Βιβλιο

Τα Χριστούγεννα των ορφανών

Ένα επίκαιρο διήγημα του βραβευμένου συγγραφέα Φώτη Κανελλόπουλου στη νέα στήλη λογοτεχνίας, Short Stories, της ATHENS VOICE

A.V. Guest
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ζυγώνουν τα Χριστούγεννα. Σήμερα, που είναι παραμονή αυτής της ωραίας, χαρωπής μέρας, τα παιδιά θα ψάλλουν τα κάλαντα σε κάθε γωνιά της Χώρας.

Ο καιρός είναι βλοσυρός και βροχερός και το κρύο πολύ δυνατό, όπως κάθε Χριστούγεννα, που φέρνουν μαζί τους μια άλλη ελπίδα, μια ομορφιά για το αύριο, μες στην καρδιά του χειμώνα.

Παρ’ όλα όμως το χιονόνερο και τον θυμωμένο ουρανό, κάποια δίδυμα ορφανά και δεκάχρονα αγοράκια, δεν δίστασαν διόλου να βγουν μες στους παγωμένους πρωινούς δρόμους, για να τραγουδήσουν τη γέννηση του Χριστού.

«- Να τα πούμε, καλέ...» φώναζαν και χτυπούσαν ασταμάτητα, με το τριγωνάκι τους, όλες τις σφαλισμένες πόρτες των σπιτιών.

« - Πείτε τα, πείτε τα ...», έλεγαν κάποιες χαρούμενες φωνές και εκείνα υμνούσαν συνεπαρμένα τη θεϊκή μέρα:

«Καλήν ημέραν άρχοντες και αν είναι ο ορισμός σας, Χριστού τη θεία -γέννηση να πω στο αρχοντικό σας ... Χριστόςγεννάται σήμερον...».

Ενώ άλλες, βαριές απότομες φωνές τα απογοήτευαν:

«- Μας τα ’ παν άλλοι...»

«- Φύγετε ..., μας τα ’ παν άλλοι...»

Κι έτσι οι δύο μικροί μαθητές, έφευγαν παραπονεμένοι.

- Σήμερα, Κώστα, είπε το ένα, πρέπει να βγάλουμε μπόλικα χρήματα για να αγοράσουμε για πρώτη φορά κι εμείς το δεντράκι μας.

- Ναι, ας βιαστούμε, όμως, Φάνη, γιατί έχω ξεπαγιάσει... είπε το άλλο και χουχούλιασε δυνατά τα αδύνατα χέρια του για να ζεσταθεί.

Και ξεκίνησαν για το κέντρο της πόλης, που ήταν στολισμένο με χιλιάδες γιρλάντες και λαμπιόνια κι από παντού ακούγονταν χαρούμενα, χριστουγεννιάτικα τραγούδια.

Οι καμπάνες χτυπούσαν δυνατά κι ευφρόσυνα κι ολάκερη η πόλη ακτινοβολούσε από φως, για το ερχομό του Θεανθρώπου.

Η μεγάλη λεωφόρος ήταν γεμάτη από κόσμο, που έκανε τα ψώνια του για τις γιορτές, από τα πολύβουα και καταστόλιστα μαγαζιά.

Τα ορφανά μπήκαν μέσα σε πολλά καταστήματα, μάζεψαν αρκετά χρήματα κι ευχαριστήθηκαν πολύ.

-Φτάνει κι ας σταματήσουμε εδώ, έξω από το σούπερ μάρκετ, για να μετρήσουμε τα λεφτά μας, έκαμε γελαστά ο Κώστας.

Τα μέτρησαν, ήταν περίπου δέκα χιλιάδες δραχμές και τα έβαλαν μέσα σε μια διάφανη τσαντούλα και κίνησαν να μπουν μέσα στο μεγάλο φωτισμένο μαγαζί, για να ψωνίσουν το δέντρο τους μαζί με τα στολίδια του.

Εκείνη την ώρα, μέσα στην κοσμοσυρροή, περνούσε από δίπλα τους ένας ρακένδυτος εικοσάχρονος νεαρός. Είδε τη σακούλα με τα χρήματα που την κρατούσαν ανύποπτα οι μικροί και με μια απότομη και ύπουλη κίνηση την άρπαξε απ’ τα χέρια τους, σαν αίλουρος και χάθηκε τρέχοντας, σαν αστραπή, μέσα στο πλήθος.

- Πιάστε τον .... Πιάστε τον... Πιάστε τον κλέφτη, που πήρε το: λεφτά μας, φώναξαν και το: δύο μαζί δακρυσμένα, αλλά δυστυχώς ο πανούργος, ο δόλιος ο κακοποιός, είχε εξαφανιστεί.

Έκανε τρομερό κρύο και χιόνιζε.

Και τα δύο παιδιά τρεμουλιασμένα και συγκλονισμένα απ’ αυτό το απρόοπτο γεγονός, γύριζαν στο σπίτι τους, που ζούσαν με μια πενιχρή σύνταξη των χαμένων γονιών τους.

Γύριζαν στο σπίτι τους, που τα περίμενε μονάχα η θλίψη, η ορφάνια και το φτωχικό δωμάτιο τους, που θα ήταν γυμνό κι αστόλιστο και φέτος απ’ το γιορτινό, χριστουγεννιάτικο δέντρο...


Ο Φώτης Κανελλόπουλος είναι συγγραφέας. Έχει τιμηθεί με το πρώτο βραβείο Διηγήματος, από το πνευματικό Πρακτορείο του Γιοχάνεσμπουργκ.