Βιβλιο

Το μεγάλο ταξίδι από το Αϊβαλί στη μητέρα Ελλάδα

Η Άννα Παναγιωταρέα μιλάει για το βιβλίο της «Όταν οι αστοί έγιναν πρόσφυγες»

Γιάννης Νένες
ΤΕΥΧΟΣ 850
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Άννα Παναγιωταρέα: Συνέντευξη με αφορμή το βιβλίο της «Όταν οι αστοί έγιναν πρόσφυγες», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίλητος.

Η χρονιά που τελειώνει, μεταξύ άλλων, έφερε και την ανάμνηση ενός μεγάλου πόνου, αυτού του ξεριζωμού του ελληνισμού της Μικράς Ασίας πριν από 100 χρόνια. Μία από τις πιο συγκινητικές προσπάθειες να δούμε κατάματα εκείνη την ιστορία, είναι η διδακτορική διατριβή της δημοσιογράφου Άννας Παναγιωταρέα την οποία ολοκλήρωσε το 1994 και, σε νέα επιμέλεια, κυκλοφορεί αυτές τις μέρες με τίτλο «Όταν οι αστοί έγιναν πρόσφυγες», σε έναν καλαίσθητο τόμο με πολλές φωτογραφίες και ντοκουμέντα, από τις εκδόσεις Μίλητος. Σε μία συγκινητική –για πολλούς λόγους– συζήτηση, μας μίλησε για την ιστορία του βιβλίου, των αστών της πόλης των Κυδωνιών που έγιναν πρόσφυγες σε μία πατρίδα που δεν άντεχε να τους αγκαλιάσει όλους, και το πώς η ίδια «νιώθει Αϊβαλιώτισσα».

Άννα Παναγιωταρέα © EUROKINISSI/ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΙΣΙΝΑΣ

Πώς ξεκίνησε αυτό το βιβλίο; Ποια είναι η διαδρομή του;
Ξεκινάμε όταν η Άλκη Νέστωρος, η περίφημη ανθρωπολόγος και διεθνής προσωπικότητα, μου είπε «Γιατί δεν κάνεις μία έρευνα για τα αστικά κέντρα της Μικράς Ασίας;». Είχαμε κάνει πριν ένα ντοκιμαντέρ για τη Βελβενδό που είχε πάρει βραβείο στις Κάννες. Άρχισα την έρευνα κι έπεσα επάνω στον Πάνο Βαλσαμάκη, το σπουδαίο κεραμίστα. Έναν ωραίο άνθρωπο. Είχε τέτοιο πάθος και αγάπη για το Αϊβαλί που μου μιλούσε και τρέχανε τα μάτια του. Αυτό που με συγκίνησε πιο πολύ ήταν όταν σηκώθηκε και μου έφερε ένα τεράστιο κλειδί και μου λέει: «Αυτό ανοίγει την πορτάρα του σπιτιού μας που δεν θα αξιωθώ να την ανοίξω ποτέ».
Εξακολούθησα να κάνω την έρευνα για τα αστικά μικρασιατικά κέντρα αλλά υπήρχε χάος. Έτσι αποφάσισα να επικεντρωθώ στο Αϊβαλί, για έναν και μόνο λόγο: ανακαλύπτω ότι είναι ένας ελληνικός θύλακας μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία, από το 1776. Που σημαίνει ότι αν παρακολουθήσουμε την πορεία της πόλης και των ανθρώπων της, έχουμε μια ελληνική πόλη-κράτος.

