Βιβλιο

Προδημοσίευση: «Κάτι στο Νερό» της Catherine Steadman

Το θρίλερ που έχει αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Bell στις 28 Σεπτεμβρίου

A.V. Team
ΤΕΥΧΟΣ 672
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το θρίλερ «Κάτι στο νερό» της βραβευμένης βρετανίδας ηθοποιού και πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως Catherine Steadman, το οποίο έχει πάρει εξαιρετικές κριτικές («The New York Times», «Publishers Weekly», «Kirkus Reviews») και ήδη ετοιμάζεται η κινηματογραφική μεταφορά του, θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδ. Bell στις 28 Σεπτεμβρίου. Διαβάστε το πρώτο κεφάλαιο.

Ο τάφος

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ πόση ώρα σου παίρνει να σκάψεις έναν τάφο; Μην αναρωτιέστε άλλο. Έναν αιώνα. Όσο χρόνο κι αν νομίζετε ότι παίρνει, διπλασιάστε τον.

Είμαι σίγουρη ότι θα την έχετε δει αυτή τη σκηνή σε ταινίες: τον ήρωα, ίσως μ’ ένα πιστόλι κολλημένο στο κεφάλι του, να σκάβει ολοένα πιο βαθιά στο χώμα, ιδροκοπώντας και ασθμαίνοντας, ώσπου στέκεται όρθιος μέσα στον ίδιο του τον τάφο, ένα λάκκο βάθους περίπου δύο μέτρων μες στη γη. Ή τους δύο φουκαράδες απατεώνες που λογομαχούν ανταλλάσσοντας ευφυολογήματα στη φαιδρή ατμόσφαιρα ενός θεότρελου χάους, καθώς φτυαρίζουν με μανία, πετώντας τα χώματα ψηλά, στον αέρα, με την ευκολία που θα το έκαναν ήρωες παιδικών καρτούν.

Ε, λοιπόν, δεν είναι έτσι. Είναι δύσκολη δουλειά. Τίποτα σ’ αυτήν δεν είναι εύκολο. Το έδαφος είναι σκληρό, το χώμα βαρύ και το σκάψιμο αργό. Είναι τόσο δύσκολο, που να πάρει!

Και βαρετό. Και ατέλειωτο. Αλλά πρέπει να το κάνεις.

Το στρες, η αδρεναλίνη, η απεγνωσμένη ζωική ανάγκη να το κάνεις, σε κρατούν σε υπερένταση για κανένα εικοσάλεπτο περίπου. Μετά καταρρέεις.

Οι μύες σου τεντώνονται μέχρις εξάντλησης πάνω στα κόκαλα των μπράτσων και των ποδιών σου. Νιώθεις το δέρμα σου να τσιτώνεται πάνω στα κόκαλά σου και τα κόκαλά σου να ζορίζονται κάτω απ’ το δέρμα σου. Πονάει η καρδιά σου μετά την έκρηξη αδρεναλίνης, το σάκχαρο στο αίμα σου πέφτει και ξαφνικά αδειάζεις εντελώς από ενέργεια. Εξαντλείται όλο σου το σώμα. Αλλά ξέρεις, το ξέρεις με κρυστάλλινη διαύγεια ότι, είτε είσαι στα πάνω σου είτε στα κάτω σου, είτε τα ’χεις φτύσει είτε όχι, αυτή η τρύπα πρέπει να σκαφτεί οπωσδήποτε.

