Βιβλιο

Η Κρίστη Στασινοπούλου περπατά «Στα μονοπάτια των Κυκλάδων» και ακούει τα μυστικά των βράχων

«Τις Κυκλάδες δεν τις έχω γνωρίσει ακόμη, τις υποψιάζομαι»
Γιάννης Νένες
ΤΕΥΧΟΣ 1008
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Κρίστη Στασινοπούλου μιλά στην ATHENS VOICE για το νέο της βιβλίο «Στα μονοπάτια των Κυκλάδων», τις πεζοπορίες, τις ξεμονιές, τα μυστικά των βράχων και τις αθέατες ιστορίες των νησιών

Η Κρίστη Στασινοπούλου, είτε με τα τραγούδια και τις ζωντανές εμφανίσεις της είτε με τα βιβλία της, σε συνεπαίρνει πάντα σε δρόμους μαγικούς κι ονειρικούς αλλά και γεμάτους παγκόσμια αλήθεια. Περπατώντας μαζί της «Στα μονοπάτια των Κυκλάδων» (το νέο της βιβλίο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Opportuna) νιώθεις τα γόνατά σου να γδέρνονται από τα ξερά αγκάθια στα βράχια και στα χώματα των νησιών, τον ήλιο του Αιγαίου να σε φορτίζει ενέργεια και αγάπη και τις ιστορίες που πλανιώνται στον αέρα να σου λένε μυστικά που σε γαληνεύουν. Της ζητήσαμε να μας κάνει μια ξενάγηση σε αυτά τα μονοπάτια που έχει περπατήσει μαζί με τον σύντροφό της στη ζωή και στις μουσικές σκηνές του κόσμου, τον Στάθη Καλυβιώτη.

Στα μονοπάτια των Κυκλάδων με την Κρίστη Στασινοπούλου

— Στο νέο σου βιβλίο περιγράφεις αυτό που αγαπάς περισσότερο στη ζωή σου –από όσο σε ξέρω–, τις περιηγήσεις σου «Στα μονοπάτια των Κυκλάδων». Πότε και πώς ένιωσες ότι αυτά τα μονοπάτια είχαν γίνει πια ιστορία που έπρεπε να ειπωθεί;

Από την πρώτη φορά που πάτησα το πόδι μου εκεί, άρχισαν να μου διηγούνται τις ιστορίες τους. Ιστορίες δικές τους και των ανθρώπων που τα περπατούν εδώ και αιώνες. Ήδη από τότε, δεν γινόταν παρά να κάθομαι και να τις καταγράφω.

— Τι σου μαθαίνει ένα κυκλαδίτικο μονοπάτι που δεν μπορεί να σου μάθει ένας δρόμος στο βουνό ή σε άλλα νησιά;

Τα μονοπάτια των Κυκλάδων σκαρφαλώνουν πάνω, κάτω και γύρω από τα νησιά με μινωϊκή χάρη. Είναι οι ξαφνικές εναλλαγές των τοπίων τους στην κάθε στροφή, οριζόντιες πεζούλες, κάθετα φαράγγια, βράχια, θάλασσα, άνεμοι που αλλάζουν κατεύθυνση, το λιοπύρι και η σκιά, εναλλαγές που μας εκπαιδεύουν για τις αναπάντεχες εκπλήξεις της ζωής.

— Από τις «συναντήσεις» με ανθρώπους στο βιβλίο σου, ποια είναι αυτή που σε συγκινεί ακόμη;

Η συνάντηση με τον χωρίς πόδια καλλιτέχνη, του Ασφονδυλήτη. Δεν γνώρισα τον ίδιο, ήταν παλιός, αλλά οι βραχογραφίες του, που στολίζουν τα βράχια εκεί πάνω, μου αφηγήθηκαν την πιο συγκινητική ιστορία. Συνέβη το 1956, όταν οι αφροί από το μεγάλο τσουνάμι που χτύπησε τότε το Αιγαίο εκτινάχτηκαν μέχρι τον Σταυρό, την πιο ψηλή κορφή της Αμοργού.