Πώς προέκυψε αυτό; Δεν είναι περίεργο;
Έχει μία πολύ ωραία ιστορία, είτε είναι μυθιστορία, είτε πραγματική. Στη μεγάλη ναυμαχία που γίνεται έξω από το Τσεσμέ, οι Τούρκοι καταποντίζονται από τον ρωσικό στόλο. Ένας σπουδαίος ιερέας, ο Παπαοικονόμος, όπως κάθεται στη βεράντα του σπιτιού του, στις Κυδωνίες, βλέπει τρεις Τούρκους σε άθλιο χάλι, να περπατούν σκυφτοί. Τους φωνάζει μέσα και τους προσφέρει φιλοξενία. Στο τραπέζι επάνω του λένε ότι ο ένας τους είναι ο ναύαρχος που έχασε τη μάχη αλλά όταν γυρίσει στην Πόλη και αποκατασταθεί, θα θυμάται την καλοσύνη του. Μετά από μερικά χρόνια γίνεται ο «πρωθυπουργός» και ο παπάς σηκώνεται από τις Κυδωνίες και πάει στην Πόλη. Δεν τον αφήνουν να περάσει και κάνει φασαρία έξω από το γραφείο του πρωθυπουργού, αυτός βγαίνει να δει τι γίνεται, τον βλέπει, τον παίρνει αγκαλιά και του λέει «Πες μου τι θέλεις». Και αυτός ζήτησε προνόμιο για το Αϊβαλί να μη μπουν ποτέ οι Τούρκοι. Να μην υπάρχει στρατός αλλά να πληρώνουν ένα ποσό κάθε χρόνο. Αυτό κρατήθηκε μέχρι το 1915, όσο κι αν φαίνεται παράξενο. Και μύθος να είναι, η ουσία είναι ότι το προνόμιο ίσχυσε: Δεν μπήκαν στην πόλη, ούτε στρατοπέδευσε ποτέ στρατός.

Κι έτσι μπόρεσε και αναπτύχθηκε η αστική τάξη εκεί;
Ακριβώς. Αυτή η αυτονομία συνετέλεσε ώστε να πάει πολύ καλά η οικονομία τους. Είχαν μερικές ισχυρές προσωπικότητες. Το λάδι τους πήγαινε στο Χρηματιστήριο Λαδιού στη Μασσαλία και όταν αποκτήσανε χρήματα, αποφασίσανε κι έκαναν την Ακαδημία Κυδωνιών, ένα Πανεπιστήμιο, θα έλεγα, της εποχής εκείνης, φέρνοντας σπουδαίες προσωπικότητες να διδάξουν. Εκεί μαθήτευσε και ο Γάλος Didot, του εκδοτικού οίκου. Εμπορικές συναλλαγές είχαν με όλες τις παραδουνάβιες και παρευξείνιες αγορές και η οικονομία τους προχώρησε τόσο καλά που ξόδευσαν χρήματα για την παιδεία και τον πολιτισμό. Δημιουργήθηκε αυθεντική αστική τάξη. Το πρώτο πιάνο ήρθε στο Αϊβαλί, το πρώτο αυτοκίνητο. Είχαν δασκάλες Γαλλικών, οι κυρίες πήγαιναν στο Παρίσι και στην Πόλη και ντυνόντουσαν, οι σύζυγοι τους πρόσφεραν κοσμήματα από σπουδαίους οίκους, τα σπίτια τους νεοκλασικά. Ακόμα και σήμερα που μέσα μένουν οι Τούρκοι ανταλλάξιμοι από την Κρήτη έχουν πάντα καλή διάθεση για τους Έλληνες. Ακόμα και η τρίτη γενιά τους, η τωρινή, ψελλίζει ελληνικά.

Είναι η απόκρισή τους στο παρελθόν της πόλης.
Αυτό σημαίνει ότι αυτοί οι άνθρωποι, τουλάχιστον από το 1800 και μετά, έχουν διαμορφωμένη ελληνική εθνική συνείδηση, λόγω της παιδείας τους και τρέφουν τεράστιο θαυμασμό για την αρχαία Ελλάδα. Να φανταστείς, στην Ακαδημία Κυδωνιών οι φοιτητές μιλούσαν την αρχαία ελληνική. Τα ονόματά τους ήταν Πλάτωνας, Αριστοτέλης κ.λπ. Το 1821 τους βρίσκει σε πολύ μεγάλη ακμή με πληθυσμό περί τις 35.000, στην πόλη. Είναι το Αϊβαλί η μόνη πόλη της Μικράς Ασίας που κηρύσσει επανάσταση εναντίον της Πύλης, στις 3 Ιουνίου 1821. Οι Οθωμανοί εξοργίζονται γιατί τους θεωρούν αγνώμονες, καίνε και ισοπεδώνουν το Αϊβαλί. Οι Αϊβαλιώτες φεύγουν κακήν κακώς και άλλοι πάνε στη Σύρο και στη Λέσβο, άλλοι στην Ύδρα, άλλοι στο Ναύπλιο, στο νεοσύστατο μητροπολιτικό κέντρο.

