Βιβλιο

17 Συγγραφείς + 1 κρίση

Μια ανοιχτή επιστολή με δεκαεπτά ελληνικές ιστορίες

Μικέλα Χαρτουλάρη
ΤΕΥΧΟΣ 426
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

«Η συνείδηση της κρίσης μεταμορφώθηκε σε αδυναμία να ονειρευτούμε. (…) Κανείς δεν μπορεί να κοιτάξει το μέλλον. Το βλέμμα μας παραμένει ακόμη συσκοτισμένο».

Αυτές οι φράσεις του συγγραφέα Χρήστου Χρυσόπουλου εκφράζουν τα αισθήματά του καθώς περιδιαβαίνει τους δρόμους της Αθήνας παρατηρώντας τα «δωμάτια» των αστέγων στις πλατείες, αλλά και τα συνθήματα ή τα γκράφιτι στους τοίχους. Χαρακτηριστικό το 2+2 # 5 σε αδειανή βιτρίνα της Σταδίου, το οποίο έχει αντικατασταθεί με το 2+2=4. Έχει, δηλαδή, παραμεριστεί η φαντασία και έχει επικρατήσει η αυστηρή επίκληση της λογικής, που όμως σηματοδοτεί περισσότερο την αδυναμία μας παρά την αυτογνωσία μας. Δεν θα διαφωνήσουν και πολλοί μαζί του…

Η αυτοβιογραφική αφήγηση του Χρυσόπουλου κλείνει τη συλλογή 17 ιστοριών που προσπαθούν να ψηλαφήσουν το «Αποτύπωμα της κρίσης» με τα εργαλεία της λογοτεχνίας. Αυτός είναι και ο τίτλος του βιβλίου που μόλις κυκλοφόρησε από το Μεταίχμιο: γεννήθηκε εν θερμώ, στο διάστημα από τον Μάρτιο έως τον Οκτώβριο του 2012, και αποδεικνύεται ένα από τα πιο επίκαιρα της χρονιάς. Κοντά στον Χρυσόπουλο, άλλοι δεκαέξι συγγραφείς από 35 έως 65 χρονών περιγράφουν, εμβαθύνουν, αναστοχάζονται, σχολιάζουν, σαρκάζουν μερικές από τις σημαντικότερες πτυχές –κοινωνικές και υπαρξιακές, κυρίως– της καινούργιας πραγματικότητας που έχει διαμορφωθεί σε τούτο τον τόπο μετά από το 2008 και ειδικότερα τα τρία τελευταία χρόνια. Δεν είναι όλες οι ιστορίες της συλλογής «συγκλονιστικές», όμως όλοι μαζί οι χαρακτήρες τους, ανάγλυφοι, καλοδουλεμένοι, κάποιες φορές σπαρακτικοί και πάντως αυθεντικοί, μπορούν σίγουρα να μεταφέρουν στην παρέα Μέρκελ, Λαγκάρντ και Σόιμπλε πολλά περισσότερα απ’ όσα η κυβέρνηση Σαμαρά.

Τέσσερις αντισυμβατικές και δυναμικές γυναίκες: η Κάλλια Παπαδάκη, η Λένα Κιτσοπούλου, η Ελένη Γιαννακάκη και η Έρση Σωτηροπούλου ζωντανεύουν το νέο προλεταριάτο που έχουν δημιουργήσει οι οικονομικές συνέπειες της κρίσης και η σαρωτική επέλαση των ασφυκτικών μέτρων λιτότητας. Όμως δεν συλλαμβάνουν απλώς τις αποχρώσεις της φτώχειας, τη γεύση της ανεργίας, την παραίτηση του άστεγου, αλλά κυρίως φωτίζουν την περιθωριοποίηση και την υπαρξιακή αλλοτρίωση των μεσοαστικών και μικροαστικών στρωμάτων.

