- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Με τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη στην Κυψέλη των βιβλίων και των ιδεών
Μια συζήτηση με τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη για βιβλία, πόλεις και εμμονές - Ένας ποιητής της περιπλάνησης
Έχουμε δώσει ραντεβού με τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη –που, όπως μου εξηγεί, ονομάστηκε Ίκαρος εξαιτίας της αγάπης του στρατιωτικού πατέρα του για την Αεροπορία– στον Φοίβο, στην αγαπημένη του Κυψέλη. Με τη χαρακτηριστική τραγιάσκα του, τα γυαλιά με τον μαύρο σκελετό, την καμπαρντίνα κι από μέσα ένα σακάκι με μια κονκάρδα με τον Γάλλο θεωρητικό και επαναστάτη Γκι Ντεμπόρ στο πέτο, και βέβαια κρατώντας την ταμπακιέρα και το cigarette holder του, ο Μπαμπασάκης μοιάζει να έχει βγει από κάποιο βιβλίο του Τζακ Κέρουακ, από τη δεκαετία του 1950.
Σύντομα, αφότου παραγγέλνουμε τους καφέδες μας, αρχίζουμε τη συζήτηση σχετικά με τα δύο νέα του βιβλία που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2025: «Το ποίημα λέει καλημέρα», τον Απρίλιο, από τις εκδόσεις Ιωλκός, και «Στο night-club των συνειρμών», τον Δεκέμβριο, από τις εκδόσεις Παρουσία.
Με σχεδόν πενήντα χρόνια παρουσίας στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων, ο Μπαμπασάκης έχει ασχοληθεί με την ποίηση, την πεζογραφία, τη μετάφραση, τη δημοσιογραφία και το ραδιόφωνο. Γεννημένος στα Τρίκαλα, ξεκίνησε τις σπουδές του στα Οικονομικά, στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Πειραιώς, αλλά γρήγορα τα παράτησε για να σπουδάσει Κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου και στη συνέχεια Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Μπίλεφελντ, στη Γερμανία. Από νωρίς στην καριέρα του ασχολήθηκε με τη συστηματική μελέτη των «ιστορικών πρωτοποριών», όπως τον φουτουρισμό, τον ντανταϊσμό, τον υπερρεαλισμό, την μπιτ λογοτεχνία, τον λετρισμό, τους καταστασιακούς κ.λπ., γράφοντας βιβλία για τον Ντεμπόρ, τον Γουίλιαμ Σ. Μπάροουζ και τον Μάη του ’68.
Σήμερα, ο Μπαμπασάκης δεν έχει πάψει να γράφει αποτίοντας φόρο τιμής στους λογοτεχνικούς του ήρωες –δίνοντας μια νέα σημασία στο όνομά του, Ίκαρος, μέσω της αναφοράς του στο έργο του Τζέιμς Τζόυς–, γνωρίζοντας ταυτόχρονα νέους, όπως τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας (έργα του οποίου έχει μεταφράσει στα ελληνικά), τον νομπελίστα Λάσλο Κρασναχορκάι, την ποιήτρια Eva H.D. και τον σκηνοθέτη Τσάρλι Κάουφμαν.
Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης μιλάει για τα βιβλία και τις επιρροές του
― Το 2025 κυκλοφόρησαν δύο νέα βιβλία σας. Αν και το πρώτο είναι μια εκτενής ποιητική σύνθεση και το δεύτερο ένα «βιβλίο-περιπλάνηση» σε πρόζα, υπάρχουν στοιχεία που τα συνδέουν μεταξύ τους;
Ναι. Μπορεί κανείς να πει ότι το «Ποίημα λέει καλημέρα» έχει μια αφηγηματικότητα και το «Στο night-club των συνειρμών» έχει μια ποιητικότητα. Ουσιαστικά, σε ό,τι κάνω υπάρχει πάντα η «λοξή ματιά του ποιητή». Επίσης, από μικρός, έχω επηρεαστεί πολύ από τα εικαστικά, τη μουσική και τον κινηματογράφο. Οπότε, όλα αυτά, δημιουργούν μαζί ένα ενιαίο αποτέλεσμα.
