- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Μαξ Νικίας, ένας «Αμερικανός Τρώας»
«Η ζωή είναι γεμάτη απροσδόκητα - το θέμα είναι πώς τα αντιμετωπίζεις», λέει στην Athens Voice ο επίτιμος πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας
Από ένα χωριό χωρίς ρεύμα στην Καρπασία μέχρι την προεδρία του USC, ο Μαξ Νικίας μιλά για την εισβολή του ’74, για το one way ticket στην Αμερική και το γιατί η AI δεν θα αντικαταστήσει ποτέ την κριτική σκέψη
Είναι ένας άνθρωπος που έμαθε από νωρίς ότι η ζωή δεν κινείται σε ευθεία γραμμή. Γεννημένος στην Κώμη Κεπίρ της Καρπασίας, σε ένα χωριό χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, βρέθηκε από την Κύπρο στην Αθήνα, από το Μετσόβιο στην προεδρία του USC, ενός από τα σημαντικότερα πανεπιστήμια των ΗΠΑ.
Στη διαδρομή του Μαξ Νικία υπάρχουν δύο λέξεις που επανέρχονται: ηγεσία και ανθεκτικότητα. Η πρώτη δεν είναι υπόθεση εγωισμού, αλλά προσφοράς. Η δεύτερη γεννήθηκε μέσα από την προσφυγιά, την απώλεια και την ανάγκη να σηκώνεσαι γρήγορα ύστερα από κάθε πτώση. Το 1974, φοιτητής στην Αθήνα, έμαθε για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και πέρασε μέρες χωρίς να γνωρίζει αν οι γονείς του ήταν ζωντανοί. Εκείνη η εμπειρία τον καθόρισε.
Τελευταία μέρα του Απριλίου, καθόμαστε σε ένα τσόχινο τραπέζι στην Αθηναϊκή Λέσχη – μόλις έχει ολοκληρωθεί η παρουσίαση του βιβλίου του «American Trojan», μιας αυτοβιογραφικής αποτίμησης της πορείας του.
Το βιβλίο είναι ογκώδες, αλλά, αν το ξεκινήσεις, δύσκολα τ’ αφήνεις. Ο βίος του είναι περιπετειώδης και ταυτόχρονα γεμάτος διανοητικούς σταθμούς και διδάγματα.
Μαξ Νικίας: Η Κύπρος, το USC και οι σταθμοί μιας διαδρομής με αντοχή
— Να ξεκινήσουμε από εσάς, ποιος είναι ο Μαξ Νικίας;
Η ταυτότητα, το ποιοι είμαστε, διαμορφώνεται λίγο πολύ από τις εμπειρίες της ζωής μας. Και οι δικές μου ξεκινούν από ένα πολύ μικρό χωριό στην Κύπρο, που σήμερα δυστυχώς είναι στα Κατεχόμενα: την Κώμη Κεπίρ, στην Καρπασία. Ήταν ένα χωριό με λιγότερους από χίλιους κατοίκους. Όταν γεννήθηκα και μεγάλωσα, τη δεκαετία του 1950, δεν υπήρχε ούτε ηλεκτρικό ρεύμα στο σπίτι. Ήμασταν δύο παιδιά, εγώ και μία μεγαλύτερη αδελφή. Ο πατέρας μου ήταν ξυλουργός. Ήταν όμορφα χρόνια.
— Και πώς ήρθατε στην Αθήνα να σπουδάσετε;
Όταν ήμουν στην τρίτη γυμνασίου, ο πατέρας μου πήγε σε συνάντηση με τους καθηγητές και του είπαν: «Ο γιος σου είναι καλός στα μαθηματικά και πρέπει να πάει στο Πρακτικό Τμήμα του Α΄ Γυμνασίου Αμμοχώστου. Μπορεί και να μπει στο πανεπιστήμιο». Εκείνη την εποχή ήταν μεγάλη υπόθεση. Θυμάμαι, ήταν μια βροχερή Κυριακή, γυρίζει ο πατέρας μου, μπαίνει στο δωμάτιό μου και λέει: «Θα πας σε πανεπιστήμιο να σπουδάσεις». Από τότε μου άρεσαν πάντα τα μαθηματικά. Οι καθηγητές έλεγαν: «Άμα είσαι καλός στα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες, το καλύτερο είναι το Μετσόβιο».