Έπειτα αλλάζεις ταχύτητα. Βρίσκεσαι σ’ εκείνο το σημείο στα μισά του μαραθώνιου, που έχει ξεθυμάνει η εκρηκτικότητα του ξεκινήματος και πρέπει με κάποιον τρόπο να συνεχίσεις για να τον τελειώσεις αυτόν τον αναθεματισμένο αγώνα, έστω και με το ζόρι. Έχεις επενδύσει σ’ αυτόν· τα έχεις δώσει όλα. Το έχεις πει σ’ όλους τους φίλους σου ότι θα το κάνεις, τους έβαλες να υποσχεθούν δωρεές σε κάποιο φιλανθρωπικό ίδρυμα με το οποίο έχεις μόνο μια αόριστη, προσωρινή σχέση. Από ενοχή, υποσχέθηκαν περισσότερα χρήματα απ’ όσα θα ήθελαν πραγματικά να δώσουν, νιώθοντας υποχρεωμένοι λόγω κάποιου ποδηλατικού αγώνα στον οποίο συμμετείχαν όταν ήταν στο πανεπιστήμιο και με τις λεπτομέρειες του οποίου σε πρήζουν ακόμα κάθε φορά που μεθούν. Αλλά ας μείνουμε στο μαραθώνιο. Κι έπειτα έβγαινες έξω κάθε βράδυ για προπόνηση, μόνος σου, με τις φλέβες σου να πάλλονται στα καλάμια σου και ακουστικά στ’ αυτιά, καταπίνοντας το ένα μίλι μετά το άλλο, ειδικά γι’ αυτόν το στόχο. Για να μπορέσεις να πολεμήσεις τον ίδιο σου τον εαυτό, το ίδιο σου το σώμα, ακριβώς εκεί, εκείνη τη στιγμή, εκείνη την άγρια στιγμή, και να δεις ποιος θα νικήσει. Και δε βλέπει κανένας άλλος εκτός από σένα. Και κανένας δε νοιάζεται πραγματικά εκτός από σένα. Είσαστε μόνο εσύ και ο εαυτός σου, που προσπαθεί να επιβιώσει. Έτσι νιώθεις όταν σκάβεις έναν τάφο· σαν να έχει σταματήσει η μουσική, αλλά δεν μπορείς να πάψεις να χορεύεις. Γιατί αν πάψεις να χορεύεις, πέθανες.

Συνεχίζεις να σκάβεις, λοιπόν. Το κάνεις επειδή η εναλλακτική λύση είναι πολύ χειρότερη από το σκάψιμο μιας ατέλειωτης αναθεματισμένης τρύπας στο σκληρό, συμπαγές έδαφος μ’ ένα φτυάρι που βρήκες στο υπόστεγο της αυλής κάποιου γέρου.

Καθώς σκάβεις, βλέπεις χρώματα να ρέουν μπροστά στα μάτια σου: φωσφαίνια προκαλούμενα από τη μεταβολική διέγερση των νευρώνων του οπτικού φλοιού λόγω κακής οξυγόνωσης και χαμηλών επιπέδων γλυκόζης. Νιώθεις το αίμα να βουίζει στ’ αυτιά σου: φταίει η χαμηλή πίεση που προκαλείται από την αφυδάτωση και την υπερπροσπάθεια. Οι σκέψεις σου όμως; Οι σκέψεις σου περνούν ξυστά πάνω απ’ την ασάλευτη δεξαμενή της συναίσθησής σου κι η λάμψη τους αντανακλάται αραιά και πού μόνο πάνω στην επιφάνεια. Χάνονται πριν προλάβεις να τις συλλάβεις. Το μυαλό σου είναι εντελώς κενό. Το κεντρικό νευρικό σύστημα αντιμετωπίζει αυτή την υπερπροσπάθεια ως μια κατάσταση μάχης ή φυγής· η οφειλόμενη στην άσκηση νευρογένεση, μαζί με την «οφειλόμενη στην άσκηση απελευθέρωση ενδορφινών», τον πάντα δημοφιλή αγαπημένο όρο των αθλητικών περιοδικών, ενεργεί ανασταλτικά στον εγκέφαλό σου, προστατεύοντάς τον παράλληλα από τον συνεχόμενο πόνο και το στρες αυτού που κάνεις.

Η εξάντληση είναι ό,τι πρέπει για να ισοπεδώνει τα συναισθήματα. Ή θα το βάλεις στα πόδια ή θα μείνεις και θα σκάψεις.

