- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι: Συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Καρκανέβατου από τις Εκδόσεις Εστία
Το δεύτερο βιβλίο του Γιάννη Καρκανέβατου μετά το «Ο πατέρας δεν μιλούσε γι’ αυτά» (εκδ. Εστία, 2022) είναι μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι». Πρόκειται για μια αστική τοιχογραφία, ένα ταξίδι στα σωθικά της μεγαλούπολης σε έντεκα σκηνές κι έναν επίλογο: μια διερμηνέας της νοηματικής γλώσσας σε νυχτερινή υπηρεσία, ένας ερωτευμένος φαντάρος που του αρέσει να παίζει με σκορπιούς, νυχτερίδες και κοράκια, ένας άστεγος που ξημεροβραδιάζεται στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, μια όχι και τόσο αθώα επαγγελματική πρόταση σ’ έναν καλλιτέχνη· ιστορίες εμπνευσμένες από μια ζωή γεμάτη γεγονότα και ίσως από μια επίσκεψη στον τάφο του Τζιμ Μόρισον. Έτσι κι αλλιώς, το Παρίσι, όπου οι συνοικίες μετρώνται σε σχήμα κοχλία —το σαλιγκάρι— είναι παρόν στο βιβλίο, μαζί με θραύσματα αναμνήσεων από την ενηλικίωση του συγγραφέα ή ενός άνδρα που του μοιάζει. My Life as a Man, όπως έγραφε ο Max Frisch κι όπως επανέλαβε αργότερα ο Philip Roth: νοσταλγία της μαθητείας, αλλά και προοπτική μέλλοντος, ποικιλία τεχνικών και οπτικής, autofiction που δεν παίρνει τον εαυτό της υπερβολικά στα σοβαρά.
O Γιάννης Καρκανέβατος γεννήθηκε το 1966 στις Σέρρες. Σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στο ΕΜΠ και σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου. Εργάστηκε πολλά χρόνια σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις. To πρώτο του βιβλίο ήταν υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο (2023), για το Βραβείο «Μένη Κουμανταρέα» για πρωτοεμφανιζόμενο πεζογράφο της Εταιρείας Συγγραφέων (2022), καθώς επίσης και για τα βραβεία των περιοδικών: O Αναγνώστης, Κλεψύδρα και (δε)κατα (The Athens Prize for Literature).
Απόσπασμα από το διήγημα «Όρχος»
Τον πέτυχα πίσω στον όρχο. Ανάμεσα στα ξεκοιλιασμένα φορτηγά και στις παρατημένες πετρελαιομηχανές. Γονατιστός, είχε σηκώσει μια πέτρα και έπαιζε με δυο σκορπιούς. Με προσοχή άρπαζε τον έναν και τον έβαζε κοντά στον άλλον. Προσπαθούσε να τους πείσει να μονομαχήσουν, αλλά όσο και να τους έσπρωχνε, ο πιο κοκκινωπός σταθερά απομακρυνόταν. Δεν τον φόβιζε κανένα ζωντανό πλάσμα, ίσως μόνο ο άνθρωπος˙ δεν πολυμιλούσε με τους άλλους φαντάρους. Δεχόταν αγόγγυστα την κάθε υπηρεσία –είτε αναγκαία είτε καψώνι– και, μόλις τέλειωνε τη σκοπιά ή την αγγαρεία, απομακρυνόταν. Μεγαλωμένος σ’ ένα χωριό έξω από τη Νιγρίτα, απέκτησε ιδιαίτερη επαφή με τη Φύση. Αν σε καιρό πολέμου αναγκαζόμασταν να βρούμε καταφύγιο σε δάσος, σε ζούγκλα, σε ερημονήσι, να κρυφτούμε εκεί για μέρες, μήνες, να παλέψουμε για την επιβίωσή μας, αυτός μπορεί να τα κατάφερνε.
«Τι κάνεις εκεί, ρε Λάμπη;»
«Λοχία, κοίτα», μου λέει.
Πιάνει γρήγορα και μεθοδικά τον πιο δραστήριο σκορπιό, λίγο κάτω από την ουρά με το κεντρί, και τον ρίχνει πάνω στον ξαφνιασμένο σύντροφό του. Αποφασιστικός ο πρώτος ακολουθεί τον ρίψασπι όσο αυτός απομακρύνεται. Ο Λάμπης με μια πέτρα τού τσακίζει το κεφάλι πριν το σκάσει έξω από το βαθούλωμα. Τον άλλον τον κλείνει σε ένα μπλε κουτί, ποιος ξέρει με τι σκοπούς.
«Δειλός…», λέει και γελάει, φανερώνοντάς μου τα στραβά δόντια του.
Μια βδομάδα αργότερα κοντά στο σούρουπο, πάλι σε βόλτα μου εκεί που επισκεύαζαν κάθε πρωί τα οχήματα, όχι τυχαία αυτήν τη φορά, τον έψαχνα είναι η αλήθεια χωρίς να ξέρω γιατί, μου χάρισε ένα από τα πιο φαντασμαγορικά θεάματα. Μετά το τέλος της υπηρεσίας, ο χώρος εκείνος μετατρεπόταν σε επικράτειά του. Κανείς δεν τον πλησίαζε, κανένας δεν τον ενοχλούσε.
«Θέλεις να δεις κάτι, Λοχία;», μου κάνει.
