Βιβλιο

«Modus Operandi»: Για τη μυθοπλασία του εγκλήματος

Συζήτηση με τον δρα Δημιουργικής Γραφής Αλέξανδρο Μυροφορίδη για την αστυνομική λογοτεχνία, με αφορμή το νέο περιοδικό για το Crime Fiction

Κυριάκος Αθανασιάδης
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Όψεις της πόλης, αναμνήσεις, πράγματα που συνέβησαν παλιά, και πράγματα που συμβαίνουν σήμερα γύρω μας. Ημερολογιακές καταχωρίσεις για κάθε χρήση

Ένα νέο, χάρτινο, περιοδικό για την αστυνομική λογοτεχνία κυκλοφόρησε πρόσφατα, και βεβαίως μάς τράβηξε αμέσως την προσοχή. Διευθυντής έκδοσης είναι ο Αναπληρωτής Καθηγητής στην Παιδαγωγική Σχολή του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας Αλέξανδρος Μυροφορίδης, Δρ Δημιουργικής Γραφής. Έτσι επιδιώξαμε μία συζήτηση μαζί του. Τον ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο του. Είναι παλιός και καλός φίλος, εξ ου και ο ενικός.

Κ.Α.: Καταρχάς, καλοτάξιδο το περιοδικό. Έχει πολύ ενδιαφέρον, και πολλά αξιόλογα κείμενα για διάβασμα. Θέλω να ξεκινήσουμε από το εξής: αν ήμουν εγώ ο χρηματοδότης της έκδοσης, τι θα μου έλεγες για να με πείσεις ότι υπάρχει χώρος —και κυρίως αναγνωστικό ενδιαφέρον— για ένα περιοδικό αφιερωμένο αποκλειστικά στη θεωρία και τη γραφή της αστυνομικής μυθοπλασίας στην Ελλάδα του 2026;

Α.Μ.: Αγαπητέ Κυριάκο, σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τη ματιά στο έντυπο και την ευκαιρία να μιλήσουμε γι’ αυτό. Ο χώρος είχε αρχίσει να οριοθετείται με την επιθεώρηση αστυνομικής λογοτεχνίας CLM (Crimes and Letters Magazine) και τρία (3) τεύχη, από τα τέλη του 2016 έως και το 2017, διευθυντή έκδοσης τον Στράτο Μυρογιάννη και αρχισυντάκτη τον Κώστα Καλφόπουλο. Εν συνεχεία, είχαμε την έλευση του πολάρ, με το πρώτο του τεύχος τον Ιούνιο του 2018, παραγωγή δεκατριών (13) τευχών και τη διατήρηση της ίδιας, περίπου, συντακτικής ομάδας. Ο Κώστας Καλφόπουλος ήταν ο διευθυντής έκδοσης, ένας άνθρωπος που έφυγε, δυστυχώς, από τη ζωή το 2023. Το δέκατο τρίτο τεύχος ήταν ένα αφιέρωμα στον ίδιο από τους συντελεστές της έκδοσης και φίλους του.

Συνεπώς, ο χώρος είχε διαμορφωθεί, το κοινό μιας τέτοιας έκδοσης το υποστήριζε — συμπεριλαμβάνω και εμένα μέσα σε αυτό το κοινό. Διαβάζαμε, για πρώτη φορά σε ένα έντυπο, το «γιατί» και το «πώς» γράφουμε αστυνομική λογοτεχνία. Πιστεύω πως οι μελέτες και η κριτική, τα δοκίμια, σε οποιαδήποτε εκδοχή τους, είναι πλέον προσβάσιμα και αναγνωστικά προσλήψιμα από μεγάλο μέρος αναγνωστών.

Όταν παρουσιάστηκε η ευκαιρία για μια διάδοχη κατάσταση που θα επιχειρούσε να διατηρήσει την ποιότητα των αρθρογράφων, το μεράκι της συντακτικής/εκδοτικής προσπάθειας και το ενδιαφέρον του κοινού, πήρα την πρωτοβουλία και διερεύνησα την πιθανότητα να συνεργαστούμε γι’ αυτό το εγχείρημα με τις εκδόσεις Νίκας - Ελληνική Παιδεία. Η απάντηση ήταν θετική και ξεκινήσαμε αμέσως τον σχεδιασμό.