Η πρώην ιδιωτική υπάλληλος της Παπαδάκη, που πήρε ένα μικρό δάνειο για να επαναλειτουργήσει το ψιλικατζίδικο του πατέρα της, συνθλίβεται από την ύφεση και καταλήγει σε μια πενταετία στα παγκάκια της Αγίας Ειρήνης, χωρίς κανείς από τους συγγενείς της ή τους πλασματικούς φίλους της στο Facebook να τη συντρέχει. Ο άνεργος μηχανικός της Κιτσοπούλου είναι τόσο εξαθλιωμένος, αλλά και περήφανος, ώστε αδυνατεί να κρατήσει κοντά του την αδελφή ψυχή που θα τον παρηγορούσε. Η άνεργη της Σωτηροπούλου αναζητά μάταια παράτυπους τρόπους για να συμπληρώσει τα ένσημα που δεν της κόλλησαν τα αφεντικά της ώστε να συνταξιοδοτηθεί, οπότε παραιτείται από τα νόμιμα δικαιώματά της. Ο γέρος της Γιαννακάκη νιώθει την αξιοπρέπειά του να πλήττεται από παντού και επειδή δεν μπορεί να ζητιανέψει ούτε θέλει να μπλέξει το γιο του που ζει παντρεμένος στη Γερμανία, αρχίζει να σκέφτεται τα προβλήματα που θα έλυνε η αυτοκτονία του...

Ο Τάσος Καλούτσας προσθέτει σ’ αυτό το σκηνικό την αναδυόμενη εγκληματικότητα και τη σύννομη εκδοχή της, που είναι ο κυνισμός των βολεμένων μισθωτών κ.ά. Κι έτσι σχολιάζει το ανθρώπινο περιβάλλον που γίνεται εχθρικό και χωρίς κατανόηση για την αγωνία του άλλου (λ.χ. για όσους κρέμονται από ένα επίδομα). «Παλεύουμε αλλά δεν νικάμε» λέει ο ήρωάς του.

Από την πλευρά τους, η Σώτη Τριανταφύλλου, ο Κώστας Ακρίβος και ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης επιλέγουν να μιλήσουν για τα διαφορετικά πρόσωπα του φυλετικού ρατσισμού, της ξενοφοβίας, της αμφιταλαντευόμενης μεταναστευτικής πολιτικής, της αναδυόμενης χρυσαυγίτικης τρομοκρατίας στην Ελλάδα της κρίσης, μέσα από τα μάτια των ξένων που τη θέλησαν για πατρίδα τους. Οι ιστορίες τους δίνουν φωνή σε μετανάστες, όμως δεν ταυτίζονται ιδεολογικά. Ο Αφρικανός πρωταγωνιστής της Τριανταφύλλου που θα ζήσει τον έρωτα μιας Ελληνίδας κομμώτριας δεν θα μπορέσει τελικά να ενσωματωθεί στην ελληνική κοινωνία διότι τους χωρίζει πολιτισμικό χάσμα και τα σεξουαλικά ταμπού του. Το αλβανάκι του Ακρίβου, παρότι δεύτερης γενιάς μετανάστης, θα αντιμετωπίσει την ενδοσχολική βία από τους ελληναράδες συμμαθητές του στον Βόλο. Και ο Ιρακινός του Γρηγοριάδη, που θα μάθει άπταιστα ελληνικά και θα βρει δουλειά και ελληνική αγκαλιά, θα αναγκαστεί να φύγει με αγορασμένο διαβατήριο έπειτα από οκτώ χρόνια αφού δεν θα μπορέσει να βγάλει νόμιμα χαρτιά. «Όσο και να αγαπούσα την Ελλάδα κανείς δεν με βοηθούσε να την κάνω δική μου» θα εξομολογηθεί στον συγγραφέα.

Τι έφταιξε για όλα τούτα και για άλλα πολλά; Σ΄ αυτό απαντούν ο Μιχάλης Μοδινός, ο Βασίλης Γκουρογιάννης, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, ο Κώστας Κατσουλάρης, ο Νίκος Κουνενής και ο Σωτήρης Δημητρίου με ιστορίες για τη γενικευμένη διαφθορά και την ηθική αλλοτρίωση που είχε ξεκινήσει από τις περασμένες δεκαετίες – ιστορίες που όμως διαφέρουν στο ύφος και στην πολιτική προσέγγιση.

Ο Μοδινός στη μοναδική –και πολύ καλογραμμένη– ιστορία για τη σχέση οικολογίας και κρίσης σχολιάζει ότι το περιβάλλον αποτελούσε ανέκαθεν επιχείρημα για τον αποκλεισμό κάποιων ομάδων πολιτών από άλλες. Και ότι η «πράσινη ανάπτυξη» πνίγηκε στα ιδιωτικά συμφέροντα των οικοπεδούχων και των οικοπεδοφάγων.