«Τι σκαρώνεις πάλι;» λέω και πλησιάζω.
«Πρόσεξε!»
Πιάνει μια χούφτα χαλίκια, αυτά τα ψιλά, τα λευκά –τα στρωμένα στο έδαφος σε μια ψευδαίσθηση τάξης και καθαριότητας, αν και τα περισσότερα ήταν βρώμικα απ’ τα χυμένα πετρέλαια– και τα πετάει ψηλά στον αέρα. Από το πουθενά εμφανίζονται δεκάδες νυχτερίδες που εφορμούν στο σμήνος της πέτρας. Το βιολογικό τους σόναρ τις έκανε να πιστέψουν πως είχαν μπροστά τους εκλεκτή τροφή και την κυνήγησαν δίχως δεύτερη σκέψη. Όταν διαπίστωσαν την απάτη, με τεθλασμένες γραμμές επέστρεψαν άπραγες στα δοκάρια της σκεπής. Βούτηξε μια χούφτα χαλίκια από κάτω και μου τα πρόσφερε.
«Λοχία, δοκίμασε.»
Πήρα τα χαλίκια από τα χέρια του, σαν τα συγκεκριμένα να ήταν ευλογημένα και τα μόνα αποτελεσματικά, τον κοίταξα και τα πέταξα πάνω. Μαύρες ακανόνιστες γραμμές γέμισαν και πάλι τον νυχτερινό ουρανό. Πριν ακουστεί το ποδοβολητό των χαλικιών στο έδαφος, είχαν επιστρέψει στις κρυψώνες τους.
«Ρε συ Λάμπη, πού τα ξέρεις όλα αυτά;»
Σηκώνει τους ώμους, ενώ μ’ ένα ξύλο σχεδιάζει κάτι ακατανόητο στο έδαφος.
«Λοχία…»
«Τι, ρε Λάμπη;»
«Άστο…»
«Αφού κάτι θέλεις να μου πεις…»
«Δεν ξέρω… Επειδή εσύ… κόβει το μυαλό σου, θέλω να δεις κάτι...»
Και βγάζει από το χιτώνιο μερικές κόλλες χαρτί διπλωμένες στα τέσσερα.
«Τι είναι αυτό; Το χαρτί της απόλυσής σου;» τον πειράζω αφού βρισκόμαστε μόνο έναν μήνα στον λόχο.
Χαμογελάει.
«Γράμμα στο πρόσωπο», μου λέει και μισοκλείνει συνωμοτικά τα μάτια.
Απλώνει το χέρι και μου το δίνει. Το πρώτο που αντιλαμβάνομαι είναι ένα μοτίβο, κάτι σαν κέντημα με βελόνι, μονοκοντυλιά από πάνω μέχρι κάτω. Η ματιά μου το διατρέχει, δεν χρειάζεται να το διαβάσω όλο: Σ’ αγαπώ – Σ’ αγαπώ – Σ’ αγαπώ – Σ’ αγαπώ – Σ’ αγαπώ – Σ’ αγαπώ – Σ’ αγαπώ… Γυρίζω σελίδα: Σ’ αγαπώ – Σ’ αγαπώ – Σ’ αγαπώ – Σ’ αγαπώ – Σ’ αγαπώ – Σ’ αγαπώ – Σ’ αγαπώ… Τρίτη σελίδα: Σ’ αγαπώ – Σ’ αγαπώ – Σ’ αγαπώ – Σ’ αγαπώ και στο τέλος μια άτεχνα σχεδιασμένη καρδιά και ένα Λ δίπλα.
«Λάμπη, είναι… είναι πολύ καλό… Θα της αρέσει!»
«Λοχία, σοβαρά τώρα… δεν με δουλεύεις, έτσι;»
«Δείχνει το πάθος, την τρέλα σου, στείλ’ της το!» του λέω και φεύγω προς τους θαλάμους γιατί σε λίγο πιάνω υπηρεσία.
«Λόχα», μου φωνάζει. «Για ό,τι θελήσεις, εδώ είμαι».
Πόσο απλοϊκά παθιασμένη σκέψη. Αλλά τι άλλο είναι ο έρωτας πέρα από μια τιμωρία επανάληψης σ’ ένα μάθημα ορθογραφίας; Μια ακατανόητη ένταση προς μια μονάδα, ένα βραχυκυκλωμένο μυαλό που επαναλαμβάνει το ίδιο και το ίδιο, ξανά και ξανά, μια πίστη στη μοναδικότητα, ένας ύμνος στο απόλυτο; Ήμουν κι εγώ ερωτευμένος με μια κοπέλα στην Αθήνα και τον ένιωθα, αν και δεν θα μπορούσα ποτέ να συνθέσω μια τόσο ξεχωριστή δήλωση αγάπης, να μην επιδέχεται κανενός είδους αμφισβήτηση. Είχαμε αποχωριστεί με δάκρυα όταν έφυγα από την Αθήνα. Τώρα στεκόμουν στην ουρά, στο μοναδικό τηλέφωνο της μονάδας, για να την ακούσω για λίγο. Όλος ο λόχος είχε συμφωνήσει να περιορίσουμε τις συνομιλίες με οικογένειες, φίλους και πληγωμένες καρδιές στο πεντάλεπτο, ώστε να μη μένει κανείς με το παράπονο.