Το «Ποίημα λέει καλημέρα» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ιωλκός, που είναι ο εκδοτικός οίκος με τον οποίο συνεργάζομαι κυρίως αυτή την περίοδο, ενώ το «Στο night-club των συνειρμών» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παρουσία. Αυτό γιατί, όταν υπήρχε η Παρουσία του αείμνηστου Ηλία Λάγιου (στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένο το βιβλίο), του Γιώργου Τσάκαλου και του Βασίλη Χατζηϊακώβου, είχε ξεκινήσει η κυκλοφορία μιας σειράς βιβλίων των [Στέφανου] Ροζάνη, Νάσου Βαγενά, Λάγιου, και προοριζόταν να εκδοθεί και ένα δικό μου, με τίτλο «Τετράγωνο». Ο εκδοτικός οίκος, όμως, έκλεισε, μαζί και το βιβλιοπωλείο, και η έκδοση του βιβλίου αναβλήθηκε επί χρόνια. Κάποια στιγμή, λοιπόν, μου λέει ο Βασίλης: «Ξεκινάω ξανά την Παρουσία και θέλω να είσαι ο πρώτος που θα εκδώσουμε». Έτσι το κανονίσαμε και κυκλοφόρησε λίγο πριν τα Χριστούγεννα το «Στο night-club των συνειρμών», το οποίο δούλευα για τουλάχιστον πέντε χρόνια.
― Πολλά από τα βιβλία σας τα τελευταία χρόνια, συνοδεύονται από ζωγραφιές και σχέδια. Αποτελούν μέρος της αρχικής έμπνευσης για τα βιβλία οι εικονογραφήσεις που επιλέγετε;
Είναι ένα «concept». Όλα τα ποιητικά βιβλία που θα βγάλω στην Ιωλκό θα έχουν εικονογράφηση. Αυτό που θα κυκλοφορήσει φέτος, με τίτλο «Φιλμ/Σύνθεσις», το έχει εικονογραφήσει ο Σπύρος Μαντζαβίνος. Όλοι οι εικαστικοί που έχουν εικονογραφήσει έργα μου είναι φίλοι μου. Στην ουσία, πρόκειται για μια σύμπραξη. Με τον Κώστα Τσώλη, που εικονογράφησε την «Ωδή Κυψέλης», η συνεργασία ξεκίνησε ως εξής: Του πήγα το βιβλίο στο εργαστήριό του και μου ζήτησε να του το διαβάσω. Καθώς εγώ διάβαζα ένα ένα τα ποιήματα, εκείνος άρχισε (υπό την ενθάρρυνση τσίπουρου) να δημιουργεί μπροστά μου ζωγραφιές, κολάζ και σχέδια, τα περισσότερα από τα οποία μπήκαν στην τελική έκδοση.
Με τη Χλόη Ακριθάκη, που εικονογράφησε το «Ποίημα λέει καλημέρα», ήταν λιγάκι διαφορετικά τα πράγματα. Μου είχε χαρίσει ένα τετράδιο με σκίτσα της, ενώ πριν δεν ήξερα καν ότι ζωγραφίζει. Της είπα, λοιπόν, πως τα σχέδιά της ήταν καταπληκτικά και της πρότεινα να τα εκθέσει. Εκείνη δεν ήθελε, λόγω του πατέρα της –του μεγάλου Αλέξη Ακριθάκη– οπότε χρειάστηκε αρκετή πίεση εκ μέρους μου, αφ’ ενός για να συνεχίσει να ζωγραφίζει και αφ’ ετέρου για να εκτεθεί με αυτόν τον τρόπο. Τη φώναξα μια μέρα στο μπαλκόνι μου, της διάβασα το «Ποίημα» και της το έστειλα μετά, για να έχει τη συνολική εικόνα της σύνθεσης. Σιγά σιγά, στο σπίτι της, μετέτρεψε κάποια παλιά σχέδια που είχε κι έφτιαξε και μερικά πρωτότυπα, ολοκληρώνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο την εικονογράφηση.
