Βιβλιο

Ο Νίκος Βλαχάκης απαντάει αν συγγραφέας γεννιέσαι ή γίνεσαι

Μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη με τον ποιητή/ συγγραφέα του βιβλίου «Λυρικά Ελάχιστα»

A.V. Guest
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Με αφορμή το νέο του βιβλίο «Λυρικά Ελάχιστα», ο συγγραφέας / ποιητής Νίκος Βλαχάκης παραχωρεί μια εφ όλης της ύλης συνέντευξη στον Ιωσήφ Αρνές.

Ο Νίκος Βλαχάκης γεννήθηκε στο χωριό Βρύσες Μεραμπέλλου Κρήτης (Δημ. Αγ. Νικολάου) το 1967. Σπούδασε Φιλοσοφία, Δημόσια Διοίκηση και Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγική. Εργάζεται ως Σύμβουλος Δημόσιας Διπλωματίας στο Υπουργείο Εξωτερικών, έχοντας υπηρετήσει στις ελληνικές πρεσβείες, σε διάφορες πόλεις στο εξωτερικό (Τίρανα, Βρυξέλλες, Σόφια, Βουδαπέστη, Βερολίνο) με κάθε μια από τις οποίες έχει συνδέσει και κάποια ποιητική του συλλογή. Με την ποίηση ασχολείται από τα εφηβικά του χρόνια, έχοντας διακριθεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς για νέους. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και δημοσιευθεί στα αγγλικά, βουλγαρικά, γερμανικά, γαλλικά, ισπανικά και αραβικά σε περιοδικά όπως το Literaturni Balkani της Σόφιας, στο γαλλόφωνο καναδικό περιοδικό Le Crachoir de Flaubert, στο περιοδικό του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης Variations 24 (συν-δημιουργία με τη Στέλλα Κόκκαλη) καθώς και στην αραβόφωνη εφημερίδα του Λονδίνου Al Araby Al Jadeed. Έχει λάβει μέρος στα διεθνή ποιητικά Φεστιβάλ του Medellin και του Pasto της Κολομβίας, ενώ έργο του συμπεριλήφθηκε στη διεθνή πολύγλωσση έκδοση για την προστασία των δέντρων του πλανήτη με τίτλο Arbolarium. Τα «Λυρικά Ελάχιστα» (εκδόσεις Βακχικόν) είναι η τέταρτη ποιητική του συλλογή και αποτελείται από 100+1 στιχουργήματα. Γράφτηκαν σε 101 μέρες σαν ιδεογράμματα σε νοτισμένα παράθυρα.

Τι είναι εκείνο που σας ωθεί να γράφετε;
Δεν είναι κάτι που θα ΄λεγα ότι λειτουργεί ως κίνητρο πάντα με τον ίδιο τρόπο. Σίγουρα είναι ένα συναίσθημα, άλλοτε φευγαλέο, άλλοτε σε βασανίζει μέσα σου σαν ένα μόνιμο δημιουργικό άγχος. Κάποτε θέλεις να γράψεις για να νιώσεις τη χαρά μιας ολοκληρωμένης δημιουργίας, άλλοτε μόνο για να παίξεις με τις λέξεις, και πολύ συχνά, γιατί σου έρχεται αυτό που ονομάζουν «έμπνευση», που αν αναλύσουμε την έννοια αυτή καθαυτή, σημαίνει ότι εισέρχεται μέσα σου κάτι σαν δημιουργική πνοή, ύστερα από ένα δυνατό ερέθισμα της εξωτερικής πραγματικότητας ή ως το επιστέγασμα μιας σκέψης  που σε κατατρύχει. Σ΄αυτή την έμπνευση κάποιοι αρέσκονται να αποδίδουν μεταφυσικές ιδιότητες, να την ταυτίζουν μ’ ένα ας πούμε «θεϊκό κομμάτι» μέσα τους ή άλλες τέτοιες εξιδανικεύσεις που ως ανθρώπινο είδος μας αρέσει να εφευρίσκουμε. Κατά τη γνώμη μου, προκύπτει από την ανάγκη δημιουργίας ως μιας παρόρμησης προς εξωτερίκευση και τη συνάντηση με τη βαθύτερη ανθρώπινη ανάγκη έκφρασης.  Η ανάγκη έκφρασης πάντως από μόνη της είναι κάτι που υπάρχει σε όλους μας, δεν είναι ότι κάποιοι το έχουν πιο έντονα και άλλοι όχι. Απλά σε κάποιους ανθρώπους αυτό παίρνει τη μορφή της τέχνης στην οποία επιλέγουν να εκφραστούν ή του τρόπου που επιλέγουν να το κάνουν, εκδιπλώνοντας τις δημιουργικές τους κλίσεις. Ίσως να το απλουστεύω, αλλά θέλω να επισημάνω ότι αυτή η ανάγκη έκφρασης είναι κάτι πολύ απλό, σχεδόν καθημερινό θα έλεγε κάποιος.