— Πότε ήρθατε στην Αθήνα;
Το 1972. Τελείωσα το γυμνάσιο το 1970, αλλά είχαμε υποχρεωτική θητεία στην Εθνική Φρουρά για δύο χρόνια. Υπηρέτησα, η θέση μου όμως στο Πολυτεχνείο κρατήθηκε – για τους Κυπρίους κρατούσαν τη θέση. Ήρθα το ’72.
— Το καλοκαίρι του ’74, σ’ ένα καφενείο στη Συγγρού, μαθαίνετε για την κυπριακή τραγωδία. Πώς σας καθόρισε αυτή η στιγμή;
Κανένας δεν πίστευε ότι η Τουρκία θα εισέβαλλε στην Κύπρο. Ήταν ξαφνικό, μεγάλη τραγωδία. Δεν ήξερα καν αν οι γονείς μου ήταν ζωντανοί. Δεν υπήρχαν επικοινωνίες. Το βράδυ βγήκα και περπατούσα μόνος μου στους δρόμους της Αθήνας. Πήρε μια βδομάδα μέχρι να επικοινωνήσω με τον πατέρα μου. Είχα πάει να μείνω με την οικογένεια ενός ξαδέρφου του – αυτοί είχαν τηλέφωνο, οπότε αν ο πατέρας μου έβρισκε τηλέφωνο, θα καλούσε εκεί. Εκείνες τις μέρες η κυπριακή φοιτητική οργάνωση είχε κάνει διαδήλωση στο Σύνταγμα, με ένα μεγάλο πανό που έλεγε «Μην πανηγυρίζετε, η Κύπρος καίγεται». Γιατί υπήρχαν πανηγυρισμοί στην Αθήνα για την επιστροφή της δημοκρατίας, γύριζε ο Καραμανλής, ο Παπανδρέου. Ήταν ανάμεικτα τα συναισθήματα.
— Πώς τα βγάλατε πέρα οικονομικά;
Την επομένη κατάλαβα ότι δεν είχα λεφτά, ο πατέρας μου δεν μπορούσε να με βοηθήσει. Είχα μια μικρή υποτροφία του ΙΚΥ. Πήρα εφημερίδες για τις αγγελίες, η δουλειά που βρήκα δεν είχε καμία σχέση με μηχανικούς – ήταν απλώς να μεταφέρεις κουτιά. Πήγα σε ένα γραφείο κάπου στην Ομόνοια. Εξήγησα στη γυναίκα εκεί ότι χρειαζόμουν δουλειά, ότι τα χάσαμε όλα, ότι είμαι από την Αμμόχωστο. Έβαλε τα κλάματα και μου λέει: «Όχι, παιδί μου. Εσύ είσαι φοιτητής του Μετσοβίου. Αυτή δεν είναι σωστή δουλειά για σένα». Της λέω: «Μα δεν με πειράζει, θα έχω οικονομικό πρόβλημα». Και απαντά: «Έχω έναν φίλο στην τεχνική υπηρεσία της Τράπεζας της Ελλάδος, στην Κλαυθμώνος, θα τον πάρω τηλέφωνο και θα του πω να σου δώσει δουλειά». Τον κάλεσε και μ’ έστειλε αμέσως. Έμεινα εκεί έναν χρόνο. Μετά μας ανέβασαν λίγο την υποτροφία – επίσης στους Κύπριους δίνανε δωρεάν κουπόνια για να τρώνε στην καφετέρια του Μετσοβίου.
— Έχω κρατήσει κι άλλη μια στιγμή: ο πατέρας σας σας δίνει την ευχή να μην ξαναγυρίσετε στην Κύπρο. Γιατί το έκανε αυτό;
Ένιωσε ότι, επειδή τα χάσαμε όλα, καταστραφήκαμε. Δεν ήθελε ο γιος του να ζήσει μέσα στην καταστροφή. Ήθελε να φτιάξει ένα καινούργιο μέλλον.
