras (Ζαν ντ’Αράς), Γάλλος συγγραφέας από την Πικαρδία, έζησε κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Ελάχιστα είναι γνωστά για τη ζωή του. Αυτό εδώ είναι το σημαντικότερο έργο του. Γράφτηκε κατόπιν παραγγελίας του δούκα Ιωάννη του Μπερί, για να υπάρχει καταγεγραμμένη η γενεαλογία του Οίκου των Λουζινιάν.
Η Μελουζίνη, μια ισχυρή νεράιδα των νερών που τιμωρήθηκε από τη μητέρα της επειδή η ίδια είχε φυλακίσει τον σκληρό πατέρα της σε ένα βουνό, συναντά στο δάσος τον ευγενή Ραϋμόνδο. Εκείνος, καταβεβλημένος από τύψεις επειδή σκότωσε κατά λάθος τον θείο του σε κυνήγι, δέχεται τη βοήθειά της, και εντέλει οι δυο τους παντρεύονται. Η Μελουζίνη γίνεται σύζυγος και αρχιτέκτονας μιας λαμπρής δυναστείας, θέτοντας όμως έναν απαράβατο όρο: ο Ραϋμόνδος δεν πρέπει ποτέ να προσπαθήσει να τη δει την ημέρα του Σαββάτου. Με τη μαγεία και την εργατικότητά της, χτίζει μεγαλοπρεπή κάστρα, φέρνει πλούτο στην περιοχή και χαρίζει στον Ραϋμόνδο δέκα γιους. Τα παιδιά τους, αν και δοξασμένα, φέρουν εκ γενετής ασυνήθιστα σημάδια ή τερατωδίες (όπως ο Γεώργιος ο Μεγαλόδοντας). Η αρμονία διαταράσσεται όταν οι συγγενείς του Ραϋμόνδου τον πείθουν ότι η σύζυγός του κρύβεται τα Σάββατα για να τον απατήσει. Κατακλυσμένος από ζήλια και φόβο, ο Ραϋμόνδος τρυπώνει με το σπαθί του στο λουτρό της και βλέπει πως η μισή είναι γυναίκα, και η άλλη μισή φίδι. Η Μελουζίνη συγχωρεί την ανθρώπινη αδυναμία του, αλλά όταν αργότερα ο γιος τους Γεώργιος καίει το μοναστήρι όπου είχε αποσυρθεί ο αδελφός του Φρομόν, ο Ραϋμόνδος προδίδει τον όρκο του και την κατηγορεί δημόσια ως δαιμονική οντότητα. Τότε, η Μελουζίνη μεταμορφώνεται ολοκληρωτικά σε φτερωτή δράκαινα και εξαφανίζεται στους αιθέρες, εκπέμποντας θρηνητικές κραυγές. Παρ’ όλα αυτά, επιστρέφει αόρατη για να θηλάσει τα παιδιά της και συνεχίζει να προστατεύει από ψηλά τους απογόνους της, τους μετέπειτα Λουζινιάν.
«Partonopeus de Blois» (περ. 1170-1180)
Μέχρι σχετικά πρόσφατα θεωρούνταν έργο τού Denis Pyramus (Ντενί Πιραμούς), Αγγλονορμανδού βενεδικτίνου μοναχού στο αβαείο του Μπέρι Σεντ Έντμουντς, στην ανατολική Αγγλία, που έγραφε και ποίηση. Μας αρέσει πολύ αυτό, αλλά η σύγχρονη φιλολογική έρευνα έχει απορρίψει την υπόθεση. Ο πραγματικός συγγραφέας του έργου παραμένει άγνωστος.