Το Modus Operandi συνεχίζει στην οδό που οι παλιότερες εκδόσεις χάραξαν. Η μυθοπλασία εγκλήματος είναι ιδιαιτέρως δημοφιλής στην Ελλάδα, η τοπική σκηνή ιδιαιτέρως παραγωγική, το θεωρητικό υπόβαθρο της μυθοπλασίας εγκλήματος αποκτά ακαδημαϊκή υπόσταση στο εξωτερικό, συνεπώς υπάρχει πεδίο και για άρθρα θεωρίας ή/και πρακτικής της Δημιουργικής Γραφής, εκτός των λογοτεχνικών κειμένων. Νομίζω θα τόνιζα στον εκδότη-επενδυτή πως ένα τέτοιο περιοδικό είναι τόσο πολυμορφικό που θα ήταν win-win η κυκλοφορία του στην ελληνική αγορά.

Κ.Α.: Πολύ ωραία. Τώρα, στο editorial μιλάς για τη μυθοπλασία εγκλήματος ως «λογοτεχνικό εργαστήριο και αναγνωστήριο». Τι λείπει σήμερα από τη δημόσια συζήτηση γύρω από το αστυνομικό είδος;

Α.Μ.: Η αστυνομική λογοτεχνία συναντιόταν κατά κόρον στο αναγνωστήριο και ποτέ στο εργαστήριο· αυτό έλειπε από τη δημόσια συζήτηση. Αυτό που πρότειναν οι προηγούμενες εκδόσεις, στα άρθρα θεωρίας και κριτικής που φιλοξενούσαν, και το Modus Operandi επιθυμεί να συνεχίσει, ήταν η δημιουργία μιας παρακαταθήκης κριτικής και θεωρητικών απόψεων, άμεσα εκμεταλλεύσιμων από ακαδημαϊκούς και μη ερευνητές, από δασκάλους Δημιουργικής Γραφής, από λέσχες ανάγνωσης, από ανθρώπους της λογοτεχνίας γενικότερα.

Πλέον, αντιλαμβανόμαστε ότι, π.χ., το Μυστήριο Κλειδωμένου Δωματίου μπορεί να στηριχθεί σε μια θεωρία που χειρίζεται αριστουργηματικά τον χώρο, ή πως πριν τους «Φόνους της οδού Μοργκ» του E.A. Poe (1841) προϋπήρχαν αστυνομικές ιστορίες που δεν καταγράφηκαν από την Ιστορία της Λογοτεχνίας ως πρωτοπόρες. Επίσης, πως η εξωτερική εστίαση ενός αφηγητή όπως ο Dr. John Watson στις ιστορίες του Sherlock Holmes ή του Archie Goodwin στις ιστορίες του Nero Wolfe δίνει εντυπωσιακά αποτελέσματα όταν αρχίζουν οι αποκαλύψεις των πρωταγωνιστών, αποκαλύψεις που οι επιλεγμένοι αφηγητές, βοηθοί των πρωταγωνιστών, δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν.

Κάποια στιγμή μού ζητήθηκε από μια φοιτήτρια θεωρητικό υλικό για τον επιθεωρητή Maigret του Georges Simenon σε μια εκπόνηση διπλωματικής εργασίας. Πρότεινα τεύχη του CLM και του πολάρ. Η φοιτήτρια βρήκε όσα έψαχνε, και ακόμη περισσότερα. Αυτό έλειπε, και πιστεύω πως το Modus Operandi θα επιχειρήσει να καλύψει το κενό.

Κ.Α.: Διέκρινα, μάλλον εύκολα, μια ισορροπία ανάμεσα στην ακαδημαϊκή προσέγγιση και στην πιο «λαϊκή», ας την πούμε έτσι, αγάπη για το crime. Είναι εν πολλοίς πολυσυλλεκτικό. Πόσο δύσκολο είναι να βρεθεί μια τέτοια ισορροπία; Και γιατί έχει σημασία αυτό;

Α.Μ.: Το Modus Operandi εισάγει και τη μυθοπλασία εγκλήματος ως συγγραφή στην ύλη του περιοδικού. Στην έκδοσή μας θα διαβάσει κανείς τη θεωρία αλλά και τα διηγήματα Ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Το περιοδικό χαρακτηρίζει η πολυσυλλεκτικότητα, όπως σωστά παρατήρησες, το ευρύ ίχνος, συμπεριλαμβάνοντας ενδιαφέροντα ανάγνωσης αλλά και συγγραφής.