— Ποια ιστορία από αυτές τις περιπλανήσεις σού φαίνεται ακόμη η πιο αλλόκοτη ή μυστηριώδης;

Χα χα! Είναι εξαιρετικά μυστηριώδης η ιστορία με τον τίτλο «Η πρώτη ληστεία στις Κυκλάδες». Ακόμα δεν έχουμε μάθει πόσα ήταν τα λεφτά που κλάπηκαν από κείνο το ανοιγμένο χρηματοκιβώτιο… Εκατό χιλιάδες ή μηδέν ευρώ;

— Πόσα χρόνια χρειάστηκαν για να γνωρίσεις τις Κυκλάδες τόσο βαθιά – πέτρα, φως, μυρωδιές και σιωπές;

Δεν τις έχω γνωρίσει ακόμα. Τις υποψιάζομαι…

— Στο βιβλίο δίπλα στα κείμενα υπάρχουν και οι εικόνες που ζωγραφίζεις εκεί, σαν ένα ιδιότυπο illustration της κάθε διήγησης. Αναρωτιέμαι αν κρατάς μαζί σου και κάμερα. Δηλαδή, όταν αντικρίζεις μια σπάνια θέα ή ένα ωραίο μαμούνι, σηκώνεις το κινητό για να τα φωτογραφήσεις ή κρατάς μέσα σου την εικόνα, όπως παλιά οι περιηγητές;

Όταν σκιτσάρω κάτι, είναι για μένα ένας τρόπος να κρατάω τη στιγμή. Οι στιγμές, βέβαια, κρατιούνται πλέον και με ένα απλό κλικ στο κινητό μας. Όμως στην περίπτωση αυτή είναι μικρούλες, σύντομες και ασήμαντες. Άμα στέκομαι για λίγο απέναντι από κείνο που με «έφτιαξε» και το σκιτσάρω χρησιμοποιώντας το μολύβι και τη γόμα μου, η συγκέντρωση και η προσοχή κάνουν τη στιγμή αιώνια!

— Ποιο τοπωνύμιο ή ποια λέξη που συνάντησες στα μονοπάτια σού έμεινε περισσότερο;

Η λέξη ξεμονιά. Δηλαδή εκείνα τα μικρά, μοναχικά σπιτάκια στη μέση του πουθενά. Την πρωτακούσαμε στη Σίκινο από τον φίλο μας τον Πέτρο. Στις ξεμονιές έμεναν για λίγες μέρες οι νησιώτες, όταν είχαν αγροτικές δουλειές στα μακρινά κτήματά τους. Κάθε που συναντάμε περπατώντας με τον Στάθη (Καλυβιώτη) ένα τέτοιο ερημικό σπιτάκι, γίνεται όνειρο ζωής.

— Πώς βρίσκεις τον δρόμο όταν το μονοπάτι χάνεται; Υπάρχει ακόμη αυτή η μυστική ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στους περιπατητές; Ή σημάδια για να βρίσκεις τον δρόμο σου;

Μα φυσικά. Έχουμε πια τα GPS. Εκείνο το «ούδεν κρυφόν υπό τον ήλιον» που έλεγαν παλιά… έγινε πλέον πραγματικότητα. Πραγματικότητα έγινε όμως και η μείωση του… σασπένς. Όσο δεν υπήρχαν ακόμα τα βοηθητικά αυτά μαραφέτια, είχαμε την τύχη και την υπέροχα διασκεδαστική εμπειρία κάθε τόσο να χανόμαστε. Περιγράφω στο βιβλίο πώς ακολουθούσαμε τότε τις καβαλίνες που άφηνε το γαϊδούρι του κυρ-Μανώλη και το, πεταμένο στο πλάι του μονοπατιού, άδειο κουτί των τσιγάρων του, μάρκας ΠΡΩΤΟΝ, που ήταν σαν να μας έλεγε «καλά πάτε προς τη Χώρα».

