- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Αγλαΐα Παππά: «Δεν μπορείς να γίνεις αυτό που επιθυμείς, αν δεν δεχτείς αυτό που είσαι»
Η πρωταγωνίστρια της παράστασης «Ευτυχισμένες μέρες» μιλάει στην ATHENS VOICE
Με αφορμή τις «Ευτυχισμένες μέρες» στο Θέατρο Πορεία, η Αγλαΐα Παππά μιλάει για τον Μπέκετ, την ακινησία, τη μνήμη, τη βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να συνεχίζει να υπάρχει
Συναντηθήκαμε με την Αγλαΐα Παππά σε ένα ήσυχο καφέ του Κολωνακίου. Αφορμή οι «Ευτυχισμένες μέρες» του Σάμιουελ Μπέκετ, το έργο που ερμηνεύει αυτόν τον καιρό στο Θέατρο Πορεία, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου.
Μπροστά της, πάνω στο τραπέζι, βρίσκεται το κείμενο της παράστασης, γεμάτο σημειώσεις. Μια πρώτη ματιά αρκεί για να καταλάβω πόση προσοχή δίνει σε κάθε λεπτομέρεια. Μου το δείχνει: διαφορετικά σύμβολα, σχόλια και σημειώσεις με ποικίλα χρώματα συνθέτουν έναν προσωπικό κώδικα, τη δική της διαδρομή προς το έργο. Αναρωτιέμαι αν αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο δουλεύει πάντα.
Αγλαΐα Παππά: Συνέντευξη για την παράσταση «Ευτυχισμένες μέρες» στο θέατρο Πορεία
«Δεν πάω ποτέ στην πρώτη πρόβα χωρίς να έχω δουλέψει πολύ. Αρχικά, μόνη μου, για να ανακαλύπτω τη δράση του κειμένου. Ο ηθοποιός πρέπει να ακολουθεί έναν τρόπο εργασίας στο σπίτι του, και ο τρόπος εργασίας δεν είναι να μάθει τα λόγια του απ’ έξω. Αυτό είναι το τελευταίο. Πρέπει να ξέρει τι έχει να κάνει».
Οι σημειώσεις της συνοδεύουν τόσο την προσωπική της μελέτη όσο και τη δουλειά που ακολουθεί με τον σκηνοθέτη. Στη συγκεκριμένη παράσταση, μάλιστα, το υλικό της είναι ακόμη πιο ιδιαίτερο: μέσα στο βαλιτσάκι της Γουίνι (του χαρακτήρα που υποδύεται) υπάρχει και το γαλλικό κείμενο, με τις σημειώσεις της Χριστίνας Τσίγκου. Πάνω σε αυτές η Αγλαΐα Παππά έχει προσθέσει τις δικές της, τις οποίες ακόμη προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει, παλεύοντας κάποιες φορές να αναγνωρίσει τα ίδια της τα γράμματα.
Για εκείνη, άλλωστε, η σχέση με το χαρτί έχει ξεχωριστή σημασία: «Έχω πάντα τα κείμενά μου μαζί μου, από την αρχή μέχρι την ολοκλήρωση των παραστάσεων. Έπειτα τα φυλάω στη βιβλιοθήκη μου. Αν χάσω το κείμενο, μπορεί να πάθω πανικό, γιατί αισθάνομαι σαν να πηγαίνω στη μάχη χωρίς τα όπλα μου. Όπως λέει και η ηρωίδα του Μπέκετ, “τα πράγματα έχουν ζωή”. Κι εγώ ταυτίζομαι πλήρως μ’ αυτό». Στη συγκεκριμένη παράσταση, μάλιστα, της δίνεται η δυνατότητα να έχει το κείμενο μαζί της ακόμη και στη σκηνή, χωρίς αυτό να γίνεται αντιληπτό από τον θεατή.
Η συζήτησή μας στρέφεται στη μοναδική γραφή του Μπέκετ, στις χαρακτηριστικές παύσεις του και στη βαθιά συγκίνηση που διατρέχει τις «Ευτυχισμένες μέρες». Ένα έργο που έχει συνδεθεί με τη μητέρα του συγγραφέα, η οποία έπασχε από τη νόσο του Πάρκινσον, και που, μέσα από τη λιτότητα της γραφής του, θέτει με αφοπλιστικό τρόπο ερωτήματα για την ανθρώπινη ύπαρξη, τη μνήμη και την επιμονή για ζωή, ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες.
