- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Στα τέσσερα: Το βιβλίο της Μιράντας Τζουλάι σε χτυπάει εκεί που πονάς
Αυτό το βιβλίο να το διαβάσετε, γιατί μπορεί να σας σώσει. Αν θέλετε να σωθείτε – κι αν αντέχετε να σωθείτε.
«Στα τέσσερα», της Μιράντα Τζουλάι: Ένα επαναστατικό βιβλίο για τον φόβο των αλλαγών που μπορεί να επιφέρει η εμμηνόπαυση στη σωματική και την ψυχική μας υγεία
Πολύ με ζόρισε αυτό το βιβλίο της Μιράντας Τζουλάι. Όχι επειδή είναι κακό – το αντίθετο: επειδή με χτυπούσε ακριβώς εκεί που πονούσα. Κι αυτό, μαθαίνω, κάνει σε χιλιάδες γυναίκες στη Δύση, γυναίκες που έχουν περάσει τα σαράντα και βρίσκονται στην προεμμηνόπαυση, την περιεμμηνόπαυση, την εμμηνόπαυση [άνδρες: ρωτήστε το ΑΙ για τις διαφορές]: τις ζορίζει.
Κάθε μία, βεβαίως, για τους δικούς της λόγους. Άλλη γιατί γουστάρει και κάνει λιγότερο σεξ· άλλη γιατί γουστάρει και κάνει αχαλίνωτο σεξ. Άλλη επειδή νιώθει να της τη σπάνε όλα, από τον/τη σύντροφο που μέχρι χτες λάτρευε, μέχρι τους φίλους μιας ζωής· άλλη επειδή δεν θέλει να μένει μακριά τους ούτε στιγμή κι αρχίζει να τους τη σπάει εκείνη. Σε άλλες, επειδή τούς θύμισε πώς είναι να διεκδικείς τη σωματική και συναισθηματική σου ελευθερία, να την αποκτάς και να πληρώνεις το τίμημα. Σε άλλες επειδή τούς δείχνει πώς είναι να φοβάσαι να πληρώσεις το τίμημα και να μένεις εγκλωβισμένη σε σχήματα που ούτε γι’ αστείο δεν σ’ εκφράζουν πια.
Άλλες φοβούνται γιατί συνδέουν την απουσία περιόδου με τον φόβο ότι θα γίνουν αόρατες ή μη επιθυμητές ή ότι το σώμα τους θα αποκτήσει απρόβλεπτες συμπεριφορές – δηλαδή με τον φόβο της απώλειας ελέγχου πάνω στις ίδιες και στους άλλους, στο βλέμμα των άλλων, στην επιθυμία των άλλων. Ενώ για άλλες η απελευθέρωση από τον μηνιαίο κύκλο είναι ανακούφιση: παύουν να πονούν, παύουν να έχουν το άγχος της εγκυμοσύνης, παύουν να είναι αντικείμενα του πόθου ή ίσως αρχίζουν να είναι αντικείμενα του πόθου με τους δικούς τους όρους. Είναι ελεύθερες να είναι πια ο εαυτός τους, να είναι αυτεξούσιες και αυτάρκεις, και όχι ένα μέσον για κάτι άλλο.
Θα μου πείτε: προβλήματα πρώτου κόσμου είναι αυτά· εδώ πεθαίνουν άνθρωποι. Προφανώς. Μα αυτούς δεν μπορώ να τους σώσω· ενώ αυτό το βιβλίο μπορώ να σας παροτρύνω να το διαβάσετε, γιατί μπορεί να σας σώσει. Αν θέλετε να σωθείτε – κι αν αντέχετε να σωθείτε.
Το «Στα τέσσερα» (μτφρ. Νατάσα Σίδερη, εκδ. Αλεξάνδρεια) είναι ένα μυθιστόρημα τόσο λοξό, τόσο αμετανόητο, τόσο αγέρωχο, τόσο προκλητικό που έχει διχάσει κριτικούς και κοινό: άλλ@ το θεωρούν μια σοκαριστικά ειλικρινή εξερεύνηση της γυναικείας σεξουαλικότητας, άλλ@ βρίσκουν τις πράξεις της πρωταγωνίστριας εγωιστικές σε βαθμό αντιπάθειας, αν όχι αποστροφής. Εδώ θα επαναλάβω αυτό που είπα πριν: τον καθένα τον χτυπά εκεί όπου πονά, στα τυφλά του/της σημεία, στα σημεία που χρήζουν ψυχανάλυσης, σαν να λέμε.