— Πώς προέκυψε η Αμερική;
Η ευκαιρία δημιουργήθηκε επειδή η γυναίκα μου τελείωσε την Ανωτάτη Εμπορική δύο χρόνια πριν από μένα και βρήκε δουλειά εδώ στην Αθήνα. Αυτή η εταιρεία είχε παράρτημα στο Λονδίνο, οπότε σκεφτήκαμε: γιατί να μην πάω στο Λονδίνο να σπουδάσω; Έστειλα αιτήσεις σε αγγλικά πανεπιστήμια, με δέχτηκε το Queen Mary College. Με τον μισθό της γυναίκας μου θα ζούσαμε και οι δύο, οπότε πήγαμε στην Αγγλία. Αλλά δεν μου άρεσε. Ένιωθα ότι δεν θα μ’ έβγαζε πουθενά. Και τότε εμφανίστηκε η δυνατότητα της Αμερικής.
— Πώς πήγατε;
Είχα έναν συμφοιτητή από το Μετσόβιο που ήταν στο Μπάφαλο της Νέας Υόρκης κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές. Πέρασε από το Λονδίνο και μου λέει: «Να έρθεις, θα μιλήσω σε ορισμένους καθηγητές». Μίλησε σε κάποιον, κι εκείνος, όταν άκουσε ότι είμαι απόφοιτος του Μετσοβίου, είπε «αυτός είναι άριστος μαθητής», κι έτσι μου δώσανε υποτροφία. Μάλιστα μου είπαν: «Να μην περιμένεις μέχρι τον Σεπτέμβριο, μπορείς να ’ρθεις τον Ιανουάριο». Φύγαμε μαζί με τη γυναίκα μου, one way ticket, από το Χίθροου στο JFK.
— Δέκα χρόνια μετά λαμβάνετε την υπηκοότητα. Πώς το βιώσατε αυτό;
Ήταν μία από τις πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής μας η μέρα που γίναμε Αμερικανοί πολίτες. Γι’ αυτό το κεφάλαιο στο βιβλίο το ονόμασα «Second Homecoming» (Δεύτερος Επαναπατρισμός). Νιώσαμε ότι ανήκουμε πάλι κάπου και έχουμε ίσα δικαιώματα. Εκτός Κύπρου. Δεν γίνεται αυτό μέσα σε μια νύχτα – πρέπει να μπεις στη νοοτροπία της κοινωνίας, να την καταλάβεις. Εγώ, επειδή μου άρεσε πάρα πολύ η ιστορία, διάβαζα τους ιδρυτικούς πατέρες των ΗΠΑ, την ιστορία της Αμερικής. Μου πήρε δέκα χρόνια να τη μάθω. Όποιον λέει ότι μαθαίνει γρήγορα δεν τον πιστεύω.
— Δεν νιώσατε ποτέ Έλληνας στην Ελλάδα;
Βέβαια ένιωθα! Είμαι περήφανος που είμαι Έλληνας. Όποτε έρχομαι στην Αθήνα, νιώθω σαν να γυρνάω στο σπίτι μου. Έχουμε πάρα πολύ έντονες και όμορφες μνήμες από τα φοιτητικά μας χρόνια εδώ. Μας έδωσε ταυτότητα. Ένας μεγάλος πυλώνας ήταν η αρχαία Ελλάδα. Κι αυτό που με ενθουσίασε ήταν ότι οι ιδρυτικοί πατέρες των Ηνωμένων Πολιτειών είχαν όλοι κλασικές σπουδές. Διδαχτήκανε την «Κύρου Παιδεία» του Ξενοφώντα. Το Σύνταγμα των ΗΠΑ μοιάζει πάρα πολύ με αυτό της αρχαίας Σπάρτης. Είδα αυτή την ταυτότητα μεταξύ αρχαίας Ελλάδας και ΗΠΑ, με ενθουσίασε. Στις κόρες μου έλεγα: «Δεν ξέρετε πόσο τυχερές είστε που γεννηθήκατε σε μια χώρα που τη δημιούργησαν τα ελληνικά ιδεώδη».