Με την Ειρήνη Καραγιαννοπούλου, που έχει κάνει την εικονογράφηση στο «Night-club των συνειρμών», γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Καθώς το βιβλίο μιλάει για απατεώνες, εκκεντρικούς, επαναστάτες, αλλόκοτους, ποιητές, λοξούς κ.λπ., θεώρησα πως η Ειρήνη θα ήταν η καταλληλότερη γι’ αυτή τη δουλειά, όντας και εκείνη «ιντριγκαδόρικο» πλάσμα. Της προώθησα, λοιπόν, το βιβλίο και άρχισε να μου στέλνει σχέδια, οπότε έγινε μια τέτοια αλληλοπεριχώρηση. Για το εξώφυλλο, διαλέξαμε την εικόνα που θυμίζει λίγο τον «Μεγάλο Γκάτσμπυ», έναν από τους μεγαλύτερους απατεώνες στην ιστορία της λογοτεχνίας.
― Τα έργα σας διακρίνονται για τις εκτενείς αναφορές τους. Πολλές από τις «εμμονές» σας δεν έχουν αλλάξει – πάντα είχατε ιδιαίτερη αδυναμία στον Γκι Ντεμπόρ, τους λετριστές, τους μπιτ, τον Μπομπ Ντίλαν, τον Μάνο Χατζιδάκι κ.ά. Θεωρείτε, κατά κάποιον τρόπο, πως ανήκετε στο ίδιο «γενεαλογικό δέντρο» μ’ εκείνους;
Πιστεύω πως οι άνθρωποι είμαστε ένας μηχανισμός παραγωγής αναμνήσεων. Επιμένω ότι γράφω από ευγνωμοσύνη γι’ αυτούς που με έκαναν άνθρωπο ή που με κατέστρεψαν, γιατί αλλιώς τώρα θα ήμουν απόστρατος πτέραρχος ή κάτι τέτοιο. Άλλωστε, όταν από δεκατεσσάρων χρονών παιδία (όταν ήμασταν ακόμα στον Βόλο) έπεσαν στα χέρια μας βιβλία του Άλεν Γκίνσμπεργκ, του Εμπειρίκου, του Εγγονόπουλου, της Σίλβια Πλαθ κ.λπ., θεωρώ πως είχαμε ένα πολύ ορμητικό ξεκίνημα. Αρχίσαμε να γράφουμε υπό την επίδραση αυτών των σπουδαίων συγγραφέων – εξομολογητικά ποιήματα, με έντονα «αυτοβιολογικά» στοιχεία, καθημερινότητα, μέθη, οράματα, όλα αυτά. Αυτό μου έμεινε.
Δεν νομίζω πως υπάρχουν συγγραφείς που δεν έχουν έμμονες ιδέες και που δεν γράφουν ψηφίδες οι οποίες συγκροτούν το σύνολο του έργου τους. Ο φίλος μου ο [Χρήστος] Βακαλόπουλος, για παράδειγμα, είχε μια εμμονή με την Κυψέλη και την υπέρβαση της πολιτικής, μέσω του συναισθήματος και της παράδοσης. Ο [Θόδωρος] Αγγελόπουλος πάλι, είχε τις εμμονές του με την ιστορία και με την πολιτική στην Ελλάδα και έτσι συνέθεσε το θαυμαστό του έργο. Εμένα πάντα με ενδιέφερε αυτό που ονομάζω «εποποιία της καθημερινής ζωής». Το να μιλήσω για τον καφέ και το τσίπουρο ή για μια περιπλάνηση στην πόλη και τους φίλους (που ο Τενεσί Ουίλιαμς έλεγε πως είναι «η συγγνώμη του Θεού για τους συγγενείς») είναι για εμένα πιο σημαντικό από το να γράψω μια συμβατική ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Άλλωστε, μία από τις κυρίως επιρροές μου είναι ο ντανταϊσμός, που απορρίπτει οποιαδήποτε συμβατικότητα. Ήθελα να δουλεύω σαν «ένα μηχάνημα καταγραφής», όπως έλεγε και ο Μπάροουζ, περνώντας στο χαρτί αυτά που βλέπω, ακούω, αφουγκράζομαι, μυρίζω κ.λπ.