Μιράντα Τζουλάι: Το σώμα, η επιθυμία και η ρωγμή στη μέση της ζωής
Τέλος πάντων, για να μη μιλάμε θεωρητικά, η ιστορία έχει περιληπτικά ως εξής (και ναι, υπάρχουν ορισμένα σπόιλερ εδώ, αλλά τίποτα που να σας σταματήσει απ’ το να το διαβάσετε): Μισο-διάσημη καλλιτέχνης που ζει σε λειτουργικό, 18χρονο γάμο στο Λος Άντζελες με τον σύζυγο και το παιδί τους, αποφασίζει, έτσι για να αποδείξει σ’ εκείνον και στην ίδια ότι δεν είναι «παρκαδόρος» της ζωής (δηλαδή παθητικός άνθρωπος που παρακολουθεί τους άλλους να παίρνουν αποφάσεις κι αυτή προσαρμόζεται στο αποτέλεσμα), να γίνει «οδηγός» (ήτοι, ενεργητικός τύπος, που έχει τον έλεγχο της ζωής, δημιουργεί ευκαιρίες και οδηγεί τις καταστάσεις, αντί ν’ ακολουθεί) με τον πιο πεζό τρόπο: αντί να πάει να γιορτάσει τα γενέθλιά της στη Νέα Υόρκη με το αεροπλάνο, θα διασχίσει μόνη της, με το αυτοκίνητο, όλες τις ΗΠΑ.
Το εύρημα ακούγεται εκ πρώτης όψεως φτωχό τω πνεύματι, μα διόλου δεν είναι. Γιατί σαράντα λεπτά από το σπίτι της, την πρώτη κιόλας μέρα του ταξιδιού της, σε μία κωμόπολη έξω από το Λος Άντζελες που λέγεται Μονρόβια, εκείνη γνωρίζει σε ένα βενζινάδικο έναν νεαρό υπάλληλο της Hertz και πιάνει δωμάτιο σ’ ένα μοτέλ με σκοπό να τον δει ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Στο μοτέλ αυτό θα μείνει και τις τρεις εβδομάδες που υποτίθεται ότι κρατάει το ταξίδι της μέχρι τη Νέα Υόρκη και πίσω. Θα λέει καθημερινά ψέματα στο σύζυγο και το παιδί της από το τηλέφωνο («σήμερα είμαι στην Ιντιάνα· φοβερή η Γιούτα· έφτασα στη Φιλαδέλφεια») ενώ στην πραγματικότητα θα στήνει έναν ολόκληρο μηχανισμό για να κερδίσει τον νεαρότατο Ντέιβι.
Αυτός –που εκτός από το να παρκάρει και να ξεπαρκάρει ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα, είναι και ερασιτέχνης hip hop χορευτής– φαίνεται να διασκεδάζει με όλη την προσοχή που του δείχνει η κατά 20 χρόνια μεγαλύτερή του άγνωστη. Αυτή, για να τον κερδίσει, ρίχνει ένα κάρο λεφτά στην ανακαίνιση του φτηνού δωματίου της στο φτηνό μοτέλ, για να το κάνει να μοιάζει με σουίτα υπερλούξ ευρωπαϊκού ξενοδοχείου, σαν κάτι αρσενικά πουλιά που φτιάχνουν τις πιο περίπλοκες φωλιές για να τους διαλέξουν τα θηλυκά και να ζευγαρώσουν. Μόνο που, εδώ, όλα τα νήματα τα κινεί η 45χρονη πρωταγωνίστριά μας, χωρίς καλά-καλά να καταλαβαίνει τι ακριβώς κάνει, λες και το να συνυπάρχει με τον νεαρό Ντέιβι τής είναι απαραίτητο σαν οξυγόνο. Εκείνος, «παρκαδόρος», κολακεύεται, γουστάρει, το παίζει δύσκολος, κι ενώ είναι εμφανές ότι τη θέλει, ότι την αγαπάει ακόμα ακόμα μες στην τρυφερότητα που της δείχνει, δεν ενδίδει ποτέ με τον τρόπο που θέλει αυτή.
Δεν είναι φοβερό σπόιλερ να σας πω ότι δεν κάνουν ποτέ σωματικό σεξ μέσα σε αυτές τις τρεις εβδομάδες [λέω «σωματικό», γιατί διανοητικά το πηγαίνουν σε πολύ υψηλότερο επίπεδο] γιατί αυτός είναι αρραβωνιασμένος κι εκείνη έχει βάλει την αρραβωνιαστικιά του να της σχεδιάσει το δωμάτιο-φωλιά στο μοτέλ (χα). Κι ο ένας καθρεφτίζεται μέσα από τον άλλον, μιμείται τη ζωή του άλλου, τη ζωή που δεν έχει ή που θα ήθελε να έχει ή που νομίζει ότι έχει ο άλλος, σε ένα γαϊτανάκι απίστευτης ευρηματικότητας και σεξουαλικής ενέργειας, μέσα στους 4 τοίχους ενός φτηνού μοτέλ [αδιανόητο].
