Βιβλιο

Σκέψεις

Με αφορμή το νέο βιβλίο του Μάνου Ματσαγγάνη

Αντιγόνη Λυμπεράκη
ΤΕΥΧΟΣ 379
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η κοινωνική πολιτική σε δύσκολους καιρούς (εκδ. Κριτική, 2011)

Η διαυγής ανάλυση του Μάνου Ματσαγγάνη (και) σε αυτό το βιβλίο καταφέρνει και να καθηλώσει τον αναγνώστη αλλά και να τον διαφωτίσει πάνω σε ένα θέμα ιδιαίτερα φορτισμένο, με παρεξηγήσεις, μισές αλήθειες, ρητορικά σχήματα και υποκριτικές υπεκφυγές. Καταλήγει, όπως θα ήταν αναμενόμενο, σε ένα παλιό συμπέρασμα: το ατελές, αναποτελεσματικό και πελατειακά κατακερματισμένο σύστημα κοινωνικής προστασίας που φτιάχτηκε πριν από την κρίση ήταν εντελώς απροετοίμαστο να αντιμετωπίσει τις διαφορετικές και ιδιαίτερα οξυμένες ανάγκες που δημιούργησε η τριετία των παθών. Το ελληνικό κοινωνικό κράτος ήταν ένα πλοιάριο «αναψυχής» του γλυκού νερού που ξαφνικά βρέθηκε να θαλασσοδέρνεται στη μέση του ωκεανού και στο μάτι του κυκλώνα. Θα ήμασταν τώρα πολύ καλύτερα αν, αντί να μοιράζουμε προνόμια στους έχοντες και κατέχοντες, είχαμε φροντίσει να επενδύσουμε στα σωστικά μέσα έτσι ώστε να μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε κάπως καλύτερα την κρίση.

Πράγματι, ένα αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος και ένας κοινωνικός ιστός ασφάλειας είναι μια επένδυση που πρέπει να κάνουν οι κοινωνίες σε καλούς καιρούς για να μπορούν να ανταπεξέλθουν στους δύσκολους (αυτούς που βρίσκονται στον τίτλο του βιβλίου). Αλλιώς η κρίση θα είναι βαθύτερη και η έξοδος δυσκολότερη. Στην ίδια αυτή διαπίστωση-πρόγνωση (που δεν είναι καθόλου πρωτότυπη) είχε καταλήξει και το πρώτο Μνημόνιο. Άλλωστε κάθε Σταθεροποιητικό Πρόγραμμα αντάξιο του ονόματός του, και οπωσδήποτε όλα που σχετίζονται με το ΔΝΤ από την εποχή του Camdessus και μετά, είχαν ως αντίβαρο στη σταθεροποίηση, την ενίσχυση του κοινωνικού ιστού ασφάλειας. Και για το λόγο αυτό, ο Ν3845/10 (Μνημόνιο) προβλέπει ρητά ως υποχρέωση της ελληνικής κυβέρνησης την «Αναθεώρηση στο δίχτυ (ιστό) κοινωνικής προστασίας» με στόχο «βελτιώσεις των κοινωνικών δαπανών για να ενισχυθεί η κοινωνική προστασία προς τις πιο ευάλωτες ομάδες». Η υποχρέωση προς την Τρόικα να επιδειχθεί «κοινωνικό πρόσωπο» ως τον Ιούνιο του 2011 είναι ένα σημείο από το οποίο πρέπει να κρίνουμε την πραγματική (και όχι η ρητορική) κοινωνική ευαισθησία μας. Κι όμως, υπήρξε μηδενική δραστηριότητα και απόλυτη περιφρόνηση των υποχρεώσεων (ούτε καν αναφέρθηκε, πολύ λιγότερο συζητήθηκε*). Άλλη μια ευκαιρία χαμένη, θα σκεφτείτε... Ως προς αυτό, έχει πολύ δίκιο ο Μάνος Ματσαγγάνης.

nΩστόσο, υπάρχει χώρος και για άλλες σκέψεις. Μπορεί ο ζητούμενος και αναγκαίος κοινωνικός ιστός ασφαλείας να είναι ίδιος και απαράλλακτος με αυτόν για τον οποίο μιλούσαμε (όσοι το κάναμε) πριν από την κρίση; Στο σημείο αυτό μπορούν να διατυπωθούν δύο ενστάσεις στην ανάλυση του συγγραφέα.