― Το «Ποίημα λέει καλημέρα» ξεκινάει με ένα απόφθεγμα από το «Western Lands» (1987) του Γουίλιαμ Σ. Μπάροουζ. Αναφέρεστε συχνά στον «πατέρα» της μπιτ λογοτεχνίας. Το συγκεκριμένο του έργο, το έγραψε όταν ήταν 73 και, όπως σημειώνετε και στο ποίημα, κάποιοι κριτικοί είχαν πει τότε πως ο Μπάροουζ προσπαθεί μέσα από το γράψιμο να «ξεφύγει από τον θάνατο». Τι σας τράβηξε το ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο έργο, ενώ είστε τουλάχιστον 10 χρόνια νεότερος απ’ ό,τι ήταν ο Μπάροουζ όταν το έγραψε;
Και όταν διάβασα Ντοστογιέφσκι ήταν ήδη εκατό χρόνια νεκρός. Υπάρχουν έργα που παραμένουν φρέσκα, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Αυτή η τριλογία του Μπάροουζ –«Οι πόλεις της κόκκινης νύχτας», «Ο τόπος των νεκρών δρόμων», που είναι και το αγαπημένο μου από τα τρία, και το «Western Lands»– συνθέτει μια συμφωνία, σαν να διαβάζεις μια «εγκυκλοπαίδεια» Μπάροουζ. Εδώ, επίσης, γράφει με έναν πιο ώριμο τρόπο, έχοντας την ευχέρεια να συνδυάζει το πειραματικό –αυτό, δηλαδή, που έκανε με την τριλογία «Nova Express»– με το πιο σύγχρονο, δημιουργώντας έτσι ένα «μεταλλικό» αφήγημα. Από την άλλη, δεν λείπουν οι χαρακτηριστικές του αναφορές στον Billy the Kid, το «Waste Land» του Τ.Σ. Έλιοτ, την Ταγγέρη, τον Τόμας ντε Κουίνσι και τον Σαίξπηρ – όπως έλεγε, μάλιστα: «Δεν είμαι παρά ένας λοχίας στη Διμοιρία Σαίξπηρ».
Ο Μπάροουζ βρίσκεται συνεχώς με το ένα πόδι στη φαντασία, ενώ το άλλο είναι βαθύτατα προσγειωμένο στην πραγματικότητα, ή αυτό, τέλος πάντων, που εκείνος ονομάζει «Στούντιο της Πραγματικότητας». Το «Ποίημα» μού ήρθε αργά ένα μεσημέρι, όταν καθόμουν στο μπαλκόνι, βλέποντας απέναντι την Αίγινα. Είχα αφήσει άσπρα γένια τότε και σκεφτόμουν: «Εντάξει, γέρασα πια, καιρός να δούμε πώς αντιμετωπίζουμε τα γηρατειά». Όπως και το «Western Lands», έτσι και το «Ποίημα», με τον τρόπο του, είναι μια ωδή στην αντίσταση απέναντι στο γήρας.
― Στο «Night-club των συνειρμών» κεντρικό ρόλο έχει μια αναφορά σε έναν άλλο γίγαντα του μοντερνισμού, τον Τζέιμς Τζόις, και συγκεκριμένα στα 100 χρόνια (και κάτι μήνες) από την κυκλοφορία του μνημειώδους έργου του, «Οδυσσέας» (1922). Τα 18 κεφάλαια του «Οδυσσέα» παίζουν εδώ κι έναν δομικό ρόλο. Ποια ήταν η συνεισφορά του Τζόις στη «λογοτεχνία των συνειρμών» και γιατί αξίζει να τον «γιορτάζουμε» ακόμα και σήμερα;
Μου αρέσει να λέω για το «Ulysses» –όπως επιμένει να το λέμε ο [Άρης] Μαραγκόπουλος, και έχει δίκιο– ότι είναι 18 μυθιστορήματα στη συσκευασία ενός. Ο Τζόις εδώ πειραματίζεται με όλα σχεδόν τα είδη –από το ρεπορτάζ και το θέατρο, μέχρι την όπερα και τον ρεαλισμό–, φτάνοντας, βέβαια, στον μονόλογο της Μόλι, που δεν έχει σημεία στίξεως και διαλύει τη φόρμα, τελειώνοντας μ’ ένα «ναι». Είναι ένα έπος κατάφασης στη ζωή, πειραματιζόμενο μ’ έναν τρόπο που είναι πολύ διασκεδαστικός. Το «Ulysses» είναι ένα κλασικό έργο, που διαβάζεται και σήμερα ανετότατα. Δεν είναι τόσο δύσκολο όσο λένε. Όπως και το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Προυστ, το «InfiniteJest» του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας και το «Ουράνιο τόξο της βαρύτητας» του Τόμας Πίντσον – τρία κορυφαία, τεράστια σε έκταση βιβλία. Δεν είναι δύσκολα, απλώς θέλουν προσοχή.