Η εξωτερίκευση όμως ως διαδικασία υπαρξιακής αυτοπραγμάτωσης, αυτό είναι που αποτελεί σύνθετη διαδικασία και εκεί πλέον αρχίζουν οι δυσνόητες αναλύσεις και η ανάγκη μελέτης του από την επιστήμη πλέον και την φιλοσοφία. Η τέχνη, έρχεται να προσφέρει το όχημα αυτής της αυτοπραγμάτωσης, προσδίδοντας του μορφολογικά χαρακτηριστικά ανάλογα με το είδος της. Συνοπτικά, αυτό θα έλεγα είναι η γενεαλογία του αισθητικού κινήτρου, ως τη δύναμη εκείνη που σε ωθεί, να γράψεις, να τραγουδήσεις, να ζωγραφίσεις ή να συνθέσεις μουσική.

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για εσάςείναι να καταφέρετε να εκφράσετε τη σκέψη σας πάνω στο χαρτί;
Όταν πια κάτσω μπροστά στη λευκή σελίδα ή στη λευκή έκταση της οθόνης η σκέψη τρέχει σχεδόν αβίαστα, όμως μέχρι να συμβεί αυτό, «έχω περάσει από τις εφτά γέφυρες, τα τρία ποτάμια και τους πέντε δράκους ώσπου να φτάσω σκηνίτης στην ερημία μου». Έτσι θυμάμαι μου έλεγε αστειευόμενος ένας αναρχικός μεγαλύτερος από μένα, απ’ αυτούς που τότε στη δεκαετία του ’80 τάραζαν την πληκτική ζωή της ελληνικής επαρχίας με παρδαλά ρούχα και στιγμές ψυχεδέλειας, προσποιητής ή όχι δεν έχει σημασία, θέλοντας να πει ότι το να καταλήξεις να δημιουργήσεις, τελικά, σημαίνει να έχεις υπερβεί πρωτύτερα κάποιες δοκιμασίες στις οποίες έχεις αυθυποβληθεί και έχεις εξέλθει νικητής στους ανοιχτούς πλέον λειμώνες της απεριόριστης έμπνευσης που οδηγεί το χέρι σου. Κάπως έτσι θα έλεγα συμβαίνει. Πάντως δεν ανήκω σε αυτούς που γράφουν διαρκώς, ή γράφουν και σκίζουν... Προτιμώ να γράφω μετά από μια κατασταλλαγμένη βιωματική εμπειρία η οποία μετουσιώνεται με την πάροδο του χρόνου και την ωρίμανση των συναισθημάτων, σε ποίηση. Πρέπει να πω όμως, ότι λόγω αυτής της συνήθειας να μην κρατώ πάντα μπλοκάκι μαζί μου, έχω χάσει πολλούς στίχους ή ιδέες που κατά καιρούς έρχονται φευγαλέα στη διάρκεια της ημέρας, ή μεταξύ ενός περίπατου και ενός ρεμβασμού, ή ακόμη ξυπνώντας μέσα στη νύχτα με ένα όραμα ή την αρχή ενός ποιήματος, που το αφήνεις για το πρωί, αλλά στο μεταξύ έχει φύγει! Ξαναέρχεται βέβαια πάντα, αλλά όχι με την ίδια μορφή.