Όταν τελειώνει αυτό το πρώτο μέρος του βιβλίου κι εκείνη επιστρέφει αναγκαστικά στο σπίτι της, τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο φυσικά. Η εμμονή της με το νεαρό Ντέιβι (ή ίσως με τον εαυτό της που ξεδιπλώθηκε μακριά από το βλέμμα του συζύγου της και μπροστά στο βλέμμα του καθρέφτη και ενός αγοριού μικρότερης γενιάς) δίνει τέλος σε ό,τι λειτουργικό υπήρχε στο γάμο της: το επιτελεστικό, σχεδόν θεατρικό, τακτικό σεξ με τον σύζυγο, τα προσχήματα, τις αβρότητες, τις αντοχές. Και των δύο. Για να μην τα πολυλογώ, η πρωταγωνίστριά μας αποφασίζει να κάνει ό,τι μπορεί για να κερδίσει τον μικρό Ντέιβι έστω και για μία μόνο νύχτα: γίνεται φέτες στα γυμναστήρια, εξευτελίζεται μπροστά στην κάμερα του κινητού της και ποστάρει δημοσίως τα αποτελέσματα… Το επακόλουθο είναι να γίνουν μαλλιά-κουβάρια με τον σύζυγο και να απαιτήσουν και οι δύο να κοιμούνται εκτός συζυγικής εστίας μια φορά την εβδομάδα.
Μιράντα Τζουλάι: Ο γάμος ως πεδίο αναμέτρησης και επανεκκίνησης
Κάπου εδώ μπορεί να μου πείτε: πόσο μπανάλ! Λίγη γαλλική λογοτεχνία του 20ού αιώνα να έχει διαβάσει κανείς, τέτοιου είδους σχέσεις φαίνονται τετριμμένες. Μόνο που τίποτα δεν είναι τετριμμένο στο βιβλίο της Τζουλάι. Οι εξωσυζυγικές περιπέτειες είναι αναπάντεχη ευλογία και πόνος μαζί και για τους δύο: άλλοτε τούς φέρνουν κοντά, άλλοτε τους απομακρύνουν, τους οδηγούν σε role-playing, σε ανακάλυψη σκοτεινών και φωτεινών πτυχών του χαρακτήρα τους, στη διέγερση, στην απογοήτευση. Αυτή καταλήγει να τον απατά με ανθρώπους που ούτε φανταζόταν ποτέ ότι θα τη διέγειραν. Αυτός εξερευνά την ελευθερία του με πιο συμβατικούς, ίσως, τρόπους, μα προσπαθώντας να καταλάβει τον νέο, άγνωστο, δικό του άνθρωπο που στέκεται απέναντί του και του ζητά να αναθεωρήσει όλον τον τρόπο με τον οποίο σχετίζονταν οι δυο τους είκοσι χρόνια τώρα. Του ζητά να αναγεννήσει την επιθυμία σ’ έναν 18χρονο γάμο σαν να συστήνονταν οι δυο τους από την αρχή: πρώτα ο καθείς στον εαυτό του και μετά ο ένας στον άλλον. Σε ένα εκρηκτικό, επαναστατικό παιχνίδι αναδιάταξης όλων όσων τούς όριζαν μέχρι τότε.
Αυτή είναι πολύ πιο δύσκολη πίστα από τις εύκολες –και όντως τετριμμένες– διεξόδους των εραστών και των ερωμένων και των ανοιχτών γάμων της γαλλικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.