Ο Τζόις, συν τοις άλλοις, είναι και πολύ χωρατατζής, οπότε κάθε μερικές σελίδες σκας στα γέλια. Είχαμε κάνει έναν «μαραθώνιο», όπου διαβάσαμε όλο το «Ulysses», σε βιβλιοπωλεία όπως το Μανιφέστο στη Θεσσαλονίκη, τον Μωβ Σκίουρο στην πλατεία Καρύτση και το Bibliothèque. Συμμετείχε και ο [Ελευθέριος] Ανευλαβής, που έχει μεταφράσει στα ελληνικά το «Ulysses» και το «Finnegans Wake». Από τότε είχα την ιδέα να γράψω κάτι που να αναφέρεται στον Τζόις και την επέτειο από την πρώτη έκδοση του βιβλίου. Έτσι αποφάσισα να γράψω το «Στο Night-club των συνειρμών» σαν έναν φόρο τιμής στον Τζόις και γι’ αυτόν τον λόγο το βιβλίο, αν προσέξεις, εκτός από την τελευταία σελίδα δεν έχει πουθενά τελεία, αλλά μόνο κόμματα, άνω τελείες, παύλες κ.λπ. Η συνεισφορά του είναι τεράστια στη λογοτεχνία. Έχω προσέξει, επειδή διαβάζω και αστυνομικά και κατασκοπευτικά, ότι συγγραφείς όπως ο Τζον Λε Καρέ για παράδειγμα, έχουν επηρεαστεί πάρα πολύ από τον Τζόις. Χρησιμοποιούν ειρμούς, εσωτερικούς μονολόγους κ.λπ. Όλοι οι αβαντ-γκαρντίστες έχουν συμβάλλει και στην εμπορική λογοτεχνία.
― Έχοντας μια παρουσία σχεδόν 50 χρόνων στον χώρο των γραμμάτων, δεν είναι αναγνωρίσιμη μόνο η γραφή σας, αλλά και η παρουσία σας, ακόμα και το σπίτι σας, όπου γυρίστηκε μέρος της ταινίας μικρού μήκους του Τσάρλι Κάουφμαν και της Eva H.D., «How to Shoot a Ghost». Είναι ζητούμενο αυτό για εσάς ή απλώς αναπόφευκτο;
Είναι εκατό τοις εκατό ζητούμενο. Για εμένα και για μερικούς φίλους μου –τον Θάνο Σταθόπουλο, για παράδειγμα– είναι αναπόφευκτο. Από τότε που άρχισα να διαβάζω έργα της μπιτ γενιάς, με φιγούρες όπως ο Άλεν Γκίνσμπεργκ, που και ως εικόνα είχαν κάτι που με γοήτευε, αλλά ιδίως όταν διάβασα τον Χένρι Μίλερ, ξεκινώντας με τον «Τροπικό του καρκίνου» και έχοντας αργότερα την ευλογία να μου προτείνει το Μεταίχμιο να μεταφράσω όλη την τριλογία («Τροπικός του Καρκίνου», «Τροπικός του Αιγόκερω» και «Μαύρη Άνοιξη»), τον «Κλιματιζόμενο εφιάλτη», τις «Ήσυχες μέρες στο Κλισί», την αλληλογραφία με την Αναΐς Νιν και τον «Κόσμο του σεξ», ήθελα να ζω με έναν τρόπο που να τιμά αυτούς που με γαλούχησαν. Έτσι, έμπλεξα και με ανθρώπους παρεμφερείς – με τον Λεωνίδα Χρηστάκη, τον Νίκο Καρούζο, τον Ευγένιο Αρανίτση, τον Γιώργο Κακουλίδη, τον Θάνο Σταθόπουλο, τον Γιάννη Τζώρτζη κ.ά.