Ποιες είναι οι επιρροές σας;
Οι επιρροές είναι πολλές και ποικίλες και διαφορετικές σε κάθε εποχή. Άρχισα να αντιλαμβάνομαι την έννοια της σύγχρονης ποίησης όταν ο Ο. Ελύτης κέρδισε το Νόμπελ το 1979. Εγώ ήμουν τότε πρώτη Γυμνασίου, αλλά όταν είδα τη φιλόλογο μας να μπαίνει στην τάξη και να το ανακοινώνει συγκινημένη, τότε κατάλαβα ότι κάτι σοβαρό συνέβη. Όταν μετά άκουγα την μεγαλύτερη αδελφή μου να διαβάζει μεγαλόφωνα Λόρκα στο δωμάτιο της από ένα σχολικό εγχειρίδιο για τις ανάγκες του μαθήματος της, μέσα στην ησυχία του απογεύματος που έβαινε προς τη δύση, αντιλαμβανόμουν ότι η μουσική παίρνει ενίοτε τη μορφή του λόγου για να ηχήσει στη σιγαλιά της επερχόμενης νύχτας. Τότε αντιλήφθηκα ότι η καλή ποίηση «αντηχεί στην αιωνιότητα με κάποιο τρόπο» όπως λέω κάπου σε ένα στίχο στα «Λυρικά ελάχιστα»... Εκτός από τα παραπάνω, φυσικά οι μεγάλοι της νεοελληνικής ποίησης, όπως ο Καρυωτάκης, ο Σεφέρης, ο πολυδιάστατος Ρίτσος, ο Εμπειρίκος και ο Εγγονόπουλος αργότερα, ήταν οι πιο καθοριστικές επιδράσεις.  Ακόμη και η προσπάθεια να δει κανείς τον Σολωμό ή και τον Κάλβο και τον σπουδαίο Παλαμά πέραν των εθνικών μύθων, ήταν μια δημιουργική άσκηση που ακόμη με απασχολεί. Έχω στο νου μου ένα δοκίμιο γι’αυτούς, που ελπίζω να αξιωθώ κάποια στιγμή να γράψω. Τη διάρκεια της πρώτης καραντίνας για παράδειγμα, θεώρησα ότι ήλθε η ώρα να σκύψω στους Σαχτούρη και Καρούζο, ενώ είχε προηγηθεί λίγος Παπατσώνης.

Η αιτία όμως για να ξαναγράψω μετά από μια μεγάλη περίοδοαδράνειας στα φοιτητικά μου χρόνια όπου όμως διάβαζα μαγικό ρεαλισμό, ήταν η γοητευτική ανακάλυψη του Α. Γκίνσμπεργκ και δι’αυτού, της γενιάς των «μπήτνικς»,  αλλά και μεγάλων στιγμών της αγγλοσαξωνικής λογοτεχνίας, όπως του W.B. Yeats και του Walt Whitman, του E.A. Πόε (αυτός με συντρόφεψε στη στρατιωτική μου θητεία), του T.S. Eliot, αλλά και της γαλλόφωνης ποίησης επίσης, όπως του Μπωντλαίρ και του Μαλαρμέ. Σήμερα εξακολουθώ να ανακαλύπτω όσα δεν πρόλαβα να διαβάσω αυτά τα χρόνια, ευρισκόμενος σε ένα δημιουργικό διάλογο με την ισπανόφωνη λογοτεχνία, τον Νερούδα και την αντίστοιχη γενιά του ΄29-30, με αφορμή και κάποιες συμμετοχές μου σε διεθνή ποιητικά φεστιβάλ στη Λατινική Αμερική, αλλά και με τη γερμανική, λόγω της πρόσφατης παραμονής μου στο Βερολίνο. Δεν θέλω να πω ότι όλοι οι παραπάνω με επηρέασαν ή εμβάθυνα το ίδιο σε όλους, αλλά λειτούργησαν κυρίως ως οδοδείκτες στην ποίηση της νεωτερικότητας.