Και το ερώτημα είναι: μπορούν να παραμείνουν μαζί δύο άνθρωποι όταν ο ένας (και δη η γυναίκα!) αποζητά αναπροσδιορισμό ρόλων, ισορροπιών κι ορίων;
Αυτό το ερώτημα δεν είναι δα και τίποτα νέο: αιώνες τώρα, πάμπολλοι άνδρες σε «κρίση μέσης ηλικίας» διεκδικούσαν (και πετύχαιναν) να μετακινήσουν, να αναπροσαρμόσουν, να σπάσουν τα μέχρι τότε όρια της ζωής τους (όρια που οι ίδιοι είχαν θέσει τις περισσότερες φορές, ειρήσθω εν παρόδω, αν όχι ατομικώς, τότε κοινωνικώς), αποκτώντας ερωμένες ή εραστές, αλλάζοντας δουλειά, χωρίζοντας και λοιπά και λοιπά, αφήνοντας τις γυναίκες της ζωής τους να παρακολουθούν τις αλλαγές ως κομπάρσοι-«παρκαδόροι». Είδαμε και πάθαμε να τους πείσουμε ότι αυτή η ισοπέδωση των βασικών συντεταγμένων της ζωής τους, το να τα θέλουν και να τα έχουν όλα, είναι εγωιστική και πληγωτική για τους γύρω τους και λοιπά και λοιπά [παρεμπιπτόντως, μια εξαιρετική απεικόνιση αυτής ακριβώς της «ύβρεως» (και της νεμέσεώς της) –αν και με αφορμή όχι μια κρίση μέσης ηλικίας, αλλά έναν γάμο– παρουσιάζεται στο «Μουσείο της Αθωότητα»ς, του Ορχάν Παμούκ, στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή Κεμάλ] και ότι δεν πρέπει να το κάνουν. Αλλά είναι τελικά;
Είναι τόσο εγωιστικό να θέλεις να επαναπροσδιορίσεις όρους και κανόνες και σχέσεις και υποχρεώσεις που δούλεψαν για χρόνια ολόκληρα αλλά δεν σε εξυπηρετούν πια; Που σε πνίγουν; Nel mezzo del cammin di nostra vita, λέει, διασήμως, ο Δάντης στην Κόλαση της «Θείας Κωμωδίας»: «Στα μέσα του δρόμου της ζωή μας, βρέθηκα σ’ ένα δάσος σκοτεινό, όπου ο δρόμος ο ίσιος, ο σωστός, είχε χαθεί». Δηλαδή αυτό το ταράκουλο συμβαίνει σε εκατομμύρια ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των μεγαλυτέρων συγγραφέων στην ιστορία της ανθρωπότητας, χιλιάδες χρόνια τώρα. Άλλοι στρέφονταν στον Θεό, άλλοι στις εξωσυζυγικές περιπέτειες, άλλοι στα ταξίδια.
Να, λοιπόν, και μια γυναίκα, που nel mezzo del cammin di sua vita διεκδικεί να ορίσει η ίδια τη ζωή της από εδώ και στο εξής, θέλοντας να τα έχει όλα: σαν τον Κεμάλ του Παμούκ. Αλλά αντίθετα με το μελόδραμα του Παμούκ, αυτό δεν οδηγεί ούτε στην απομόνωση, ούτε στο κινηματογραφικό θάνατο των εραστών (ουπς, να ένα σπόιλερ, μα για άλλο βιβλίο), αλλά σε μια βαθιά σοφία: στη γνώση ότι η επιθυμία, το σώμα, η ταυτότητα του ανθρώπου διαμέσου της ζωής του είναι ένας γρίφος που παραμένει άλυτος, καθότι μεταβλητός, μέχρι τελευταίας στιγμής. Κι ότι το να αφήνεις το αντικείμενο του (τρελού) σου πόθου ελεύθερο, αντί να το καταδυναστεύεις μέχρι να του ρουφήξεις όλη την ενέργεια, α λα Μουσείο της Αθωότητας, είναι τελικά από μόνο του μια πράξη αδιανόητης ομορφιάς.
[Κι αν αναρωτιέστε πού ακριβώς πονούσα εγώ και πού ακριβώς με «χτύπησε» αυτό το μυθιστόρημα, θα σας πω: στον φόβο των αλλαγών που μπορεί να επιφέρει στο μέλλον η εμμηνόπαυση στη σωματική και την ψυχική μου υγεία – οι διπολικοί άνθρωποι ανησυχούν με τις αλλαγές στα ορμονικά επίπεδα και στη συναισθηματική ισορροπία. Αλλά και κάπου αλλού: σ’ εκείνη την υπέροχη σκηνή που ο νεαρός Ντέιβι βγάζει για πρώτη φορά τη μπλούζα του κι είναι λες και χτύπησε την πρωταγωνίστριά μας ένα υπέρλαμπρο φως, ο ήλιος του λυσιμελούς έρωτα, που γίνεται φιτίλι για δημιουργία και καταστροφή και γεννάει νόημα και σκοπό σε μια ζωή μηχανική. Κι άντε τώρα εσύ να μπορέσεις ν’ αφήσεις ελεύθερο αυτό το φως.]