Στον κινηματογράφο, από τους εν ζωή ενεργούς σκηνοθέτες ξεχωρίζω τρεις: τον Πολ Τόμας Άντερσον, τον Λεός Καράξ και τον Τσάρλι Κάουφμαν. Δεν είχα φανταστεί ποτέ στη ζωή μου ότι θα γνώριζα τον Τσάρλι, ότι θα γινόμασταν φίλοι και ότι θα γύριζε ένα κρίσιμο μέρος της ταινίας του στο σπίτι μου. Η γνωριμία έγινε μέσω της εξαιρετικής Ελληνοκαναδής ποιήτριας και σεναριογράφου των δύο τελευταίων ταινιών του Κάουφμαν, Eva H.D. Είχα γνωρίσει τη δουλειά της μέσω της φίλης μου και ποιήτριας Καλλιόπης Αλεξιάδου και εντελώς τυχαία, όταν με κάλεσε στο Φεστιβάλ Ποίησης Πάτρας ο Αντώνης Σκιαθάς, έτυχε τα ονόματά μας στο πρόγραμμα να βρίσκονται δίπλα δίπλα. Ενθουσιασμένος που βρισκόταν κι εκείνη στο φεστιβάλ, επεδίωξα να τη γνωρίσω και γίναμε αμέσως φίλοι. Τα βιβλία της, που έχουν ένα εξομολογητικό, post-beatnik ύφος και είναι εξαιρετικά ευφυή, έχω αρχίσει ήδη να τα μεταφράζω στα ελληνικά, ενώ πρόκειται να κυκλοφορήσει το «Jackals & Fireflies» σε μια δίγλωσση έκδοση από τις εκδόσεις Ιωλκός.
Εκείνη την εποχή, η Eva είχε ξεκινήσει να γράφει το σενάριο για τη νέα ταινία μικρού μήκους του Τσάρλι Κάουφμαν και μου το έδωσε να το διαβάσω. Εγώ ξετρελάθηκα. Βοήθησα σ’ ένα μέρος του ρεπεράζ, στέλνοντας στην Eva και τον Τσάρλι φωτογραφίες από την κουζίνα και το γραφείο του σπιτιού μου, τον κινηματογράφο Studio New Art Cinema και δικές μου μαζί με τον Βασίλη Χατζηϊακώβου, που βλέπουμε σήμερα και στο τελικό cut του «How to Shoot a Ghost».
― Πολλά από τα έργα σας διαδραματίζονται και αντλούν την έμπνευσή τους από την κουλτούρα των μπαρ και των καφέ της Αθήνας. Συμφωνείτε με τον Οράτιο: Κανένα ποίημα γραμμένο από άνθρωπο που πίνει μόνο νερό δεν μπορεί ούτε να ζήσει, ούτε να αρέσει για πολύ καιρό.
Το είχε πει και ο Μπωντλαίρ και το έλεγε συχνά και ο Κωστής Παπαγιώργης, ότι «Δεν πρέπει να εμπιστεύεσαι άνθρωπο που πίνει μόνο νερό». Και ο Ηράκλειτος, από την άλλη, έλεγε ότι μέσα από τον οίνο φανερώνεται η προσωπικότητα ενός ανθρώπου. Νομίζω ότι παίζουν ρόλο όλα αυτά. Όπως ο ποδοσφαιριστής έχει έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής (πρέπει να γυμνάζεται, να κάνει διατροφή κ.λπ.), αναγκαστικά και ο καλλιτέχνης έχει έναν τρόπο ζωής που τον οδηγεί στη συναναστροφή με άλλους ανθρώπους. Γιατί όταν γράφεις, λόγου χάρη, είσαι μόνος, οπότε χρειάζεται να συναντιέσαι με ανθρώπους που τους έχεις εμπιστοσύνη και να έχεις έναν διάλογο μαζί τους, ακόμα κι αν διαφωνείς.