Η επίμονη υπόθεση του «άνδρα κουβαλητή». Στην ανάλυση της κρίσης σχολιάζεται ευρύτατα και τείνει να καθιερωθεί σαν «αδρό δεδομένο» ότι η κρίση χτυπά περισσότερο τους αρχηγούς νοικοκυριών, τους άνδρες-κουβαλητές. Ακόμα κι αν συνέβαινε αυτό, θα μπορούσε να σημαίνει μια ανακατανομή της εργασίας μέσα στο πλαίσιο του ίδιου νοικοκυριού. Η αποκλειστική συζήτηση για τους «κύριους» και «βασικούς» κουβαλητές κινδυνεύει να περιθωριοποιήσει τις γυναίκες που ήδη εργάζονται αλλά και να τιμωρήσει όσες αναζητούν εργασία... Ακόμα κι έτσι, τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας δεν φαίνεται να επιβεβαιώνουν αυτή την ερμηνεία. Όμως η δύναμη (και ίσως η βαθύτερη επιθυμία) να ισχύει κάτι τέτοιο έχει οδηγήσει ώστε να ληφθούν μια σειρά μέτρα που διώχνουν με συνοπτικές διαδικασίες τις γυναίκες από την αγορά εργασίας. Ενδεικτικές εδώ είναι οι συνέπειες του τελευταίου Ασφαλιστικού Νόμου, που επιτάχυνε τη μαζική συνταξιοδότηση δεκάδων χιλιάδων γυναικών από το δημόσιο τομέα, τις ΔΕΚΟ και τις Τράπεζες, αλλά και από το ΙΚΑ, προκειμένου να «προλάβουν» να μη χάσουν ασφαλιστικά δικαιώματα ...

Η κεντρική προβληματική του κατώτατου εγγυημένου εισοδήματος είναι σε αντιστοιχία με την εποχή μέσα στην οποία διαμορφώθηκε: αντιστοιχεί δηλαδή σε εποχή παχέων αγελάδων. Είναι ένα σύστημα που θα φτάσει σε αρκετούς (αλλά όχι σε όλους όσοι χρειάζονται βοήθεια). Ωστόσο, θα υπάρχουν πολλές διαρροές προς άτομα που έχουν μικρότερη ανάγκη – επειδή δεν έχουν ακόμα επιλυθεί ριζικά τα προβλήματα της φορολογίας του εισοδήματος, ούτε τα προβλήματα διοικητικής ικανότητας (για τη εφαρμογή ενός έξυπνου και αποτελεσματικού συστήματος εγγυημένης προστασίας). Ο συγγραφέας αναγνωρίζει τους διοικητικούς, δημοσιονομικούς και πολιτικούς περιορισμούς στην εφαρμογή ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, αλλά αναπτύσσει τον προβληματισμό του μόνο ως προς τους πολιτικούς (και αυτοί αφορούν την αντιμετώπιση των αλλοδαπών).

Όπως σε όλα τα συστατικά της Κοινωνικής Πολιτικής, η κρίση αναβαθμίζει τη σημασία τους, αλλά ταυτόχρονα απαιτεί αναδιατύπωση του προβλήματος και της λύσης. Αναδιατύπωση του προβλήματος, για παράδειγμα, είναι η διαπίστωση πως στην Ελλάδα δεν έχουμε ένα, αλλά δύο συστήματα κοινωνικής προστασίας....

Ενώ, δηλαδή συνήθως μιλάμε για το «κοινωνικό κράτος» σαν να ήταν ένα ενιαίο (όχι ιδιαίτερα συνεκτικό, αλλά πάντως περιγράψιμο) σύστημα, στην ουσία υπάρχουν δύο συστήματα κοινωνικής προστασίας: το τυπικό και το άτυπο. Το τυπικό είναι αυτό με το οποίο καταπιάνεται ο Μ.Μ. και οι συνήθεις αναλύσεις περί Κοινωνικής Πολιτικής (και αφορά τα επιδόματα, τις μεταβιβάσεις και τις πενιχρές υπηρεσίες που παρέχει το κράτος). Το άτυπο κοινωνικό κράτος είναι αυτό που είναι ανά πάσα στιγμή δίπλα μας και ίσως για το λόγο αυτό παραμένει αόρατο στις περισσότερες αναλύσεις: είναι η οικογένεια με όλες της τις διαστάσεις (οικονομική, που διασφαλίζει χρηματικές μεταβιβάσεις και διευκολύνει την ιδιοκτησία στέγης, παραγωγική, με την έννοια της οικογενειακής επιχείρησης ή αγροτικής εκμετάλλευσης, κοινωνική, με την έννοια της αντιμετώπισης μακροχρόνιων επενδύσεων σε εκπαίδευση, αλλά και κάλυψη κοινωνικών αναγκών όπως ο «θεσμός της γιαγιάς» στη φύλαξη των παιδιών και στη συμπλήρωση εισοδήματος, αλλά και η φροντίδα όσων έχουν ανάγκη – ασθενών και ηλικιωμένων (περιστασιακά αρχικά και μόνιμα στη συνέχεια μέσα από την πρόωρη συνταξιοδότηση των γυναικών...).