Ποια θεματολογία κρατεί τον κυρίαρχο ρόλο στα έργα σας;
Η ερμηνευτική των συμβόλων και ο τρόπος που η Ιστορία συμπλέκεται με αυτά είναι η μόνιμη έγνοια μου θα έλεγα. Έτσι ολοκλήρωσα την πρώτη τριλογία με μια διαφορετική αναλυτική στο κάθε μια συλλογή. Στο πρώτο, μια αναλυτική της ιστορίας των Βαλκανίων μέσα από τους μύθους τους, το δεύτερο μια αναλυτική του χρόνου μέσα από τα σύμβολα μιας «γέφυρας των αετών» η οποία λειτουργεί σαν σκηνικό και η τρίτη μια αναλυτική των «ειδώλων της φυλής», των προγονικών μύθων και των παιδικών αναμνήσεων γύρω απ’αυτούς. 

Πείτε μας λίγα λόγια για το βιβλίο σας
Το πρόσφατο βιβλίο μου «Λυρικά Ελάχιστα» από τις εκδόσεις «Βακχικόν», ξεκίνησε ως μια προσπάθεια να δομήσω μια ποιητική της ελάχιστης φόρμας σαν σύνοψη της καθημερινής συμπύκνωσης του νοήματος της κάθε ημέρας ξεχωριστά, μέσα από ένα τρίστιχο ημερησίως. Ο χρόνος συγγραφήςεκτείνεταισε 100 μέρες συνολικά. Γιατί διάλεξα να είναι είναι 100; Γιατί είναι ένα ολοκληρωμένο αριθμητικό σύνολο ανάμεσα σε δυο εποχές, στο γλίστρημα μεταξύ χειμώνα και άνοιξης. Αποτελείται έτσι από 100 τρίστιχα συν ένα πεντάστιχο καταληκτικό που τα ανακεφαλαίωσε την 101η μέρα, σπάζοντας τη διαδοχική αλληλουχία αυτής της σειριακής –θα την ονόμαζα έτσι όπως εξελίχθηκε τελικά- ποίησης. Η τριστιχία ήταν μια προσπάθεια να γράψω σε μορφή χαϊκού, αλλά τελικά δεν πειθάρχησα στο συλλαβικό σχήμα 5-7-5 κι έτσι αναπτύχθηκε σαν ένα σπονδυλωτό συνεχές ποίημα, με εσωτερική ενότητα όμως και ρυθμό που εναλλάσσεται μεταξύ των εντυπώσεων μου ανάμεσα στο φυσικό και το αστικό τοπίο. Μοιάζουν έτσι σαν ένα είδος ιδεογραμμάτων που, όπως εκείνη την παλιά παιδική συνήθεια, γράφαμε πάνω στα νοτισμένα τζάμια. Αυτό είναι που μπορώ να πω ότι συνοψίζει το όλο εγχείρημα.

Συγγραφέας γεννιέσαι ή γίνεσαι;
Αναμφίβολα γίνεσαι, αν γεννιόμασταν μάλλον θα βγαίναμε με μια πένα, ή με πινέλο ο άλλος ή με τα δάχτυλα στα πλήκτρα κ.ο.κ.  Αλλά για να μιλήσουμε σοβαρά, το να γίνει κανείς, δεν είναι δεδομένο ούτε αποτελεί ευθύγραμμη ομαλή κίνηση προς το σκοπό αυτό, αν υποθέσουμε ότι τον θέτεις κάποια στιγμή της ζωής σου. Ίσως ενυπάρχει μια «φυσική κλίση» στον καθένα μας. Νομίζω όμως ότι το πιο σημαντικό είναι, εκτός από το να διασταυρωθεί κανείς με σημαντικά βιώματα που θα τροχιοδρομήσουν αυτή του την πορεία, θα πρέπει να σκύψει το κεφάλι και να δουλέψει σοβαρά, να μελετήσει, να νιώσει αποτυχία, να δοκιμάσει τα εκφραστικά του μέσα, να αναζητήσει τις επιδράσεις του, να κατατάξει τις σκέψεις του και όλο αυτό το υλικό τελικά να το υποβάλει σε μια διαδικασία απόσταξης του, από το οποίο θα βγει η ουσία του...Είναι μια μακρά πορεία με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς και σίγουρα πρέπει να καταδύεσαι διαρκώς στον εσώτερο χώρο σου, πράγμα που πολλές φορές είναι και επώδυνο, αν δεν το κάνεις με την ταχύτητα εκείνη που σου επιβάλει η ανάγκη να κρατήσεις την αναπνοή σου όσο να μη σκάσεις, μέχρι να αναδυθείς ξανά στην επιφάνεια.