Οι Αϊβαλιώτες πώς απορροφώνται εδώ;
Ένα μεγάλο μέρος τους απορροφάται από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος γιατί ξέρουν γαλλικά, ξέρουν ελληνικά, ξέρουν διοίκηση, οικονομικά. Είναι σπουδαγμένοι. Όμως, ο Καποδίστριας προσβλέποντας στη Μικρά Ασία δεν τους κρατάει, δεν τους δίνει υπηκοότητα, δεν τους δίνει κτήματα να καλλιεργήσουν και τους γυρίζει πίσω. Κι αυτοί ξαναστήνουν την πόλη τους –όχι όπως πριν– αλλά ξαναφτιάχνουν σχολεία, εκκλησίες, δρόμους, ξαναβρίσκουν τον ρυθμό τους, το εμπόριο. Είναι πικραμένοι, βέβαια, από την Ελλάδα αλλά εξακολουθούν να ζούνε με όραμα και όνειρο την Ελλάδα.
Από το 1915 ξεκινά μία περίοδος ταραγμένη. Είχε προηγηθεί ο περίφημος Γερμανός στρατηγός Λίμαν Φον Σάντερς, σύμβουλος στην Πύλη, και τους είχε πει ότι «αν θέλετε να κυριαρχήσετε πρέπει να φύγουν οι Έλληνες από τα παράλια». Έτσι, τους στείλανε βαθιά στην Ανατολία, 20 μέρες περπάτημα. Κακοποιήθηκαν στον δρόμο από τα χωριά που περνούσαν και πέθανε πάρα πολύς κόσμος.
Έφυγαν, λοιπόν, το ’15 κι όταν τους επιτράπηκε να γυρίσουν πίσω, λίγο πριν το Πάσχα του ’17, βρήκαν τον τόπο τους γεμάτο σκουπίδια. Ολα κατεστραμμένα. Ξαναδουλεύουν και πάλι στήνουν την πόλη τους. Παράλληλα, βλέποντας ότι η Ελλάδα είχε κερδίσει τους Βαλκανικούς, πιστεύανε ότι η ένωση ήταν κοντά. Όταν ήρθαν οι Έλληνες στη Σμύρνη και μπήκαν στο Αϊβαλί, αυτοί έβγαζαν ό,τι προίκες κοριτσιών είχαν και τις έστρωναν στα μπαλκόνια και στους δρόμους για να περάσει ο ελληνικός στρατός. Νόμιζαν ότι είχε τελειώσει το θέμα. Εδώ, έχει σημασία ότι ο Στεργιάδης ξεκίνησε έπαιξε άθλιο ρόλο, φέρθηκε σκαιότατα στους δημογέροντες των Κυδωνιών. Στην αρχή αρνιόταν να τους δει και ύστερα τους δέχθηκε για να τους βρίσει!