Γύρω στο χρονικό ορόσημο των σαράντα πέντε λεπτών, αποφασίζω ότι το βάθος του ενός μέτρου και ογδόντα εκατοστών γι’ αυτόν τον τάφο δεν είναι ρεαλιστικός στόχος. Δεν πρόκειται να τα καταφέρω ποτέ. Είμαι ένα και εξήντα οχτώ. Πώς θα σκαρφάλωνα για να βγω έξω; Θα είχα σκάψει κυριολεκτικά τον ίδιο μου το λάκκο. Σύμφωνα με μια έρευνα της YouGov που έγινε το 2014, το ιδανικό ύψος για μια Βρετανίδα είναι ένα και εξήντα οχτώ. Προφανώς αυτό είναι το ύψος που θα προτιμούσε ο μέσος Βρετανός να έχει η σύντροφός του. Άρα είμαι τυχερή. Τυχερός και ο Μαρκ. Θεέ μου, πώς θα ’θελα να ήταν εδώ ο Μαρκ! Επομένως, αν δε σκάψω σε βάθος ενός μέτρου και ογδόντα εκατοστών, πόσο βαθιά πρέπει να σκάψω; Πόσο βαθιά είναι αρκετά βαθιά; Τα θαμμένα σώματα συνήθως ανακαλύπτονται επειδή δεν έχουν θαφτεί σωστά. Δε θέλω να συμβεί κάτι τέτοιο. Με τίποτα. Σίγουρα δε θα ήταν το αποτέλεσμα που επιδιώκω. Και μια λάθος ταφή, όπως οτιδήποτε άλλο που γίνεται λάθος, οφείλεται ουσιαστικά σε τρεις λόγους:

1. Έλλειψη χρόνου

2. Έλλειψη πρωτοβουλίας

3. Έλλειψη ενδιαφέροντος

Από άποψη χρόνου, έχω στη διάθεσή μου τρεις έως έξι ώρες για να το κάνω αυτό. Τρεις ώρες σύμφωνα με τους πιο συντηρητικούς μου υπολογισμούς. Έξι ώρες μού μένουν ώσπου να χαράξει. Συνεπώς έχω χρόνο.

Πιστεύω ότι έχω και την ικανότητα να παίρνω πρωτοβουλίες. Δύο μυαλά είναι καλύτερα από ένα. Έτσι ελπίζω, τουλάχιστον. Απλώς πρέπει να προχωρήσω βήμα βήμα.

 Όσο για το τρίτο, το ενδιαφέρον; Μα το Θεό, ενδιαφέρομαι. Ενδιαφέρομαι και πολύ μάλιστα. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά στη ζωή μου.

Ενενήντα εκατοστά είναι το ελάχιστο βάθος που συνιστά το ICCM (Ινστιτούτο Διαχείρισης Κοιμητηρίων και Κρεματορίων). Το ξέρω επειδή το γκούγκλαρα. Το έψαξα πριν αρχίσω το σκάψιμο. Βλέπετε, λοιπόν; Ορίστε η πρωτοβουλία. Και το ενδιαφέρον. Κάθισα στις φτέρνες μου πλάι στο πτώμα, πάνω σ’ ένα παχύ στρώμα βρεγμένων φύλλων και λάσπης, και έψαξα στο Google πώς θάβεις ένα πτώμα. Το έψαξα στο προπληρωμένο κινητό προσωρινής χρήσης του πεθαμένου. Αν βρουν το σώμα... όχι, δε θα το βρουν το σώμα... και καταφέρουν να ανακτήσουν τα δεδομένα... δεν πρόκειται να τα ανακτήσουν τα δεδομένα... τότε το ιστορικό αναζήτησης θα αποφέρει πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες.

Μετά από δύο ώρες γεμάτες, σταματώ το σκάψιμο. Η τρύπα έχει βάθος λίγο παραπάνω από ενενήντα εκατοστά. Δεν έχω μεζούρα, αλλά θυμάμαι ότι περίπου ενενήντα εκατοστά είναι σχεδόν μέχρι τον καβάλο. Είναι το ύψος του μεγαλύτερου άλματος που έκανα στις διακοπές ιππασίας που είχα πάει πριν φύγω για το πανεπιστήμιο πριν από δώδεκα χρόνια. Ήταν το δώρο μου για τα δέκατα όγδοα γενέθλιά μου. Παράξενο τι λεπτομέρειες μένουν στη μνήμη σου μερικές φορές, έτσι; Αλλά να με σήμερα, χωμένη σ’ έναν τάφο ως τη μέση, να θυμάμαι έναν ιππικό αγώνα. Είχα έρθει δεύτερη, μάλιστα. Και ήμουν πολύ χαρούμενη γι’ αυτό.