— Χειμώνας ή καλοκαίρι στις Κυκλάδες; Πότε σου αποκαλύπτονται πιο αληθινά;

Άλλες οι καλοκαιρινές κουβέντες των ανθρώπων για το πόσοι τουρίστες ήρθαν, πόσα δωμάτια γέμισαν και πόσα όχι, αν έχουν δουλειά φέτος οι ταβέρνες ή τα σούπερ μάρκετ, κι άλλες οι χειμωνιάτικες, για το πόσο βρέχει ή δεν βρέχει, πότε θα ρίξουν το τσιμέντο στη νέα οικοδομή, πότε θα ανέβουν στην Αθήνα για τα ιατρικά τους… Και οι δύο εποχές βγάζουν αντίστοιχα τις δικές τους αλήθειες.

— Μέσα από όλες τις υπέροχες πεζοπορίες όλα αυτά τα χρόνια, διέκρινες να συμβαίνει μία αλλαγή στα νησιά και τους ανθρώπους τους; Ο τουρισμός, έστω και ο «εναλλακτικός», τι έχει αλλοιώσει περισσότερο;

Όλα γύρω μας αλλάζουν με μεγάλη ταχύτητα. Κι εμένα δεν μου αρέσουν τα περισσότερα από τα καινούργια κτίσματα που αλλοιώνουν τα τοπία, όμως θεωρώ ότι αυτό είναι αποκλειστικά θέμα του τι ανάγκες έχουν και τι θέλουν οι ίδιοι οι ντόπιοι για τον τόπο τους. Πόσες φορές δεν έχω ακούσει νεαρές νησιώτισσες να συζητούν μεταξύ τους και να θαυμάζουν το… Ντουμπάι. Και πώς να τους μεταδώσω την τραγική εικόνα που έχω αντικρίσει, στις κάποτε τουριστικές ακτές της Ανδαλουσίας –και όχι μόνο– με τα πολυόροφα, πολυτελή τουριστικά τερατουργήματα στη σειρά πάνω απ’ τη θάλασσα, που καταρρέουν ερημωμένα, γιατί δεν είναι αυτά που γοητεύουν πια τους τουρίστες.

— Στο «Χορεύοντας στα μονοπάτια» περιγράφεις ένα κατέβασμα σχεδόν σαν χορό. Πώς μαθαίνει το σώμα να εμπιστεύεται την πέτρα στις διάφορες μορφές και υφές της;

Κάνοντας ουίρλινγκ στα πέτρινα αλώνια.

— Στο «Όπως πάνω έτσι και κάτω», το περπάτημα γίνεται σχεδόν μεταφυσική εμπειρία. Τι ήθελες να περιγράψεις εκεί;

Την απεραντοσύνη των μικρο-στοιχείων του εδάφους, που είναι ίδια με την απεραντοσύνη του σύμπαντος.

— Στο «Ασκηταριό» ο τόπος μοιάζει να διατηρεί εκεί μια ζωντανή παρουσία ανθρώπου. Τι ένιωσες εκεί; Πώς το βιώσες;

Κάπως σαν να βρισκόμουν στο Θιβέτ, αλλά με θάλασσα μπροστά.

— Στις «Φλέβες της Γης» περιγράφεις μια χρωματική πανδαισία των βράχων και του εδάφους των νησιών. Πόσο συνεπαρμένη ήσουν όταν τα διέκρινες; Τι είδες;

Είναι εκεί που καταλήγει μια βαθιά, τριγωνική σπηλιά. Μια σπηλιά που το πολύχρωμο στόμιό της προδίδει όσα υπάρχουν και κινούνται στα βάθη της γης μας. Τρομερά γοητευτικό αυτό για μένα! Επισκέπτομαι αυτό το σημείο όσο πιο συχνά μπορώ. Καμιά φορά συναντώ αξιοσημείωτους ανθρώπους που το επισκέπτονται. Παρηγορητικό… Σημαίνει ότι υπάρχουν κι άλλοι που δεν βλέπουν μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων γύρω μας.