Τη ρωτώ τι είναι, κατά τη γνώμη της, αυτό που κάνει το κείμενο τόσο δυνατό. «Έχω πάντα την αίσθηση ότι, αν ένα γεγονός της ζωής δεν μπορέσει να μετατραπεί σε κάτι άλλο με όρους καλλιτεχνικούς, δεν μπορεί να γίνει έργο τέχνης. Ο Μπέκετ δεν καταγράφει απλώς ένα γεγονός, δεν κάνει ντοκιμαντέρ. Μετατρέπει την εμπειρία και το βίωμα σε έργο τέχνης, με αισθητικούς, ιδεολογικούς και καλλιτεχνικούς όρους. Κι αυτό, ουσιαστικά, κάνει το θέατρο. Γιατί, διαφορετικά, η ζωή είναι πολύ πιο ισχυρή. Άλλωστε, υπάρχει μια τερατώδης διαφορά ανάμεσα στο θέατρο και τη ζωή: στο θέατρο γνωρίζουμε το τέλος. Και πολλές φορές, για να κατανοήσουμε ένα έργο, ξεκινάμε από το τέλος. Στη ζωή, όμως, αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε.
Για μένα, το θέατρο δεν είναι απλώς ο καθρέφτης μιας συνηθισμένης, καθημερινής μετριότητας. Κι αυτός πιστεύω ότι είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους κάποιος πηγαίνει στο θέατρο, έστω και ασυνείδητα. Αλλά υπάρχει και μια συνειδητή υποχρέωση του καλλιτέχνη, του ηθοποιού, του ανθρώπου του θεάτρου γενικότερα, να παρουσιάσει το εν δυνάμει της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτό είναι που συγκινεί».
Σπεύδει, ωστόσο, να διευκρινίσει ότι η καθημερινότητα δεν πρέπει να συγχέεται με τη μετριότητα. «Ας μη θεωρήσουμε ότι η ζωή είναι μια μετριότητα. Όμως, στην καθημερινότητα δεν αγγίζουμε πάντα κάποια ουσιαστικά ζητήματα. Η συμπεριφορά μας απέναντι στους φίλους μας, στην οικογένειά μας, ακόμη και στον ίδιο μας τον εαυτό, δεν είναι πάντοτε η καλύτερη. Επιπλέον, μέσα στην καθημερινότητα ξεχνάμε την αξία της ίδιας της ζωής. Τη θεωρούμε δεδομένη. Αλλά δεν είναι. Γιατί, από το ένα δευτερόλεπτο στο άλλο, όλα μπορούν να ανατραπούν».
Η Αγλαΐα Παππά έχει συνδέσει τη θεατρική της υπόσταση με ένα πιο αφαιρετικό θέατρο. Πόσο άραγε την εκφράζει καλλιτεχνικά η τάση πολλών νέων δημιουργών προς το ρεαλιστικό θέατρο; Τη ρωτώ αν θα έβλεπε τον εαυτό της σε ένα πιο ρεαλιστικό πλαίσιο.
«Τι ωραίο δώρο μού κάνετε πρωί πρωί!», λέει χαμογελώντας. «Σας ευχαριστώ που έχετε συνδέσει τη θεατρική μου υπόσταση μ’ αυτό που εγώ ονομάζω ποιητικό θέατρο. Μπορεί και ένα σύγχρονο έργο να είναι ποιητικό, δεν είναι μόνο τα κλασικά. Για παράδειγμα, πριν από δύο χρόνια, μου ζητήθηκε να κάνω μια αντικατάσταση. Μπαίνω στο θέατρο όταν το σκηνικό έχει ήδη στηθεί, βλέπω έναν καναπέ και συνειδητοποιώ ότι είχα 25 χρόνια να παίξω σε σκηνικό με καναπέ. Αυτό κάτι σημαίνει. Και με πιάσανε τα γέλια τότε, σκεφτόμουν: τώρα εγώ μ’ αυτόν τον καναπέ τι θα κάνω; Ωστόσο, είναι απολύτως σεβαστή η άποψη των νέων δημιουργών για το ρεαλιστικό θέατρο. Δεν έχω δικαίωμα να κρίνω το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα κανενός, γιατί ξέρω τι κόπο απαιτεί. Από τη μεριά μου, αισθάνομαι ότι, ανεβαίνοντας στη σκηνή και παίρνοντας το θάρρος να βγω από την ομάδα και να παρουσιαστώ ως μονάδα, θέλω να εκφραστώ διαφορετικά. Είμαι, άλλωστε, επαγγελματίας ηθοποιός, ζω απ’ αυτό. Και εδώ θέλω να επισημάνω με πόση λεπτότητα, ευγένεια και συνέπεια γίνεται αυτό στο Θέατρο Πορεία, σε μια εποχή που τα πράγματα είναι δύσκολα. Το συγκεκριμένο θέατρο σέβεται την επαγγελματική διάσταση του ηθοποιού».