Ο νεαρός ευγενής Παρθενοπαίος χάνει τον δρόμο του σε ένα σκοτεινό δάσος κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού και, έπειτα από μια μυστηριώδη διαδρομή με ένα μαγικό πλοίο, καταλήγει σε ένα πολυτελές αλλά έρημο και θεοσκότεινο παλάτι. Εκεί συναντά την πριγκίπισσα Μελιόρ, που κυβερνά τη χώρα του Άρντεν. Θα γίνει ερωμένη του, αλλά θα του θέσει έναν αυστηρό όρο: θα συναντιούνται μόνο στο σκοτάδι, ενώ ακόμη απαγορεύεται αυστηρά να φέρει μαζί του κάποιο φως ή να επιχειρήσει να τη δει για έναν ολόκληρο χρόνο, προκειμένου να προστατευτεί το βασίλειο από τους αυλικούς της που επιθυμούν να την παντρέψουν διά της βίας. Καταβεβλημένος από την περιέργεια και επηρεασμένος από έναν κακόπιστο επίσκοπο, ο Παρθενοπαίος υποκύπτει και ανάβει ένα λυχνάρι ενώ η Μελιόρ κοιμάται. Αντικρίζοντας την ασύγκριτη ομορφιά της, χάνει την προσοχή του, στάζει καυτό λάδι πάνω της και την ξυπνά. Η Μελιόρ, οργισμένη από την προδοσία, τον εξορίζει αμέσως από το παλάτι, λέγοντάς του πως θα τον σκοτώσει έτσι και τολμήσει να επιστρέψει. Ακολουθεί μια μακρά και επίπονη περίοδος απόγνωσης για τον Παρθενοπαίο, ο οποίος επιχειρεί ακόμη και να αυτοκτονήσει, πριν πάρει μέρος σε μεγάλα ιπποτικά τουρνουά που διοργανώνει η αδελφή της Μελιόρ, η Ούρε, προκειμένου να κερδίσει την εύνοια και τη συγχώρεση της αγαπημένης του. Αφού αποδεικνύει την αξία του και τη βαθιά του μετάνοια μέσα από τις δοκιμασίες, η Μελιόρ τον συγχωρεί και οι δυο τους παντρεύονται. Έτσι, γίνεται αυτός βασιλιάς του Άρντεν.
* * *
Το μεσαιωνικό ρομαντικό μυθιστόρημα αντλούσε υλικό από αρχαιότερους μύθους για ξωτικά και άλλα πλάσματα πέραν τού κόσμου τούτου, ιδίως μέσα από τους αρθουριανούς θρύλους. Το σύγχρονο Romantasy επιστρέφει στις ίδιες πηγές, γιατί όλα είναι ίδια, και όλα ξαναρχίζουν συνεχώς από την αρχή.
Και τα παλιά βιβλία και τα καινούργια υμνούν τη γυναικεία ελευθερία και το πάθος. Με το σώμα τους, με το σπαθί τους — και με δράκους.
* * *
ΥΓ. Στο μεταξύ, η Sarah J. Maas σπάει τα ταμεία και προκαλεί πραγματικό παροξυσμό στους θαυμαστές της. Η κάτι παραπάνω από διάσημη ηγερία τού Romantasy βρίσκεται αυτές τις ημέρες στο επίκεντρο μιας άνευ προηγουμένου εμπορικής και πολιτιστικής τρέλας, καθώς το αναγνωστικό της κοινό ζει την εμπειρία σαν αυτό ακριβώς που είναι: ένα αληθινό φαινόμενο της ποπ κουλτούρας. Ενδεικτικό του πάθους των φαν είναι οι εκδηλώσεις για το νέο βιβλίο της Maas σε ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία της Βρετανίας. Επί παραδείγματι, ένα βιβλιοπωλείο στο Leamington Spa ανακοίνωσε τη διοργάνωση ενός χορού μεταμφιεσμένων με αφορμή το τελευταίο της βιβλίο, για να δει 6.000 (!) ανθρώπους να προσπαθούν να εξασφαλίσουν μόλις 220 εισιτήρια (τόσους χωράει, ασφυκτικά, το βιβλιοπωλείο), τα οποία βέβαια έγιναν καπνός μέσα σε μόλις 