Και με την καταστροφή έρχονται στην Ελλάδα κακήν κακώς… Το βιβλίο συνεχίζει να τους παρακολουθεί και αφού έρθουν εδώ;
Τους παρακολουθώ κι ως τη δεύτερη, για να μην πω και την τρίτη γενιά. Οι Κυδωνιάτες δεν δέχθηκαν να πάνε σε συνοικισμό προσφυγικό, διότι θεωρούσαν ότι ο τρόπος που συμπεριφερόντουσαν οι Έλληνες στους πρόσφυγες τους μείωνε. Για αυτό, ενώ έχουμε τη Νέα Ιωνία, τη Νέα Σμύρνη, δεν έχουμε τις Νέες Κυδωνίες. Προσπάθησαν να δουλέψουν πολύ και να στείλουν τα παιδιά τους σε καλά σχολεία. Παρόλο που μερικοί απέκτησαν γρήγορα κύρος και οικονομική άνεση χρήματα, κι εδώ και στη Μυτιλήνη, αυτό που τους ενδιέφερε περισσότερο ήταν να αναδειχθούν πνευματικά. Τότε μόνο έδειξαν την προσφυγική υπερηφάνεια τους. Η πρώτη γενιά περίμενε ότι θα ξαναγυρίσει πίσω στις Κυδωνίες, όπως γύρισε το ’21, όπως και το ’17. Για αυτό, τα πρώτα χρόνια δεν έκαναν περιουσίες και τις Κυριακές πηγαίνανε βόλτα στην παραλία του Φαλήρου γιατί κάτι τους θύμιζε από την πατρίδα τους. Στη δεύτερη γενιά και μετά, όταν έγιναν επιμειξίες και γάμοι, αν η μάνα ήταν Αϊβαλιώτισσα και υπήρχε παππούς ή γιαγιά στο σπίτι, αποκτούσαν αντίστοιχη συνείδηση. Η μάνα κουβαλούσε τα φαγητά τους, τις μνήμες τους, τα τραγούδια τους, τις εκδρομές τους, τον τόπο τους… Η έρευνα καταλήγει στο πόσο σημαντικό είναι να μην τους χάσουμε. Να είναι συνειδητά υπερήφανοι για την καταγωγή τους. Εγώ, που δεν έχω καμία σχέση με το Αϊβαλί, είμαι υπερήφανη για αυτούς και για αυτά που κατόρθωσαν εκεί. Σαν μία μικρή Ελλάδα μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία κι εδώ συνεισφέροντας ουσιαστικά στον εκσυγχρονισμό της Ελλάδας.

Μου κάνει εντύπωση που λέτε ότι η μάνα είναι αυτή που συνεχίζει την υπερηφάνεια.
Αν η μάνα έχει ρίζα από το Αϊβαλί έχει την αφήγηση για την ιστορία της πόλης και του σπιτιού της. Αυτή είναι η υπερφάνεια της. Θα το δείτε στις αφηγήσεις τους, στο βιβλίο. Μου αφηγείται ο Βαλσαμάκης ότι, όταν ήρθαν εδώ οι πρόσφυγες, έβαζαν χαρτόκουτα κάτω για να στήσουν τραπέζι αλλά από πάνω έστρωναν λινό τραπεζομάντιλο και μαχαιροπήρουνα και καθόντουσαν και τρώγανε… «Μπορεί να έζησαν στην αρχή σε υπόγεια», λέει ο Βαλσαμάκης, «αλλά τα χρήματα που πήραν από την Αποκατάσταση τα έδωσαν για να πηγαίνουν τα παιδιά τους σε καλά σχολεία, για να έχουν έναν τρόπο αστικής ζωής σαν αυτόν που είχαμε εκεί».