Η πρόκληση της απόλυτης ακινησίας στη σκηνή –η Γουίνι στην πρώτη πράξη είναι ακίνητη από τη μέση και πάνω και στη δεύτερη εντελώς ακίνητη– απαιτεί μια βαθιά εσωτερική πειθαρχία. Αναρωτιέμαι πόσο δύσκολο είναι να την προσεγγίσει, όταν η ίδια έχει βιώσει ένα διάστημα ακινησίας έπειτα από ένα σοβαρό ατύχημα. Μου αναφέρει έναν απρόσμενο «σύμμαχο»: τα αγάλματα του Αρχαιολογικού Μουσείου. «Μ’ αρέσει πάρα πολύ να παρατηρώ τα αγάλματα», εξομολογείται. Η βόλτα στο Αρχαιολογικό Μουσείο αποτελεί μια συνήθεια για τις στιγμές που θέλει να ξεφύγει από την καθημερινότητα και να χαλαρώσει. «Νομίζω ότι, ειδικά για έναν ηθοποιό, επαναπροσδιορίζουν τον σωματικό άξονα και την προοπτική του. Και έπειτα είναι ο χρόνος και η ενέργεια που κρύβουν. Αν προσηλωθεί το βλέμμα σ’ ένα σημείο, αρχίζει να δημιουργείται η ψευδαίσθηση της κίνησης. Αυτή είναι εξαιρετική παρατήρηση για έναν ηθοποιό, καθώς έτσι αποφεύγουμε την κινησιολογική φλυαρία. Διότι ενέργεια δεν σημαίνει φλυαρία, ούτε σωματική ούτε οποιαδήποτε άλλη. Ενέργεια σημαίνει πυκνότητα. Άλλωστε, ο άξονας της Γουίνι είναι οντολογικός. Είναι κάθετος, όχι οριζόντιος».
Στο έργο διάφορα αντικείμενα αναδύονται από την τσάντα της ηρωίδας. Της ζητώ να μου εξηγήσει. «Είναι μια αντίσταση στον χρόνο. Μια ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει. Υπάρχω γιατί υπάρχουν τα αντικείμενα αυτά. Για παράδειγμα, ο καθρέφτης στον οποίο κοιτάζεται. Υπάρχει μια φράση που μ’ αρέσει πολύ: αυτά τα αντικείμενα είναι “σωσίβια μνήμης”. Είναι αυτά που της θυμίζουν το προηγούμενο στάδιο της ζωής της χωρίς να την πληγώνουν. Αντιθέτως, της δίνουν μεγάλη δύναμη, γιατί της επιβεβαιώνουν ότι συνεχίζει να υπάρχει».
Η τσάντα και το βαλιτσάκι που χρησιμοποιούνται στην παράσταση ανήκαν στη Χριστίνα Τσίγκου. Εκείνη τα δώρισε λίγο πριν πεθάνει στη μητέρα του Δημήτρη Τάρλοου. «Η τσάντα φέρει τη ζωή της Χριστίνας Τσίγκου, της μητέρας του Δημήτρη, Μαρίνας Καραγάτση, του ίδιου του Δημήτρη, ίσως λίγο και τη δική μου».
Ο ρόλος του Γουίλι, τον οποίο ερμηνεύει ο Δημήτρης Μπίτος, σχεδόν σιωπηλός, καθηλωμένος και βαθιά τραγικός, λειτουργεί ως ο εγγυητής της ύπαρξης της Γουίνι. «Ο Γουίλι είναι εκεί για να έχει η Γουίνι διαρκώς τη σιγουριά ότι κάποιος την ακούει, ότι επικοινωνεί». Γιατί δεν τον βλέπουμε ποτέ όρθιο, τη ρωτώ. «Πρόκειται για μια στάση βαθιάς αγάπης. Είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει πάρα πολύ κάποιον που δεν έχει την ικανότητα να κινηθεί. Εγώ έτσι το καταλαβαίνω, κι ο Δημήτρης Τάρλοου έτσι το κατάλαβε… Ο Γουίλι είναι απολύτως αφοσιωμένος στη Γουίνι, που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτόν. Της υπενθυμίζει την πεμπτουσία της ζωής, την επικοινωνία. Γι’ αυτό το λέει συνέχεια: “Τι θα έκανα αν δεν ήσουνα; Θα καθόμουν και θα κοίταζα ευθεία μπροστά μου με σφιγμένα χείλη. Δεν θα ’χα να πω τίποτα. Δεν πειράζει, ας μην απαντάς. Απλώς να ξέρω ότι κάποιος ακούει”».