Το τυπικό Κοινωνικό Κράτος είναι ανορθολογικά διαρθρωμένο στη λογική της εξυπηρέτησης της πελατειακής πίεσης, είναι άδικο (ο Μ.Μ. έχει μερικά ακραία ενοχλητικά παραδείγματα όπως στη σελ. 208 όπου δείχνει πως ίδια εισφορά δίνει στο ΙΚΑ σύνταξη 500 ευρώ στα 65, ενώ στο ΤΑΠ-ΟΤΕ 1.500 ευρώ στα 65!, ενώ μια οικογένεια μισθωτών με παιδιά και χαμηλό εισόδημα δικαιούται οικογενειακό επίδομα 24,65 ευρώ το μήνα, εκτός κι αν είναι στο Δημόσιο ή σε ΔΕΚΟ οπότε δικαιούνται 236 ευρώ το μήνα!

Ο συγγραφέας εντοπίζει και μια ακόμα αποκρουστική πτυχή του συστήματος κοινωνικής προστασίας: την «εθνοτική επιλεκτικότητα», δηλαδή τον αποκλεισμό (νόμιμων) μεταναστών από επιδότηση ενοικίου, την άρνηση κάλυψης αλλοδαπών ανασφάλιστων συνταξιούχων και τον αποκλεισμό των «ξένων» από τα πολυτεκνικά επιδόματα (σελ. 210-212).

Αυτό το κοινωνικό κράτος έχει σήμερα κρίση φερεγγυότητας. Αυτό συμβαίνει επειδή το συνολικό του μέγεθος είναι πολύ μεγαλύτερο από όσο θα επιτρέπουν οι συνθήκες που θα ισχύουν από δω και πέρα (και όχι μόνο για την περίοδο του προγράμματος). Αυτή είναι και η κρίσιμη διαφορά με το άτυπο κοινωνικό κράτος. Το άτυπο έχει κρίση ρευστότητας. Τώρα, με τις περιπέτειες του χρέους έχουμε πλέον όλοι και όλες μάθει τη διαφορά ανάμεσα σε μια κρίση φερεγγυότητας και σε μια κρίση ρευστότητας. Κρίση φερεγγυότητας έχεις όταν δεν βγαίνει η εξίσωση με τίποτα, και πρέπει να εγκαταλείψεις την προσπάθεια ή να περιορίσεις ριζικά τους στόχους σου. Κρίση ρευστότητας έχεις όταν θα μπορούσες να πληρώσεις τις υποχρεώσεις σου αν υπήρχε τρόπος να προεξοφλήσεις ή να δανειστείς με βάση αναμενόμενα έσοδα. Έλλειψη φερεγγυότητας σημαίνει έλλειψη βιωσιμότητας, ενώ έλλειψη ρευστότητας όχι!

Καθώς το επίσημο κράτος αδυνατεί να καλύψει τα ελλείμματά του, αναγκάζεται να «επιτάξει» πόρους που βρίσκονταν μέχρι πρόσφατα στη διαχείριση της οικογένειας (έκτακτες φορολογίες, έκτακτες εισφορές κ.λπ.). Αυτή η έκτακτη και μεγάλης κλίμακας μεταφορά πόρων από το άτυπο στο τυπικό κοινωνικό κράτος εγκυμονεί σοβαρά αδιέξοδα για το πρώτο, χωρίς να ανακουφίζει τα προβλήματα του δεύτερου.