Νομίζω πως και οι δύο κατηγορίες βράζουν στο ίδιο καζάνι, η ισορροπία δεν είναι δύσκολη, απεναντίας, οι κατηγορίες αλληλοσυμπληρώνονται. Και η ανάγνωση μας βελτιώνει, αλλά και η κατανοητή θεωρία για να προσλάβουμε μια ανάγνωση ενισχύει τη συγγραφική σκευή μας. Το πρώτο μισό του περιοδικού μάς παρέχει εφόδια για την αναγνωστική απόλαυση του δεύτερου μισού.

Κ.Α.: Μιας και λες για τα διηγήματα, το περιοδικό μοιάζει να απευθύνεται και σε αναγνώστες, φαν της αστυνομικής λογοτεχνίας, αλλά και σε ανθρώπους που γράφουν. Σε ενδιαφέρει να λειτουργήσει και σαν εργαλείο Δημιουργικής Γραφής, ή σαν χώρος ανάδειξης νέων συγγραφέων;

Α.Μ.: Ναι, και για τα δύο. Αφενός, δίνεται βήμα σε συγγραφείς, καταξιωμένους και νέους, όταν τα διηγήματα συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας δεν έχουν τις ίδιες δυνατότητες προβολής με άλλες θεματικές της πεζογραφίας. Για τα δοκίμια να πω πως θεωρητικές απόψεις για τη μυθοπλασία εγκλήματος συναντούσε κανείς μόνο σε ηρωικές απόπειρες φοιτητικών εργασιών — ηρωικές και οι υποστηρίξεις από τους επιβλέποντες καθηγητές.

Αφετέρου, είναι ένα μέσο που μπορεί —με το επίπεδο της εμπειρίας και της γνώσης των αρθρογράφων του— να προσφέρει τις καλύτερες δυνατές διατυπώσεις, θεωρήσεις και προτάσεις στο πεδίο της Δημιουργικής Γραφής. Αφηγηματικές τεχνικές που χρησιμοποιούμε, πρόσωπα αφηγητή, ανάδρομες και πρόδρομες αφηγήσεις, μοτίβα πλοκής που προέκυψαν από τη διακοσίων περίπου ετών ιστορία της μυθοπλασίας εγκλήματος, αναξιόπιστοι αφηγητές, εγκιβωτισμένες ιστορίες, συνδυασμός ιστορικής πληροφορίας και αφηγηματικότητας κ.ά. Το Modus Operandi θα συνδράμει στη διαμόρφωση ενός πυρήνα που προωθεί τη συγγραφή και την εργαλειοθήκη της.

Κ.Α.: Μακάρι να πετύχει (και) ως προς αυτό. Τώρα, γράφεις ότι το αστυνομικό αφήγημα δεν έχει να κάνει μόνο με το «ποιος το έκανε», αλλά και με το «γιατί μάς αφορά». Πιστεύεις ότι το σύγχρονο crime fiction έχει γίνει πιο πολιτικό και κοινωνικό απ’ ό,τι παλιότερα; Ή μάλλον: σαφώς και ΕΧΕΙ γίνει. Τι απαντάς σε ανθρώπους σαν κι εμένα που δεν τους αρέσει αυτό; Που αγαπούν περισσότερο το καθαρόαιμο αστυνομικό, το θρίλερ κλπ.;

Α.Μ.: Ήταν εύλογη και αναμενόμενη η εξέλιξη του είδους. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν ο αστυφύλακας είχε να αντιμετωπίσει μικρό αριθμό περιστατικών, περνάμε στη βιομηχανική εποχή με κατακόρυφη εισροή και αύξηση πληθυσμού στα αστικά κέντρα. Η παραβατικότητα εκτινάσσεται και αποκτά πολυμορφία. Έχουμε περιγραφές ανδραγαθημάτων αστυνομικών και επιλύσεις σύνθετων υποθέσεων που απαιτούν μια τελείως διαφορετική νοοτροπία —να το πούμε mentalité;— από τους επικεφαλής των ερευνών. Τότε θα αποκτήσουμε και detective fiction, την πρωτοκαθεδρία του ερευνητή, του ντετέκτιβ.