Εγώ, για παράδειγμα, έχω, εδώ και 15 χρόνια, έναν γονιμότατο διάλογο με τον Νικήτα Σινιόσογλου, με τον οποίο διαφωνούμε στα πάντα, αλλά είναι ένας ευγενέστατος διάλογος που μας πλουτίζει και τους δύο. Οι χώροι όπου συνήθως συναντιούνται καλλιτέχνες στην Αγγλία και την Ιρλανδία είναι οι παμπ, ενώ στην Ελλάδα είναι τα ουζερί, τα μεζεδοπωλεία και τα καφενεία ή τα σπίτια φίλων. Πολλές συζητήσεις σε σπίτια έχουν κρατήσει μέχρι πρωίας. Είναι πολύ ωραίο να μοιράζεσαι ιδέες, πράγματα που σου αρέσουν, όπως δίσκους και βιβλία, ή δικά σου γραπτά με φίλους. Είχα κάποτε μια γραφομηχανή στο κέντρο μιας κατοικίας μου στα Εξάρχεια και κάθε μέρα όποιος έμπαινε μέσα έγραφε κι από κάτι. Έτσι, έχω συγκεντρώσει σήμερα πολλά ποιήματα που δεν ξέρω ποιος τα έχει γράψει – πράγμα το οποίο βρίσκω πολύ γοητευτικό.
― Έχετε συναναστραφεί με τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες της εποχής σας, και όχι μόνο, καθώς γνωρίζεστε μέχρι και με τον Ούγγρο νομπελίστα Λάσλο Κρασναχορκάι. Ποιες ήταν οι προσωπικότητες που σας σημάδεψαν και ποιους θεωρείτε μέντορές σας;
Η πρώτη προσωπικότητα που με σημάδεψε –εκτός από την παρέα των φίλων στον Βόλο: Γιάννη Τζώρτζη, Βασίλη Τσαλή και Νίκο Λουδοβίκο (που αργότερα έγινε πάτερ)– ήταν ο Λεωνίδας Χρηστάκης, που τότε έβγαζε το «Ιδεοδρόμιο». Τον γνώρισα πιτσιρικάς και δέθηκα πολύ μαζί του. Έμαθα πάρα πολλά πράγματα και μέσα από αυτόν γνώρισα προσωπικότητες όπως τον Θωμά Γκόρπα, τον Πάνο Κουτρουμπούση και τον Νάνο Βαλαωρίτη –με τον οποίο ο Λεωνίδας ήταν φίλος παλιότερα–, που μου έμαθε πολλά πράγματα και παραμείναμε φίλοι μέχρι την εκδημία του. Στη συνέχεια γνώρισα και έκανα πολύ καλή παρέα με τον Βασίλη Ραφαηλίδη, που λειτούργησε ως αντίβαρο στην προσωπικότητα του Λεωνίδα Χρηστάκη. Ο Ραφαηλίδης ήταν μαρξιστής φιλόσοφος, με τροτσκιστικές τάσεις και πολύ πιο οργανωμένος στο μυαλό από τον ενίοτε χαοτικό Λεωνίδα. Μετά, το 1981, γνώρισα τον Νίκο Καρούζο, που η σκέψη του ήταν ένας συγκερασμός ποίησης και φιλοσοφίας και παραμείναμε φίλοι μέχρι τον θάνατό του, το 1990. Παράλληλα, βέβαια, έκανα παρέα και με ανθρώπους της γενιάς μου, τον Κωστή Παπαγιώργη, τον Ευγένιο Αρανίτση, τον Θάνο Σταθόπουλο, τον Γιώργο Κακουλίδη και τον Χρήστο Βακαλόπουλο.