Έτσι, ενώ και τα δύο συστατικά του κοινωνικού κράτους αντιμετωπίζουν κρίση, η δυναμική και η λειτουργία της κρίσης είναι πολύ διαφορετική στο καθένα από αυτά. Το μεν τυπικό κοινωνικό κράτος προσπαθεί να πραγματοποιήσει έργο μεγαλύτερο από τις δυνατότητές του. Το κάνει αντλώντας πόρους από τα νοικοκυριά και περικόπτοντας υπηρεσίες. Και τα δύο αυξάνουν τις πιέσεις προς το άτυπο κοινωνικό κράτος (στερώντας του πόρους που έχει στην κατοχή του και αυξάνοντας τις ανάγκες που θα πρέπει τώρα να καλύψει). Ακόμα κι αν το τυπικό κοινωνικό κράτος προσπαθήσει καθυστερημένα να φτιάξει ένα κλασικού τύπου σύστημα εγγυημένου εισοδήματος, πάλι θα επιδεινώσει την κρίση ρευστότητας του άτυπου κοινωνικού κράτους. Όσο κι αν σε καλές εποχές μπορούσαν τα δύο τμήματα του κοινωνικού κράτους να αυξάνουν παράλληλα, σε εποχή κρίσης οι σχέσεις γίνονται ανταγωνιστικές.

Ο μεγάλος κίνδυνος είναι μήπως, στην προσπάθεια να αντιμετωπισθεί η κρίση του επίσημου Κοινωνικού Κράτους τελικώς εξουθενώσουμε και καταδικάσουμε σε πιθανή δραματική χρεοκοπία το άτυπο Κοινωνικό Κράτος (που έπασχε από ελαφρότερη διαταραχή, δηλαδή κρίση ρευστότητας).

Άρα, το ζητούμενο είναι ασφαλώς να δημιουργήσουμε έναν αποτελεσματικό κοινωνικό ιστό ασφαλείας, όχι όμως στα χνάρια της άκριτης αναπαραγωγής και μη-προσαρμοσμένης εκδοχής που αντιστοιχεί σε άλλες εποχές. Αυτό που τελικώς λείπει από την Ελλάδα είναι ο «πληροφορημένος διάλογος» και η ευρεία συμμετοχή σε μια συζήτηση περί κοινωνικής προστασίας στα δικά μας μέτρα, ικανής να προετοιμάσει χρήσιμες και ρεαλιστικές λύσεις. Αντί γι’ αυτό, έχουμε κρυμμένα και μυστικά στοιχεία, μελέτες που παραδίδονται μόνο σε πολιτικά κόμματα, θεολογικού τύπου αναζητήσεις ισοδύναμων μέτρων, εμπλοκές και μακροχρόνιες άγονες συζητήσεις για το αν η επιδρομή θα γίνει στην αριστερή ή στη δεξιά τσέπη των ασφαλισμένων και συνταξιούχων... (όπως επώδυνα μαρτυρά η «συζήτηση» για τις επικουρικές συντάξεις).

Το βιβλίο του Μάνου Ματσαγγάνη συνεισφέρει στην ανάπτυξη ενός τέτοιου διαλόγου. Είναι διαυγές, τεκμηριωμένο και καλοδιατυπωμένο. Προσωπικά θα το ήθελα λίγο περισσότερο τολμηρό. Ιδιαίτερα στα θέματα της αγοράς εργασίας (τα οποία αναλύει κυρίως στο Κεφάλαιο 3), θα περίμενα πιο ξεκάθαρες αλήθειες για το δηλητηριώδη ρόλο της ακαμψίας. Αν και ο συγγραφέας επανέρχεται στο θέμα στο τελευταίο κεφάλαιο, με αφορμή τις θετικές εμπειρίες από πολιτικές που εφαρμόστηκαν αλλού στην Ευρώπη, δεν διατυπώνει πουθενά ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό επιχείρημα υπέρ μιας «εξισωτικής» μεταρρύθμισης της αγοράς εργασίας, με τρόπο ανάλογο που προτείνει μια εξισωτική και γενναία μεταρρύθμιση της κοινωνικής προστασίας (χωρίς αύξηση της συνολικής δαπάνης, αλλά με εξάλειψη των προνομίων). Αλλά ίσως να έχουμε τη χαρά να διαβάσουμε περισσότερα για το θέμα αυτό σε μια από τις επόμενες εργασίες του.

*Το περίεργο είναι ότι καταγγέλλουμε την Τρόικα (που μερίμνησε να συμπεριλάβει αυτή τη διάσταση στο Μνημόνιο) και όχι αυτούς που δεν έκαναν τίποτα για να την υλοποιήσουν.