Όσο περνούν τα χρόνια η συγγραφή παρόμοιων ιστοριών επεκτείνεται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, αποτυπώνει την εκάστοτε κοινωνία, τις πολιτικές μεθοδεύσεις αλλά και τις αντιδράσεις της κοινωνίας σε αυτές, τα καθεστώτα που αποπειράθηκαν να τη διευθύνουν. Το έγκλημα καμουφλάρεται εντός των πυλών και αναδεικνύει τις πτυχές της κοινωνίας, ενώ αρχίζουμε να διακρίνουμε και συγγραφικά γνωρίσματα με βάση την ανθρωπογεωγραφία. Εισάγεται η εξεζητημένη τεχνολογία, οι σύγχρονες διακυβερνήσεις μέσω αυτής, οι πολίτες τού σήμερα, τα πρωτόκολλα λειτουργίας και έρευνας των αστυνομικών δυνάμεων. Παρακολουθούμε το καθημερινό δελτίο ειδήσεων, με την παραβατικότητα να δεσπόζει στη θεματολογία. Φεύγουμε (ή και «φύγαμε») από την αποκλειστικότητα στο αίνιγμα, τον γρίφο, για να καταλήξουμε στο κοινωνικό σχόλιο.

Συντάσσομαι με τις προτιμήσεις σου, μου λείπει το παραδοσιακό πρόσωπο της αστυνομικής λογοτεχνίας —άλλωστε, με αυτό μεγάλωσα—, αλλά θα πρότεινα να μπορεί ο συγγραφέας να χειριστεί και να εκμεταλλευτεί όλο το γνωστικό του υπόβαθρο, όλες τις πιθανές συμβάσεις (μυστηρίου, τρόμου κ.ά.), διευρύνοντας έτσι και το target group που θα τον διαβάσει.

Κ.Α.: Αν έπρεπε να ξεχωρίσεις μία μεγάλη παρανόηση γύρω από την αστυνομική λογοτεχνία, ποια θα ήταν;

Α.Μ.: Αν και πλέον έχει λιμνάσει αναχρονιστικά μόνο στην ελληνική πραγματικότητα, θα έλεγα πως είναι η αντίληψη ότι οι συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας δεν διαθέτουν την κατάλληλη λογοτεχνική καλλιέργεια, το απαιτούμενο πολιτισμικό κεφάλαιο για να γράψουν υψηλή λογοτεχνία, οπότε και καταφεύγουν σε ένα πιο «παραφιλολογικό», πιο τεχνικό πλεονέκτημα που διαθέτει η αστυνομική λογοτεχνία: την πλοκή.

Ειδικά για τους Έλληνες είναι ένα στοιχείο της πεζογραφίας που δεν ερευνήθηκε διεξοδικά από την ελληνική γραμματεία, καθώς δόθηκε βαρύτητα στα υφολογικά στοιχεία της γραφής — η Ποιητική του Αριστοτέλη μεν, τίποτε άλλο έκτοτε δε, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν μιλάμε για ένα θεμελιώδες έργο. Μια τέτοια ιστορία δεν έχει προστιθέμενη αξία στη λογοτεχνική δυναμική μιας χώρας ή μιας κοινωνίας, πιστεύουν ορισμένοι. Λάθος, και μάλιστα μεγάλο, κατά τη γνώμη μου. Θα έδινα σαν υπερασπιστικό παράδειγμα το Έξι προβλήματα για τον Δον Ισίδρο Παρόδι των Jorge Luis Borges & Adolfo Bioy Casares (Ύψιλον, 1984), οι συστάσεις είναι περιττές. Έχουμε πλέον μόρφωση και τακτική επιμόρφωση των συγγραφέων, δυνατότητες για αναλυτική έρευνα με πρόσβαση σε αρχειακό υλικό, περίτεχνες νοηματικές αποδόσεις με τη χρήση της σύγχρονης αφηγηματολογίας, εντυπωσιακό περικείμενο (εξώφυλλο, οπισθόφυλλο, εικονογραφήσεις, ντοκουμέντα, ένθετα κλπ.).

Οι συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας είναι εξίσου καταρτισμένοι με οποιουσδήποτε άλλους, άλλωστε θα μπορούσαν να είναι συγγραφείς που προέρχονται από οποιαδήποτε λογοτεχνική θεματική και κατηγορία.