13 λεπτά. Αντίστοιχες εικόνες καταγράφηκαν και σε πολλές άλλες νυχτερινές εκδηλώσεις, με τεράστιες ουρές έξω από τα βιβλιοπωλεία, που με μεγάλη χαρά επαναλαμβάνουν τις παραγγελίες τους καθώς τα αντίτυπα εξαφανίζονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Η επιτυχία της συγγραφέως έχει μετατραπεί σε μια τεράστια εμπορική μηχανή, ενώ η επιρροή της επεκτείνεται σε μια ευρεία γκάμα επίσημων προϊόντων και στρατηγικών συνεργασιών. Παράλληλα, η ίδια η συγγραφέας διεκδικεί τον έλεγχο των πνευματικών δικαιωμάτων των έργων της —όπως συνέβη με την επαναγορά των δικαιωμάτων τους για τηλεοπτική μεταφορά—, διασφαλίζοντας ότι το όραμά της θα μεταφερθεί στην οθόνη ακριβώς όπως το επιθυμεί η ίδια και, κυρίως, οι φαν. Το μυστικό αυτής της επιτυχίας δεν κρύβεται μόνο στο ακαταμάχητο μείγμα ρομαντισμού και επικής φαντασίας, αλλά και στους χαρακτήρες. Η Sarah J. Maas πλάθει πρωταγωνίστριες που δεν είναι παθητικές «δεσποσύνες εν κινδύνω» (αυτό είναι πια μια αρχαία ιστορία), αλλά βάζουν στο επίκεντρο τις δικές τους ανάγκες και επιθυμίες, επαναπροσδιορίζοντας τους όρους της σύγχρονης λογοτεχνίας φαντασίας. Το Romantasy, με τις βαθιές του ρίζες να απλώνονται στον Μεσαίωνα, ήρθε για να μείνει.
* * *
Σημείωση: Μολονότι η ακαδημαϊκή βιβλιογραφία για το Romantasy ως αυτόνομη κατηγορία δεν είναι ακόμη εκτεταμένη καθώς το είδος καθιερώθηκε πρόσφατα, υπάρχει σημαντικός όγκος μελετών για τους προδρόμους και τα συστατικά του στοιχεία, είτε (προφανώς) μιλάμε για τη φανταστική λογοτεχνία και την παραλογοτεχνία (όπως λέγαμε έναν αλήστου μνήμης καιρό στα ελληνικά τη λογοτεχνία είδους), είτε για το romance κ.ά. Ταυτόχρονα, λογοτεχνικά περιοδικά (όπως το Journal of Popular Romance Studies) δημοσιεύουν τα τελευταία χρόνια ειδικά αφιερώματα για τη διασταύρωση της επικής φαντασίας, του fantasy και του ρομάντσου (new adult / crossover fantasy romance). Η αρθρογραφία στον Τύπο είναι ακόμη πενιχρή, αλλά ασφαλώς θα αναπτυχθεί. Πολύ πρόσφατα (18.10.2026) διαβάσαμε στον Guardian το εξαιρετικό άρθρο τής Sarah Clegg, Μedieval Romance Οverflowed With Sexually Active Fairies, από το οποίο δανειστήκαμε στοιχεία για το παρόν σημείωμα. ¤ ¤ ¤ Η στήλη μας αυτή κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Τετάρτη. Ακόμη, κάθε Τρίτη πρωί, μας ακούτε στο πόντκαστ για το βιβλίο και την τηλεόραση που κάνουμε με τη Σαπφώ Καρδιακού. Κάθε Παρασκευή, διαβάστε τη στήλη μας «Καλή Ερώτηση»: απαντάμε στα πάντα, με όσο περισσότερη αισιοδοξία και θετική ματιά μπορούμε. Κάθε Σάββατο, βυθιστείτε στο χορταστικό αλμανάκ μας στη Thess Voice. Τις Κυριακές, μιλάμε για το Βιβλίο της Εβδομάδας: μη διαβάσετε μόνο την παρουσίαση, διαβάστε και το βιβλίο! Μη διστάσετε να μας στείλετε μέιλ, αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Σας ευχαριστούμε πολύ!