— Πολύ τρυφερή η αναφορά σου στον «Γερμανό περιπατητή». Μίλα μου γι’ αυτόν και τον χάρτη του.

Δεν τον γνωρίσαμε ποτέ αυτόν τον κύριο με το γερμανικό όνομα –είναι μακαρίτης πια, όπως είδα στο διαδίκτυο– που είχε σχεδιάσει με τα χέρια του τον πρώτο πρώτο, ασπρόμαυρο χάρτη των μονοπατιών της Αμοργού. Έναν χάρτη λεπτομερέστατο, με τα αξιοθέατα, τις ενδιαφέρουσες διαδρομές, τη διάρκειά τους κ.λπ. σημειωμένα στο πλάι. Εκείνος ο χάρτης ήταν που μας ξεκούνησε τότε και αρχίσαμε να εξερευνούμε τα πανάρχαια, πεζοπορικά μονοπάτια των νησιών μας.

— Από όσα είδες και έμαθες στις Κυκλάδες, τι έφερες μαζί σου επιστρέφοντας στην Αθήνα;

Πέτρες, κοχύλια, καλάμια, στριφογυριστά από τον άνεμο ξερόκλαδα και άλλους τέτοιους θησαυρούς, που όλο λέω να τους πετάξω από τα ράφια του σπιτιού μας, αλλά και όλο απέναντί μου τους έχω, να με εμπνέουν, καθώς απαντώ στις ωραίες κυκλαδίτικες ερωτήσεις σου!

— Πώς γιατρεύονται τα μικρά «post-Cycladesblues» της επιστροφής;

Με μπλουζ τραγούδια σαν εκείνο το «Δονούσα», που το είχε ονειρευτεί ο Στάθης όταν είχαμε επιστρέψει από κει και ξυπνώντας έτρεξε στο στούντιο-σαλόνι μας και το έγραψε. Και με πολλά άλλα τραγούδια. Είναι πάμπολλα τα τραγούδια μας για τις Κυκλάδες, με πιο επιφανές το «Τα μυστικά των βράχων», που μας έκανε πρώτα ονόματα στον κόσμο της world music, ή τη διασκευή του «Αμοργιανό μου πέραμα», που ξαφνικά είδαμε να το χορεύουν εκστασιασμένοι στα πάρτι της Γκόα.

— Στο βιβλίο διακρίνει κανείς μια ενόραση, ένα εσωτερικό σου «αγγελόκρουσμα». Πώς κρατάς αυτή την αίσθηση μέσα στην πόλη;

Αυτό που τόσο όμορφα χαρακτήρισες ως «αγγελόκρουσμα», δεν με αφήνει ποτέ, το άτιμο, αλλά, όσο μπορώ, το ισορροπώ κιόλας, με τα δυο μου πόδια στέρεα στη γη. Είναι αυτό που με κρατά στη ζωή, μετά τον Στάθη βέβαια.

— Φέτος το καλοκαίρι, σε ποιο νησί θα πας;

Στις νησίδες των άδειων λεωφόρων της Αθήνας. Τα δυο τρία τελευταία καλοκαίρια, χορτασμένοι και κάπως κουρασμένοι πια από τα συνεχή μουσικο-επαγγελματικά ταξίδια μας που κράτησαν πάνω από είκοσι χρόνια, έχουμε συνειδητά και ηθελημένα κόψει τα πολλά πήγαινε-έλα και περνάμε στην Αθήνα τα πιο χαλαρά, ξεκούραστα αλλά και δημιουργικά καλοκαίρια μας. Αφού μπορούμε πια, χειμερινοί κολυμβητές γαρ, να απολαμβάνουμε τα αγαπημένα μας νησιά και τη θάλασσα όλες τις υπόλοιπες εποχές του χρόνου. Πράγμα που εύχομαι και συστήνω σε όλους όσοι έχουν την τύχη να ζουν στον υπέροχο Νότο.

  • Κρίστη Στασινοπούλου, Στα μονοπάτια των Κυκλάδων | Εκδόσεις Opportuna