Η έρευνα του βιβλίου πόσο καιρό σας πήρε;
Άρχισε από το ’83 και κράτησε επτά χρόνια. Γυρνούσα από την εφημερίδα 12-1 τη νύχτα, και καθόμουνα μέχρι τις 3-4 το πρωί να μελετώ τις πηγές μου και να γράφω. Καθόταν και η μητέρα μου στην πολυθρόνα, στο γραφείο μου, και μου κράταγε συντροφιά. Πολλές φορές και τώρα, όταν κάθομαι στο γραφείο μου και δουλεύω, νομίζω ότι βλέπω τις παντόφλες της στο πλάι. Η έρευνα των εγγράφων στο Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών μού πήρε τρία χρόνια. Στη Νέα Υόρκη στη Δημόσια Βιβλιοθήκη, στην 42η Οδό, υπάρχουν τα ντοκουμέντα από την Κοινωνία των Εθνών για την αποκατάστασή τους. Επίσης είχα τη μεγάλη τύχη να βρω όλους τους φακέλους του Προξενείου Κυδωνιών που λειτούργησε εκεί μόλις έγινε το ελληνικό κράτος, στο Υπ.Εξ. Οι αφηγήσεις τους που συγκροτούν την πολύτιμη προφορική Ιστορία έρχονται και κουμπώνουν επάνω σε αυτά τα στοιχεία. Ως εκείνη την ώρα κανείς άλλος ερευνητής δεν είχε χρησιμοποιήσει την προφορική ιστορία και τη σημασία της. Μέσα από τις δικές τους αφηγήσεις βλέπεις πόσο υπερήφανοι ήταν για τον τόπο τους, το προοδευτικό τους πνεύμα, την ελπίδα τους να επιστρέψουνε και την τεράστια πίκρα τους που δεν τους υποδέχτηκε η Ελλάδα, όπως περίμεναν. Ωστόσο, η Ελλάδα την εποχή εκείνη δεν μπορούσε να θρέψει ένα εκατομμύριο πρόσφυγες, και το βιοτικό επίπεδο του κόσμου, αν το δει κανείς, ήταν πολύ χαμηλό μετά από έναν άτυχο πόλεμο, δύο Βαλκανικούς και μία Καταστροφή. Περιμένανε όμως κάτι παραπάνω. Γιατί αυτοί ζούσαν στραμμένοι στην Ελλάδα καλύτερα από αυτούς που ήταν μέσα στην Ελλάδα.

Τις μαρτυρίες πώς τις συλλέξατε;
Υπήρχε ο Σύλλογος των Κυδωνιωτών στον οποίο ο Βαλσαμάκης ήταν πρόεδρος και μου είχε διαθέσει τον κατάλογο με τους Αϊβαλιώτες που πλήρωναν τη συνδρομή τους. Το υλικό είναι περίπου 800 συνεντεύξεις. Πήγα για να τις μαζέψω στη Μυτιλήνη, στην Πάτρα, στη Θεσσαλονίκη, στην Κρήτη. Και τους βρήκα όλους, όπου υπήρχαν. Όταν απομαγνητοφωνούσα, πολλές φορές έτρεχαν τα μάτια μου πάνω στη γραφομηχανή. Μέσα από αυτούς τους ανθρώπους ανακάλυψα τι σημαίνει να αγαπάς την πατρίδα σου έτσι, με τέτοια αφοσίωση.

Η ελληνική κοινωνία σε τι βαθμό τους αφομοίωσε τους Κυδωνιάτες;
Πολύ γρήγορα. Οι ίδιοι ήξεραν ότι, αν προσαρμοστούν, δεν θα διαφέρουν και δεν θα έχουν «τη ρετσινιά του πρόσφυγα», όπως την έβλεπαν. Καλλιεργημένοι, με επιχειρηματικό μυαλό, η πρώτη γενιά, στα πρώτα 30 χρόνια αφομοιώθηκε. Απέκτησαν περιουσία, σπίτι, όνομα, συμβάλλοντας στον εκσυγχρονισμό της χώρας.

Από το ’94, που ολοκληρώσατε το έργο, μέχρι σήμερα που το ξανακοιτάξατε, είδατε κάποιες διαφορές;
Δεν είχα εκπλήξεις. Η συμπεριφορά της γείτονος είναι ακριβώς η ίδια. Επίσης, παρακολουθώντας τις πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία, από το 1908, είναι ευδιάκριτα τα μακροχρόνια σχέδιά της, τα εκάστοτε καθεστώτα ή κυβερνήσεις δεν βιάζονται. Δεν αλλάζουνε. Και αυτό το εμφανές διατρέχει το βιβλίο. Κανονικά θα έπρεπε να διαβαστεί με προσοχή. Έχει πολλά πράγματα τα οποία θα μας διαφωτίσουν.