Η συζήτηση έρχεται στο αινιγματικό φινάλε του έργου, αλλά η Αγλαΐα Παππά προτιμά να αφήσει ανοιχτή την ερμηνεία. «Ας σκεφτεί ο καθένας ό,τι θέλει γι’ αυτό το τέλος, ανάλογα με την προσωπική του διαδρομή κατά τη διάρκεια της παράστασης. Ποια είμαι εγώ για να πω τι σημαίνει το τέλος, όταν ο ίδιος ο Μπέκετ το αφήνει ανοιχτό; Έχω μάθει να μην είμαι πιο έξυπνη από τους μεγάλους συγγραφείς!»
Κατά τη διάρκεια της παράστασης χρησιμοποιούνται κάποιες γαλλικές φράσεις. Ήταν κάτι που πρότεινε ο Δημήτρης Τάρλοου, σαν έναν φόρο τιμής στην παιδική ηλικία της Αγλαΐας Παππά. «Μεγάλωσα στη Γαλλία και μικρή μιλούσα αποκλειστικά γαλλικά. Μάλιστα, πήγαινα σ’ ένα αυστηρό καθολικό σχολείο καλογραιών. Οι προσευχές που λέω στην αρχή της παράστασης ήταν αυτές που κάναμε στο σχολείο. Ήταν λίγο σαν “στρατιωτική εκπαίδευση” – κάτι που μου δημιούργησε μια μεγάλη αντίδραση στην εφηβεία. Αλλά αυτά είναι άλλη συζήτηση», σχολιάζει.
Τον Δημήτρη Τάρλοου τον γνώριζε από παλιά· ήταν συμφοιτητές στη σχολή του Εθνικού. Η πρώτη φορά που συνεργάστηκαν ήταν στην «Ηλέκτρα εντός». Έπειτα προέκυψαν οι «Ευτυχισμένες μέρες». «Ειλικρινά, ευχαριστώ από καρδιάς τον Δημήτρη που μου έδωσε τη δυνατότητα να ασχοληθώ μ’ αυτό το κείμενο και μου έκανε αυτό το δώρο. Με εμπιστεύτηκε, με σεβάστηκε και αγκάλιασε με αγάπη αυτό που έβλεπε να γεννιέται στη σκηνή. Υπήρχε αυτή η διαρκής αγωνία και των δυο μας να τιθασεύσουμε ένα τέρας! Ο Δημήτρης, επειδή είναι ηθοποιός κι ο ίδιος, ξέρει ότι, αν ο ηθοποιός δεν είναι ελεύθερος, δεν μπορεί να σε παρασύρει».
Η Αγλαΐα Παππά, εκτός από σπουδαία ηθοποιός, είναι εδώ και κάποια χρόνια καθηγήτρια της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. «Δεν δίνω συμβουλές», μου λέει. «Δεν είμαι καθόλου του να κουνάω το δάχτυλο. Ποια είμαι εγώ που θα συμβουλέψω κάποιον; Αυτό που προσπαθώ να μεταδώσω στους νέους ηθοποιούς είναι η αποδοχή του εαυτού τους. Υπάρχει μια φράση που χρησιμοποιώ συχνά: “Δεν μπορείς να γίνεις αυτό που επιθυμείς, αν δεν δεχτείς αυτό που είσαι”. Τον ηθοποιό το τελευταίο που πρέπει να τον απασχολεί είναι η κρίση των άλλων. Αν θέλεις να αρέσεις, θα υποταχθείς στη γνώμη τρίτων. Ο ηθοποιός είναι ηγέτης πάνω στη σκηνή: τον αφορά το να παρασύρει τον θεατή, να τον πάρει από το χέρι και να τον συγκινήσει».
Τη ρωτώ γιατί δεν έχει στραφεί η ίδια στη σκηνοθεσία. Η απάντησή της είναι αφοπλιστική: «Διότι μου αρέσει να παίζω. Άλλωστε, ο ηθοποιός, όντας πάνω στη σκηνή, πρέπει να νιώθει ότι κάθε δευτερόλεπτο παίζει τη ζωή του κορόνα γράμματα. Κι αυτό είναι που δίνει το εν δυνάμει της ανθρώπινης ύπαρξης. Πρέπει να έχεις σαγήνη πάνω στη σκηνή ή να κυνηγάς τη στιγμή που θα τη δημιουργήσεις».
Λίγο πριν ολοκληρώσουμε τη συζήτησή μας, στεκόμαστε στην επαναλαμβανόμενη φράση «Α, τι ευτυχισμένη μέρα», που διατρέχει το έργο του Μπέκετ. Τη ρωτώ τι σημαίνει για εκείνη αυτή η επίμονη επανάληψη. «Για μένα, αυτό αποτελεί τη μεγαλύτερη πράξη αντίστασης».