Κ.Α.: Πάμε σε κάτι άλλο. Υπάρχει μια παγκόσμια τεράστια άνθηση του crime σε τηλεόραση, streaming και podcast. Πιστεύεις ότι αυτό βοηθά και τη λογοτεχνία, ή τελικά την επισκιάζει;

Α.Μ.: Θεωρώ πως δρα ενισχυτικά. Καταρχάς, η Δημιουργική Γραφή παρέχει τη δυνατότητα σε αποφοίτους τμημάτων θεάτρου, κινηματογράφου αλλά και εξειδικευμένων μεταπτυχιακών σπουδών να ασχοληθούν με λογοτεχνικά παράγωγα. Άνθρωποι που γράφουν λογοτεχνικά και άλλα κείμενα εμπλέκονται σε τηλεοπτικά σενάρια, ομάδες συγγραφέων γράφουν το αφηγηματικό πλαίσιο ενός βιντεοπαιχνιδιού, νέοι δημιουργοί παρουσιάζουν podcast και video blogs από υποθέσεις πραγματικού εγκλήματος (true crime), άλλη μια πρόσφατη μόδα στη δημοφιλή κουλτούρα. Ο όγκος της πληροφορίας είναι τεράστιος, η πρόσβαση σε αυτήν εύκολη, η παρουσίασή της μέσω ψηφιακών εργαλείων δυνατή από πολλούς.

Η κουλτούρα μυστηρίου είναι πάντα ενδιαφέρουσα και αποτελεί πρόσφορο έδαφος για καινοτομία στη δημιουργία με νέες τεχνολογίες. Αργά η γρήγορα, τα παραδείγματα καταλήγουν στη λογοτεχνία, και αυτή αναδεικνύεται.

Κ.Α.: Ποιο θα έλεγες ότι είναι το modus operandi ενός καλού αστυνομικού συγγραφέα;

Α.Μ.: Θα πρέπει να έχει... Modus Operandi όταν δημιουργεί. Τα βιβλία μυθοπλασίας εγκλήματος δεν γράφονται πλέον απνευστί και χωρίς να κοιτάξουμε πίσω, απαιτούν προετοιμασία, έρευνα, επικαιροποιήσεις σχεδιαγραμμάτων πλοκής και πολλά άλλα — είναι σκληρή δουλειά. Εφόσον μάς ενδιαφέρει να παρουσιάσουμε μια ιστορία με περίτεχνη πλοκή, θα πρέπει να προσέχουμε κάθε γεγονός, προμήνυμα, ανατροπή, στοιχείο των χαρακτήρων και αλληλεπίδραση. Τις επιβραδύνσεις, τις επιβραβεύσεις, το κόστος για κάθε βήμα του ντετέκτιβ, τις υποπλοκές, όλα θα πρέπει να εμπλέκονται προσεγμένα και να ενορχηστρώνονται από τον συγγραφέα.

Σε μια παρουσίαση βιβλίου, η συγγραφέας του μου εκμυστηρεύτηκε πως έγραφε κάθε μέρα, χωρίς να κοιτάξει πίσω. Όταν αντιλήφθηκε πως υπήρχαν τεράστια κενά στην πλοκή και στις «συνδέσεις» των χαρακτήρων, και κυρίως όταν διαπίστωσε πως το πιθανό ξαναγράψιμο θα κόστιζε τη διαγραφή δεκάδων σελίδων, καταρρακώθηκε.

Κ.Α.: Πολύ λογικό… Τώρα, αν έδινες σε έναν νέο αναγνώστη τρία μόνο ονόματα για να καταλάβει τι είναι πραγματικά η αστυνομική λογοτεχνία, ποια θα ήταν;

Α.Μ.: Raymond Chandler, George Simenon, και Paco Ignacio Taibo II. Θα του τα πρότεινα ως λαμπρές περιπτώσεις δημιουργών της μυθοπλασίας εγκλήματος, καθώς νομίζω πως καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα της ιστορίας, της γεωγραφίας αλλά και των συγγραφικών γνωρισμάτων της μυθοπλασίας εγκλήματος. Αγγλοσαξονική σχολή, Ευρώπη, και Λατινική Αμερική, οι χώροι από τους οποίους έχουμε τα σπουδαιότερα δείγματα γραφής.

Κ.Α.: Επιστροφή στο περιοδικό. Ποιο δύσκολο θέμα θα ήθελες ιδανικά να αποτελέσει το μεγάλο αφιέρωμα ενός μελλοντικού τεύχους;

Α.Μ.: Νομίζω πως, εκτός από την ιστορική επισκόπηση των δύο αιώνων αστυνομικής λογοτεχνίας, τα αφιερώματα του περιοδικού θα συμπεριλάβουν ζητήματα ειδικών σχεδιασμών πλοκής (π.χ., κλειδωμένο δωμάτιο, caper story), «σχολών» αστυνομικής λογοτεχνίας (π.χ. σκανδιναβική) και εμβληματικών δημιουργών, όπως η Agatha Christie, ο A.C. Doyle, ο George Simenon κ.ά. Τεράστιο ενδιαφέρον έχει ο ρόλος της γυναίκας στην αστυνομική λογοτεχνία· σε αυτό θα ήθελα να δώσω ιδιαίτερη προσοχή.