Θα λέγατε ότι αυτό είναι και το πολιτικό μήνυμα του βιβλίου;
Το βιβλίο δεν έχει κανενός είδους αντιπαλότητα ή εχθρότητα. Βλέπει επιστημονικά τα γεγονότα, τα οποία παρατίθενται μέσα από έγγραφα και προσωπικές μαρτυρίες. Δεν χρειάζεται να έχεις ούτε ειδικές γνώσεις, ούτε να είσαι ειδικός αναλυτής, ούτε τουρκολόγος για να ακολουθήσεις την αφήγησή του. Είναι οφθαλμοφανές ότι υπάρχει ένα στρατηγικό σχέδιο το οποίο διαπνέει και διαπερνά ως κόκκινη γραμμή όλα τα χρόνια.

Μιλάτε στο βιβλίο για το ότι πρέπει να γίνει «ψύχραιμος αναστοχασμός των γεγονότων». Πιστεύετε ότι υπάρχει ψυχραιμία σήμερα;
Εμείς πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι. Δεν αναφέρομαι στους απέναντι. Είναι σοφό, αν ξέρεις τις επιδιώξεις του άλλου. Αυτός που σε επιβουλεύεται και βλέπει τη χώρα σου ως διαφυγόν κέρδος. Και οι Σέρβοι επαναστάτησαν και άλλοι βαλκανικοί αποκόπηκαν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλά είναι πολύ διαφορετικά. Το δικό μας ιστορικό παρελθόν είναι στην καρδιά της Τουρκίας. Θέλουν να εμφανίζονται ως διάδοχοι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αλλά όπως λέει και η Ελένη Αρβελέρ αυτό δεν γίνεται. Η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού είναι αδιάπτωτη. Είναι πολύ πιο «προσωπικό» απ’ ότι με άλλες Βαλκανικές χώρες. Ωστόσο, κάθε φορά που επισκέπτομαι την Τουρκία και ακούνε ότι είμαστε «γιουνάν» έχουμε μία εξαιρετική υποδοχή. Δεν βλέπω για ποιο λόγο δηλητηριάζεται έτσι ο κόσμος. Θα μπορούσαμε να έχουμε μία ισχυρή φιλική σχέση που θα ευδοκιμούσε προς όφελος όλων.

Πώς το βιώνετε τώρα αυτό το βιβλίο;
Το βλέπω σαν ένα φιλμ που περνάει μπροστά από τα μάτια μου. Έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Το δούλεψα συστηματικά και με επιμονή και υπάρχει και η αγία περιέργεια του δημοσιογράφου. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να γίνει. Από την άλλη, αυτό το βιβλίο πήγε στην Αμερική, στο Πρίνστον, διδάξανε από αυτό, το χρησιμοποίησε η Άλκη, ο Γιάννης Κολιόπουλος, απέκτησε τη δική του ζωή.

Δεν είναι παράξενο, αλλά θα ήθελα να μου πείτε γιατί αφιερώνετε αυτό το βιβλίο στα εγγόνια σας.
(συγκινημένη) Αυτά τα παιδιά είναι πολίτες του κόσμου, σπουδάζουν στο εξωτερικό – ο Άγγελος όχι ακόμη. Η Άννα μού λέει «γιαγιά, δεν ξέρω πού θα είναι το σπίτι μου». Ο Αχιλλέας, «γιαγιά εγώ σίγουρα θα γυρίσω». Θέλω, λοιπόν, να έχουν εθνική συνείδηση. Θέλω να είναι πολύ υπερήφανοι για τις ρίζες τους, για τον πολιτισμό μας. Ήμουνα στο Σούλι πριν λίγες μέρες και με παίρνει ο εγγονός μου τηλέφωνο: «Τι κάνεις γιαγιά;» «Καλά, αγόρι μου, είμαι στο Σούλι.» «Πού είναι το Σιούλι;» με ρωτάει. Λοιπόν, κατάλαβες τι θέλω με αυτό το βιβλίο;