«Μας έφαγαν τα “κεκτημένα” και τα “δεδομένα”» λέει ένας 55άρης νομικός από την παρέα του Γκουρογιάννη, που συζητά σε καλό κλίμα και πιστεύει ότι άμα πατώσουμε θα σηκωθούμε. Αντίθετα, ο Παναγιωτόπουλος βλέπει την ελληνική κοινωνία σαν συνέλευση πολυκατοικίας μπλεγμένη σε μια χαώδη συζήτηση για μικροπροβλήματα, ενώ η πήλινη σωλήνα αποχέτευσης σπάει λόγω παλιών καθιζήσεων και οι ακαθαρσίες πλημμυρίζουν τα πάντα. Η ανάκαμψη θα αρχίσει όταν όλοι αναλάβουν τις ευθύνες τους, υποστηρίζουν οι ήρωες του Κατσουλάρη, ο οποίος μας μεταφέρει σε ένα μελλοντικό τοπίο με αριστερή και ρεβανσιστική κυβέρνηση. Εκεί δημιουργείται μια κίνηση πολιτών που κάνουν δημόσιες δηλώσεις μετανοίας για το κακό που έγινε στο όνομά τους. Ο Κουνενής «απαντά» με τη μοναδική πολιτική σάτιρα της συλλογής, όπου οι πρωταγωνιστές της διαφθοράς και της διαπλοκής «συγκατοικούν» σε μια τρομακτική εικαστική εγκατάσταση για την κρίση. Και ο Δημητρίου έρχεται να θυμίσει ένα παρελθόν κοινότητας και ισορροπίας με τη φύση που διαταράχθηκε και έγειρε προς την ατομικότητα, όταν όλοι άρχισαν να φορούν «ξένα ρούχα».

Στους καιρούς της κρίσης πάντως ο κόσμος αναζητά καινούργια πρότυπα. Και ακριβώς τα παλιά και τα νέα πρότυπα, όπως προκύπτουν από τις ιστορίες του Χρήστου Αστερίου και του Χρήστου Οικονόμου, είναι που κάνουν τη συλλογή να απογειώνεται. Ο Κώστας Φωσκαρίνης του Αστερίου είναι ένας σχεδόν τραγικός ήρωας που ονειρευόταν να επιστρέψει στα μέρη του φτασμένος. Έτσι, στη δεκαετία του ’90 σκόρπισε τα χρήματά του για να προσφέρει στη γενέτειρά του έργα τα οποία κολάκευαν μεν τη ματαιοδοξία του, αλλά δεν ήταν καθόλου προσαρμοσμένα στις ανάγκες του τόπου, και τελικά τα είδε όλα να ξεφτίζουν και να αχρηστεύονται. Από την πλευρά του, ο Τάσος Δελιάς του Οικονόμου είναι κι αυτός ένας ξεπεσμένος αλλά έχει περισώσει το μεδούλι του εαυτού του. Παλιός θρύλος της ροκ, ζει σε απόλυτη εξαθλίωση και υποδέχεται ένα δημοσιογράφο που θέλει να τον «αναστήσει» διεκπεραιωτικά. Τελικά, ο Δελιάς που χορεύει με τη νεαρή φίλη του για να ζεσταθεί, θα τον διδάξει ότι η ανθρώπινη ζεστασιά είναι η μόνη παρηγοριά. Αυτή που θα λιώσει την παγωνιά της κρίσης...

Τη συλλογή αυτή τη φανταστήκαμε και τη σχεδιάσαμε με την Ελένη Μπούρα, υπεύθυνη της ελληνικής λογοτεχνίας στο Μεταίχμιο. Δουλεύοντας με το ανήσυχο δυναμικό των Ελλήνων συγγραφέων, ακόμη και με εκείνους που τελικά δεν μπόρεσαν να μας δώσουν τις ιστορίες τους, διδαχθήκαμε πολλά. Και πρώτα απ’ όλα, ότι η Κρίση είναι ένα πολύ δύσκολο θέμα.


ΤΙ ΝΕΑ: Σπουδές e-learning

Νέος κύκλος σπουδών εξ αποστάσεως από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, σε 150 προγράμματα διάρκειας 3 έως 9 μηνών που κατηγοριοποιούνται σε 23 εκπαιδευτικές κατευθύνσεις, με μειωμένα δίδακτρα.

Πληρ. 210 3689.354,