— Γράφοντας το βιβλίο, χρησιμοποιήσατε τη λέξη «πρόσφυγας». Γιατί την αποφεύγατε τόσα χρόνια;
Είναι κάτι το οποίο συμπιέζεις. Γιατί δεν έχει τίποτα άλλο να σου δώσει. Δεν ήταν εμπόδιο. Αυτό που μου έδωσε ήταν η ανθεκτικότητα. Η σκληρή δουλειά, το να θέλω να πετύχω στην καριέρα μου, για την οικογένειά μου. Αλλά τελικά μου άφησε και κάτι θετικό: η εμπειρία της προσφυγιάς μού έδωσε τη δύναμη να αντιμετωπίσω κρίσεις στο μέλλον, που αποκλείεται να ήταν χειρότερες από την εμπειρία που είχα στα 22. Συγκρίνεις: Είναι το πριν και το μετά.
— Πότε πηγαίνετε στο USC;
Το 1991, ακριβώς 12 χρόνια από τότε που είχαμε πάει στην Αμερική. Ήμουν στην ανατο λική ακτή, σε διάφορα πανεπιστήμια, μετά πήγα στην Καλιφόρνια, που είναι ένας άλλος πλανήτης βέβαια. Τα πρώτα 12 χρόνια η φήμη μου στην ψηφιακή επεξεργασία σημάτων είχε ανέβει. Είχα πολλά grants από την κυβέρνηση, από το Υπουργείο Άμυνας, από το National Science Foundation. Είχα 12 διδακτορικούς φοιτητές. Είχα χτίσει ένα μεγάλο ερευνητικό πρόγραμμα. Και τότε ήρθε το USC και με ήθελε ως καθηγητή – αυτοί ήρθαν να με προσλάβουν. Μέσα σε έναν χρόνο, δημιουργήθηκε η ευκαιρία να μπω και στη διοίκηση.
— Πώς σας εμπιστεύτηκε ο κοσμήτορας σε τόσο νεαρή ηλικία;
Ήμουν 40 ετών όταν ήρθε ο κοσμήτορας και μου είπε: «Θέλω να γίνεις το δεξί μου χέρι». «Γιατί; Τι έχω κάνει;» ρώτησα. Και μου απάντησε: «Έχω προσλάβει τόσους καθηγητές όλα αυτά τα χρόνια, κανένας δεν μ’ έχει εκπλήξει όπως εσύ». Είχε δει πως είχα χτίσει ένα μεγάλο ερευνητικό πρόγραμμα και, για να το κάνεις αυτό, πρέπει να έχεις ταλέντο στην ηγεσία και στη διοίκηση.
— Μιλήστε μου για την ηγεσία...
Το πρώτο που πρέπει να καταλάβει κάποιος, αν θέλει να παίξει ηγετικό ρόλο, είναι ότι η ηγεσία είναι προσφορά προς τους άλλους. Άτομα που είναι πάρα πολύ εγωκεντρικά δεν μπορούν να γίνουν καλοί ηγέτες. Ο Ξενοφώντας στην «Κύρου Παιδεία» μιλά για τον «καλό ηγέτη» και τα χαρακτηριστικά του – λέει ότι πρέπει να είσαι «φιλανθρωπότατος» και «φιλομαθέστατος». Κανένας δεν μπορεί να σε διδάξει την ηγεσία, όλοι αυτοδιδασκόμαστε.
— Και η ανθεκτικότητα;
Δεν υπάρχει γραμμή προς την κορυφή χωρίς να ανέβεις το βουνό, χωρίς να πέσεις κάτω. Είναι αναπόφευκτο. Το μυστικό είναι πόσο γρήγορα θα σηκωθείς. Μη μένεις στην αποτυχία, μη λυπάσαι τον εαυτό σου. Πρέπει να μάθεις να τον βάζεις στην άκρη και να προχωράς. Δεν μπορείς να παίρνεις τα πράγματα προσωπικά.