Έχουμε επισημάνει πως η συγγραφή ιστοριών μυστηρίου και η πρόσβαση στην έρευνα εγκλημάτων ήταν ένα άβατο για τις γυναίκες του 19ου αλλά και των αρχών του 20ού αιώνα, σαφέστατα όχι εξαιτίας του συγγραφικού τους ταλέντου αλλά μάλλον ενός ανδροκρατούμενου χώρου συγγραφής, έκδοσης, ανάγνωσης και κριτικής. Η Anna Katharine Green είχε πατέρα δικηγόρο στη Νέα Υόρκη και μελετούσε τις δικογραφίες που έφερνε στο σπίτι, ο A.C. Doyle την έψαχνε για μια γνωριμία κατά τη διάρκεια περιοδείας του στις ΗΠΑ (η Green είχε εκδώσει αστυνομικό μυθιστόρημα πριν από τον Doyle), η Dame Agatha Christie συμμετείχε στο δυναμικό του Ερυθρού Σταυρού και γνώριζε από δηλητήρια ως υπεύθυνη του αντίστοιχου τμήματος σε νοσοκομείο — αμφότερες τόλμησαν με ηρωίδες ερευνήτριες σε δύσκολες εποχές για τον ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία, χωρίς την παραμικρή παρουσία της γυναίκας στις υπηρεσίες ασφάλειας. Η Carolyn Wells, επίσης, θα γράψει δοκίμιο (The Technique of the Mystery Story, 1913) για τη συγγραφή ιστοριών μυστηρίου. Ένα αφιέρωμα του Modus Operandi θα αποδείξει, για ακόμη μια φορά, πως η Ιστορία, ακόμα και στο πεδίο της Λογοτεχνίας, γράφεται συχνά από τους «νικητές».

Κ.Α.: Και μια τελευταία, πιο προσωπική ερώτηση: εσένα ποιο υποείδος, από τα κάπου 30-40 βασικά, σου αρέσει περισσότερο; Το κλασικό detective fiction, άλλως whodunit; Το howcatchem; Το hard-boiled; Το police procedural; Το νουάρ; Και μιας και λέμε για νουάρ: το Nordic noir, το Tartan noir, το Mediterranean noir; Ή μήπως το ψυχολογικό θρίλερ και το domestic noir; Αλλά μάλλον όχι το cozy mystery ή το crime caper, σωστά; Αν και το ανέφερες προηγουμένως. Σταματώ εδώ, αλλά αν σού αρέσει (και) κάποιο άλλο από τα πολλά, πες το μου. (Δεν ενδιαφέρει κανέναν, αλλά οι δικές μου προτιμήσεις είναι: Serial killer fiction, Occult detective fiction, Vigilante fiction, Neo-noir, και τα υβρίδια με επιστημονική φαντασία, horror, fantasy κλπ.: η Cross-genre crime fiction τέλος πάντων).

Α.Μ.: Occult detective fiction, νομίζω πως μόνο μαζί σου θα μπορούσα να συζητήσω μια τέτοια θεματική, εξαιρετική! Από τους παλιούς μού θύμισες τον Sax Rohmer και από τους σύγχρονους προτιμούσα Jim Butcher και τον ήρωά του Harry Dresden (υπήρχε στις αρχές του 2000 και σειρά στο Sci-Fi Channel).

Να πω πως θα διάβαζα με ευκολία το Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές του James Cain (1934) και δίπλα του το The City and the City του China Miéville (Crime, Weird Fiction, 2009) ή το Altered Carbon του Richard Morgan (Mystery, Science Fiction, 2002). Θα έλεγα πως είμαι λάτρης του hard-boiled, των νεο-νουάρ συμβάσεων και αισθητικής, αλλά, από ερευνητικό ενδιαφέρον, διαβάζω τα πάντα. Τα υβρίδια, δηλαδή η cross-genre, είναι συνήθης πρακτική συγγραφής πλέον και μου έχει τραβήξει την προσοχή.

Κ.Α.: Σε ευχαριστώ πολύ! Και πάλι καλοτάξιδο.

* * *

Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού, ή μιας Άλλης Γυναίκας. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως κάθε Τρίτη πρωί έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.