Τον Λάσλο Κρασναχορκάι τον γνώρισα σχεδόν παράλληλα με τον Μπέλα Ταρ. Γίναμε φίλοι όταν με είχαν καλέσει στο Τριανόν για την προβολή του «Sátántangó», και, μαζί με τη Λουκία Ρικάκη, περάσαμε ένα τριήμερο – σχεδόν 20 ώρες το 24ωρο ήμασταν μαζί. Δεθήκαμε με τον Λάσλο, είναι ένας ευγενέστατος και πολύ ευφυής άνθρωπος. Είχα αγαπήσει τα βιβλία του, τα οποία πήγαινα από εκδοτικό σε εκδοτικό (πριν ακόμα τον γνωρίσω), για να τους πείσω να τα εκδώσουν στα ελληνικά. Ευτυχώς, βρέθηκε ο αξιέπαινος Νίκος Γκιώνης –ένας από τους καλύτερους εκδότες στην Ελλάδα, για μένα– που συνεχίζει μέχρι σήμερα να βγάζει τις μεταφράσεις των έργων του. Τόσο με τον Λάσλο, όσο και με τον Μπέλα Ταρ και τον Μιχάλι Βιγκ, που έκανε τη μουσική στις ταινίες τους, γίναμε αμέσως φίλοι. Μέχρι που ένα βράδυ κόντεψαν να μας συλλάβουν με τον Βιγκ, γιατί είχαμε πιει και τραγουδούσαμε δυνατά στα ουγγρικά ελληνικά αντάρτικα τραγούδια, αλλά τελικά τη γλυτώσαμε με μια απλή επίπληξη.
― Υπάρχουν κάποιες νέες φωνές που ξεχωρίζετε;
Φυσικά. Γενικά είμαι κατά της νοσταλγίας και του «κάθε πέρσι και καλύτερα». Υπάρχουν πολλά παιδιά, όπως ο Σπύρος Μαντζαβίνος, ο οποίος είναι 35 χρόνια μικρότερός μου, και έχει γράψει το εκπληκτικό αφήγημα-δοκίμιο «Ποδολάτρες», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη. Επίσης, ο Παναγιώτης Αγγελόπουλος, που είχε γράψει το εξαιρετικό βιβλίο «Σώσε τη θύελλα» το 2023 και ετοιμάζεται να βγάλει ένα καινούργιο με τις εκδόσεις Ίκαρος. Ή ο Ιορδάνης Παπαδόπουλος, που το βιβλίο του «Κασκαντέρ» (επίσης από τον Ίκαρο) μου άρεσε πάρα πολύ. Οι τελευταίοι είναι δύο σημαντικά νέα ονόματα στον λογοτεχνικό χώρο. Ύστερα, είναι ο Βαγγέλης Σέρφας, με τη συλλογή διηγημάτων του «Όχι, μην μπαίνετε στον κόπο», από τις εκδόσεις Πατάκη. Χαίρομαι πάρα πολύ που υπάρχουν τόσες νέες φωνές, τόσο στον χώρο του βιβλίου όσο και στα εικαστικά και τη μουσική.
Η δική μου σχέση με τη μουσική είναι γενικά ερωτικότατη. Ακούω φανατικά τζαζ και κλασική (ιδιαίτερα μπαρόκ) και βέβαια έχω περάσει από τη σκηνή Μπομπ Ντίλαν –για τον οποίο έχω γράψει και ένα βιβλίο– Πάτι Σμιθ, Νικ Κέιβ κ.λπ. Έκανα, άλλωστε και ραδιόφωνο για πολλά χρόνια. Ξεκίνησα 22 χρονών στο Δεύτερο Πρόγραμμα –παίζαμε με βινύλια ακόμα τότε–, με την αείμνηστη Σοφία Μιχαλίτση, σε μια θεματική εκπομπή που λεγόταν «Κάντε πέρα την εσπέρα» και συνέχισα στην ΕΡΑ 4 και τον Εν Λευκώ. Σήμερα, όσον αφορά τη μουσική, παρακολουθώ με ενδιαφέρον τον Νίκο Τσώλη (γνωστό ως Tsolimon), τη Δεσποινίδα Τρίχρωμη –τα «ανίψια» ουσιαστικά του The Boy–, τη Nalyssa Green, τον Kristof κ.λπ., που έχουν δημιουργήσει μια απίστευτη νέα σκηνή, και πηγαίνω συχνά να τους δω σε συναυλίες τους στο Gagarin.