— Ο τίτλος του βιβλίου είναι «American Trojan». Πώς τον εμπνευστήκατε;
Ο στρατηγός Πετρέους μού τον πρότεινε. Ήμασταν μαζί στους Δελφούς, διάβασε το χειρόγραφό μου σε δύο βραδιές και το πρωί μου λέει: «Μαξ, δεν έχεις τον σωστό τίτλο». Μου είπε: «Είσαι Trojan επειδή είσαι από το USC, αλλά είσαι ο American Trojan». Και μου έδωσε παράδειγμα: το 2016 βγήκε μια βιογραφία του Ulysses Grant, με τίτλο «The American Ulysses». «Αυτός ήταν ο Αμερικανός Οδυσσέας», λέει, «εσύ είσαι ο Αμερικανός Τρώας». Τελικά αυτόν τον τίτλο πρότεινα στον εκδότη μου, και τον αγάπησε αμέσως.
— Γιατί όμως Τρώας;
Το Trojan είναι η μασκότ του πανεπιστημίου – ο στρατιώτης της Τροίας, από το 1929. Με ασπίδα και ξίφος και περικεφαλαία. Οπότε εγώ, ως πρόεδρος του USC, είμαι Τρώας.
— Θα ήθελα να κλείσουμε με την τεχνητή νοημοσύνη. Πώς αλλάζει ο ρόλος του πανεπιστημίου, ο ρόλος του καθηγητή κι ο ρόλος των ανθρώπων;
Η τεχνητή νοημοσύνη είναι μια φοβερή επανάσταση. Σε μεγάλο βαθμό, ειδικά για θέματα παιδείας, κανένας δεν είναι προετοιμασμένος να την αντιμετωπίσει. Μιλάμε για ένα τσουνάμι που έρχεται να σαρώσει τα πράγματα. Κανένας δεν μπορεί να προβλέψει ακριβώς πώς θα είναι σε 10 ή 20 χρόνια – όλοι θα εκπλαγούμε. Γιατί το μεγάλο ερώτημα θα είναι: ποιος είναι ο ρόλος του πανεπιστημίου; Είναι να περάσει γνώσεις από καθηγητή σε φοιτητή; Ο φοιτητής θα τις πάρει κατευθείαν από την AI. Ο ρόλος του καθηγητή θα περιοριστεί κυρίως στο να ορίζει το υλικό. Αλλά ακόμα κι αυτό ένα AI agent μπορεί να το κάνει...
— Και η ανθεκτικότητα σε αυτή την εποχή;
Είναι η μεγαλύτερη δεξιότητα που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος;
Το πιο σημαντικό για μένα θα είναι το ποιος θα διδάξει την κριτική σκέψη. Άρα επιστρέφουμε στους αρχαίους Έλληνες. Διότι η ανθρώπινη φύση δεν έχει αλλάξει. Οι τεχνολογίες έχουν αλλάξει, ο τρόπος που επικοινωνούμε έχει αλλάξει. Αλλά η φύση τού ανθρώπου δεν έχει αλλάξει. Θες να τη μάθεις; Τα «Ηθικά Νικομάχεια» του Αριστοτέλη, ο Θουκυδίδης – πώς τα συμφέροντα, η μία χώρα, η άλλη, οι συσχετισμοί. Όλα υπάρχουν στα κλασικά βιβλία. Για να καταλάβεις το μέλλον, πρέπει να επιστρέψεις και να διαβάσεις το παρελθόν.
— Ένα τελευταίο μήνυμα προς τους Έλληνες αναγνώστες;
Ελπίζω ότι το βιβλίο θα περάσει διδάγματα. Και να σας αφήσω με αυτό: όχι μόνο όταν μιλάμε για ηγεσία, αλλά και όταν μιλάμε για τη ζωή μας, το ζητούμενο είναι το πώς αντιμετωπίζουμε το απροσδόκητο. Γιατί η ζωή είναι γεμάτη από απροσδόκητα. Και πώς τα αντιμετωπίζουμε; Όσο μπορούμε περισσότερο χωρίς να πανικοβαλλόμαστε – αυτό πιστεύω είναι το πιο σημαντικό. Και το δεύτερο, για τους πιο νέους: η σκληρή δουλειά πάντα στο τέλος ανταμείβεται.