Τέλος πάντων, έχω σκάψει ένα λάκκο με βάθος γύρω στα ενενήντα εκατοστά, φάρδος εξήντα εκατοστά και μήκος λίγο πάνω από ένα κι ογδόντα. Ναι, κι αυτό μου πήρε δύο ώρες.

Επαναλαμβάνω: το σκάψιμο ενός τάφου είναι πολύ δύσκολη δουλειά.

Για να σας δώσω να καταλάβετε, αυτή η τρύπα, η τρύπα που μου πήρε δύο ώρες να την ανοίξω, έχει διαστάσεις 0,90 x 0,60 x 1,85, ίσον 1 κυβικό μέτρο χώμα, δηλαδή 1,5 τόνο χώμα. Και αυτό, παρακαλώ, είναι το βάρος ενός μικρομεσαίου αυτοκινήτου ή μιας ενήλικης φάλαινας μπελούγκα ή ενός μέσου ιπποπόταμου. Τόσο χώμα φτυάρισα μετακινώντας το προς τα επάνω και ελαφρώς προς τα αριστερά της αρχικής του θέσης. Κι ετούτος ο τάφος έχει βάθος μόλις ενενήντα εκατοστά.

Κοιτάζω το λοφάκι από λασπωμένο χώμα που έχει σχηματιστεί, γραπώνομαι, ανασηκώνω αργά το κορμί μου και σέρνομαι έξω, με χέρια που τρέμουν κάτω απ’ το ίδιο μου το βάρος. Το σώμα κείτεται απέναντί μου, κάτω από έναν σκισμένο μουσαμά –μια γυαλιστερή μπλε πινελιά χρώματος στο σκούρο καφέ φόντο του δασικού εδάφους. Τον βρήκα παρατημένο, να κρέμεται σαν πέπλο από ένα κλαδί, ανεμίζοντας προς τα πίσω, σαν να συνδιαλεγόταν σιωπηλά μ’ ένα εγκαταλειμμένο ψυγείο. Η πορτούλα της κατάψυξης του ψυγείου ανοιγόκλεινε τρίζοντας σιγανά στο αεράκι. Πεταμένο σαν σκουπίδι.

Υπάρχει κάτι τόσο θλιβερό στα παρατημένα αντικείμενα, δε συμφωνείτε; Κάτι μελαγχολικό. Αλλά και ωραίο από κάποια άποψη. Κι εγώ έχω έρθει να παρατήσω κάτι. Ένα πτώμα.

