Βιβλιο

Το δέρμα της ειρωνείας: Η ποιητική συλλογή του Γιώργου Χαντζή

Έμμετρο φιλοσοφικό οδοιπορικό

A.V. Guest
ΤΕΥΧΟΣ 778
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Το δέρμα της ειρωνείας» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Περισπωμένη

Γράφει ο Γιώργος Σπανός


Η ποιητική συλλογή υπό τον αινιγματικό τίτλο «Το δέρμα της ειρωνείας» μοιράζεται με μια οργανωμένη, σχεδόν επιτηδευμένη αταξία τους αναστοχασμούς του δημιουργού της Γιώργου Χαντζή για τη φιλοσοφία και την αισθητική ειδικότερα.

Σε όλες τις ενότητες της συλλογής και πιο έντονα στους Τόπους και στον Homo Aestheticus, ο ποιητής στοχάζεται αναζητώντας συνομιλητές και συνοδοιπόρους στις λιγοστές νησίδες επικοινωνίας που ξεπροβάλλουν, κατά δική του ομολογία, μέσα από ωκεανούς απόλυτης σιωπής, ατομικότητας και αποξένωσης. Θα μπορούσε κάποιος να συνοψίσει τους στοχασμούς του υπό τον τίτλο: η ένωση της αισθητικής με τη ζωή. Στην πραγματικότητα, μέσα από σειρά ερωτημάτων και υπο-ερωτημάτων ο συγγραφέας προσπαθεί να λύσει δύο βασικά αινίγματα. Ποια είναι άραγε η θέση και η αξία του αισθητικού στοιχείου στη ζωή και την καθημερινότητά μας; Ή μήπως η αισθητική είναι μόνο μια αυτόνομη ηδονική έννοια χωρίς καμιά αναφορά στη ζωή; Και με ποιον τρόπο προσλαμβάνουμε άραγε αισθητηριακά, με παθητικό ή ενεργητικό τρόπο; Κυρίαρχο φυσικά επικρέμαται το αμετάθετο ερώτημα του Δανού ήρωα του Shakespeare για την αξία της ανθρώπινης ζωής.

Θα περίμενε κανείς ο συγγραφέας να εντρυφήσει σ’ αυτά τα διαχρονικά ερωτήματα μέσα από ένα πεζό κείμενο, μια μελέτη, ένα δοκίμιο. Πρόκειται άλλωστε για ερωτήματα που απασχολούν τον σκεπτόμενο άνθρωπο ανεξάρτητα από τη χρονική συγκυρία και επιδέχονται απαντήσεις και ερμηνείες ή κανένα από τα δύο, ανάλογα με το χρονικό πλαίσιο στο οποίο τίθενται. Ο νεωτερισμός της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής είναι ότι προσπαθεί –και πιστεύω ότι το καταφέρνει εξαιρετικά– να μεταφέρει αυτές τις προπατορικές αγωνίες μας μέσα από έναν αυθεντικά ποιητικό λόγο. Ο συγγραφέας αναζητεί στον μαγικό κόσμο της ποίησης τη φαρέτρα των ποιητικών μέσων και εργαλείων για να διατυπώσει –και ίσως τελικά απαντήσει– όσο πιο πειστικά γίνεται τα φιλοσοφικά ερωτήματά του: και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει, καθώς το περιεχόμενο των συνειρμών του γίνεται πιο πυκνό και το ύφος πιο διεισδυτικό και επιβλητικό από τον καθημερινό λόγο. Άλλωστε, η τονικότητα, το μέτρο, τα άλματα, οι μεταφορές της ποίησης, η όλη μουσική και οικονομία του ποιητικού λόγου αποδεικνύονται καταλληλότερα από κάθε τι άλλο για να αποδώσουν την ανησυχία του ανθρώπου για την ομορφιά και εντέλει την αξία της ανθρώπινης ζωής.

Εκείνο που συγκινεί ιδιαίτερα στα συγκεκριμένα ποιήματα είναι η σωματική –πέρα από την πνευματική– ευελιξία του στοχαστή, η ανάγκη και ταυτόχρονα ικανότητά του να προσαρμόζεται: ο κεντρικός χαρακτήρας φοράει σε κάθε ενότητα της συλλογής μια διαφορετική μάσκα και διαλέγει ρούχα και αξεσουάρ από μια κάθε φορά καινούργια γκαρνταρόμπα. Τον συναντάμε αίφνης να είναι μέρος της δράσης, τον βρίσκουμε παρακάτω να παρακολουθεί αφηγούμενος από καθέδρας τη δράση ως οξυδερκής παρατηρητής για να συμπάσχουμε, στο τέλος, όταν πέφτει σε μια βαθιά ενδοσκόπηση, έναν ειλικρινή, συνεχή και αυστηρό διάλογο με τον εαυτό. Αυτό το πολυπρόσωπο του κεντρικού ήρωα-αφηγητή αποφορτίζει το λόγο κι αυτός μ’ έναν τρόπο μαγικό παραμένει πεισματικά συγκινητικός.

Η γραφίδα του Γιώργου Χαντζή σ’ αυτό το εγχείρημά του είναι ζωηρή, γοργή και αυθόρμητη και πάνω απ’ όλα γήινη: η δομή της γλώσσας, οι έντεχνα απειθάρχητες λεξιλογικές επιλογές, πυκνογραμμένες, εύστοχες και χωρίς βερμπαλισμούς, τα σχήματα, ο ρυθμός και το ύφος των ποιημάτων αφήνουν μια ευπρόσδεκτη φρεσκάδα και μια αναζωογονητική γεύση ενθουσιασμού. Σχεδόν σαν να μην πρόκειται για μια δεύτερη, εικονική ζωή που διαδραματίζεται στο μυαλό του ποιητή αλλά για την ίδια την πραγματικότητα που μεταφέρεται αυτούσια κι αληθινή στις εκατόν δεκαέξι σελίδες του βιβλίου.