Έχω δει πάντως αρκετούς ταλαντούχους να χάνουν για μεγάλα διαστήματα τον μυστικό εκείνο βόμβο μέσα τους, που λειτούργησε αρχικά ως το έναυσμα για να γράψουν, ενώ άλλοτε το ξαναβρίσκουν και άλλοτε όχι. Άρα το πιο σημαντικό δεν είναι να γίνεις, αλλά να διατηρηθείς γράφοντας. Καταλήγω τελικά ότι ποιητής ή συγγραφέας μπορείς να είσαι, χωρίς να γίνεις.  

Αν μπορούσατε να αλλάξετε κάτι στον τομέα της λογοτεχνίας τι θα ήταν αυτό;
Θα άλλαζα το εξώφυλλο στον Οδυσσέα του Τζόυς με την Οδύσεια του Καζαντζάκη για να κάνω πλάκα στους αναγνώστες...Θα έντυνα ίσως το «Γυμνό γεύμα» του Μπάροουζ, ή θα έβαζα την «αθώα Ερέντιρα» από τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» να διαβάζει τα γράμματα στον συνταγματάρχη που δεν είχε κανένα να του γράψει, του Μάρκες....! Αστειεύομαι βέβαια. Θέλω να πω, ότι μπορούμε να σκαρώσουμε πολλά τέτοια παιγνίδια για να πιστέψουμε ότι κάτι αλλάζουμε στη λογοτεχνία και μάλιστα με τρόπο καθοριστικό, ή θεωρώντας τους εαυτούς μας μικρούς αναμορφωτές, ίσως με μπόλικη δόση αυταρέσκειας. Όμως πρέπει να σας πω ότι έχασα σχεδόν μια δεκαετία από τα 20 μου χρόνια έως τα 28 μου, σκεπτόμενος αυτό ακριβώς το ερώτημα, και στο τέλος δεν έγραψα ούτε μια λέξη. Νομίζω είναι μάταιος κόπος. Αν θέλεις πράγματι να αλλάξεις κάτι, πρέπει να μπεις στο χορό και να χορέψεις, πρέπει με άλλα λόγια να κάνεις το ίδιο πράγμα όπως πάντα, δηλαδή να συνεχίσεις να γράφεις.   

Έχετε επόμενα συγγραφικά σχέδια;
Ναι, έχω αρκετές σκέψεις. Υπάρχει μια ελεγεία από την εποχή του Βερολίνου που ακόμη δεν έχω τελειώσει, μερικά άλλα ποιήματα στο συρτάρι που μορφοποιούνται ακόμη ώστε να αποτελέσουν μια ολοκληρωμένη δομική ενότητα και αφορούν την κλιματική αλλαγή. Έχω πάντα στο μυαλό μου δυο παράλληλους θεατρικούς μονολόγους που θα ήθελα να συντεθούν σε έναν, από τη μοίρα δύο αγαπημένων ηρώων του τρωϊκού πολέμου μετά που επιστρέφουν, ένα είδος συναισθήματος ματαίωσης που φέρνει η επιστροφή. Βέβαια, πάντα με ενδιαφέρει ένας πειραματισμός μεταξύ ποίησης και κινηματογράφου, ένα είδος εικονοποιημένης ποίησης. Αλλά αυτό είναι ένα εγχείρημα που δεν μπορώ μόνος μου να το φέρω σε πέρας. Ελπίζω να αξιωθώ κάποτε. Στο μεταξύ έχω αποφασίσει ότι μετά τα 55 είναι μια καλή περίοδο να ασχοληθεί κανείς με την πεζογραφία, αλλά και πάλι δεν έχω καταλήξει αν θα το κάνω τότε...Θα δούμε....Στο μεταξύ ας ευχηθώ να μείνουμε γεροί και δυνατοί.

O Νίκος Βλαχάκης