Το ψυγείο βρίσκεται κάμποσο καιρό εδώ. Το ξέρω, επειδή το είδα από το παράθυρο του αυτοκινήτου όταν περνούσαμε από δω πριν από τρεις μήνες. Και κανένας δεν έχει έρθει ακόμα να το μαζέψει. Εκείνη τη μέρα ο Μαρκ κι εγώ γυρίζαμε στο Λονδίνο από το Νόρφοκ, όπου είχαμε γιορτάσει την επέτειό μας. Έχουν περάσει μήνες και το ψυγείο είναι ακόμα στο ίδιο σημείο. Είναι περίεργο αν σκεφτείς πόσα συνέβησαν –σ’ εμένα, σ’ εμάς– σ’ αυτό το διάστημα, κι όμως εδώ δεν έχει αλλάξει τίποτα. Λες κι ετούτο το μέρος αρμενίζει στο κενό, ξεχασμένο απ’ το χρόνο· σου δίνει την αίσθηση χώρου κράτησης. Ίσως δεν έχει πατήσει κανένας εδώ από τότε που άφησε το ψυγείο ο ιδιοκτήτης του – κι ένας Θεός ξέρει πριν από πόσον καιρό έγινε αυτό. Είναι σαφώς της δεκαετίας του εβδομήντα – ξέρετε, από εκείνα τα γωνιώδη, ογκώδη κατασκευάσματα. Θυμίζει Κιούμπρικ. Ένας μονόλιθος σ’ ένα υγρό αγγλικό δάσος. Απαρχαιωμένο. Βρίσκεται εδώ τουλάχιστον τρεις μήνες και κανένας δεν έχει έρθει να το μαζέψει, να το πάει στη χωματερή. Γιατί κανένας δεν έρχεται ποτέ εδώ, αυτό είναι φανερό πια. Εκτός από μας. Ούτε εργάτες του δήμου, ούτε δυσαρεστημένοι ντόπιοι για να γράψουν επιστολές διαμαρτυρίας στο δημοτικό συμβούλιο, ούτε κάτοικοι που έχουν βγάλει για πρωινή βόλτα το σκύλο τους θα ανακαλύψουν κατά τύχη το λάκκο μου. Ήταν το ασφαλέστερο μέρος που μπόρεσα να σκεφτώ. Και να ’μαστε τώρα. Θα μου πάρει κάμποση ώρα για να ξανακλείσω την τρύπα και να τακτοποιήσω το χώμα όπως πρέπει. Αλλά νομίζω ότι και το ψυγείο και εγώ έχουμε αρκετό χρόνο στη διάθεσή μας.

Εξετάζω με το βλέμμα τον μπόγο κάτω από τον τσαλακωμένο μουσαμά. Από εκεί κάτω υπάρχουν σάρκα, δέρμα, οστά και δόντια. Ένα ανθρώπινο πλάσμα πεθαμένο εδώ και τρεισήμισι ώρες.

Αναρωτιέμαι αν είναι ακόμα ζεστός. Ο σύζυγός μου. Θα είναι ζεστός αν τον αγγίξω; Το ψάχνω κι αυτό στο Google. Όποια κι αν είναι η απάντηση, θέλω ν’ αποφύγω το σοκ.

Εντάξει, λοιπόν.

Διαβάζω: τα άκρα κανονικά θα είναι κρύα αν τα αγγίξω, αλλά ο κορμός θα είναι ακόμα ζεστός. Εντάξει, λοιπόν.

Παίρνω μια βαθιά, αργή εισπνοή.

Ξεκινάμε, λοιπόν...

Σταματώ. Μια στιγμή.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά διαγράφω το ιστορικό αναζήτησης από το κινητό του προσωρινής χρήσης. Είναι περιττό, το ξέρω, αφού το τηλέφωνο αυτό δεν μπορεί να εντοπιστεί· άλλωστε, μετά από δύο ώρες θαμμένο μες στο υγρό έδαφος του Οκτώβρη, δεν πρόκειται να λειτουργεί έτσι κι αλλιώς. Ίσως και να λειτουργεί, όμως. Το ξαναβάζω μέσα στην τσέπη του σακακιού του και βγάζω το προσωπικό του iPhone από την εσωτερική του τσέπη. Είναι σε λειτουργία πτήσης.

Ρίχνω μια ματιά στη βιβλιοθήκη φωτογραφιών του. Βλέπω εμάς. Δάκρυα αναβλύζουν από τα μάτια μου και κυλούν καυτά στα μάγουλά μου.

Πετώ στην άκρη το μουσαμά, αποκαλύπτοντας αυτό που κρύβει. Σκουπίζω τα δακτυλικά μου αποτυπώματα από το τηλέφωνο, το ξαναβάζω στη ζεστή εσωτερική του τσέπη και προετοιμάζω τα γόνατά μου για την προσπάθεια που θα απαιτήσει το σύρσιμο του σώματος.

Δεν είμαι κακός άνθρωπος. Ή μπορεί και να είμαι. Μάλλον θα αφήσω εσάς να το κρίνετε.

Αλλά πρέπει οπωσδήποτε να σας εξηγήσω τι συνέβη. Και για να σας το εξηγήσω πρέπει να πάω πίσω. Πίσω στο πρωινό της επετείου μας, τρεις μήνες πριν.