Θεατρο - Οπερα

Για το Θέατρο στην Αθήνα - Μέρος 3ο

30 και πλέον χρόνια που γράφω για θέατρο προβάλλω καλλιτέχνες του θεάτρου και παραστάσεις κυρίως μικρών χώρων

Ματίνα Καλτάκη
ΤΕΥΧΟΣ 1014
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο ρόλος των μικρών και μεγάλων θεάτρων στην εξέλιξη της σύγχρονης ελληνικής σκηνικής τέχνης

Πάντα με ενδιέφερε η κοινωνιολογία του καλλιτεχνικού χώρου. Κι ήταν πολύ διαφωτιστική η αντιπαράθεση που προέκυψε στο Facebook μετά το 1o κείμενό μου στην ATHENS VOICE και την «τοποθέτηση» του ΣΕΗ εναντίον μου, την οποία έσπευσαν να υποστηρίξουν τυφλά διάφοροι του θεατρικού χώρου, πολλοί μάλιστα χωρίς καν να έχουν διαβάσει το κείμενο που την προκάλεσε.

Ήδη από τον τίτλο (Μέρος 1ο) ήταν σαφές ότι θα υπήρχε συνέχεια, εφόσον τα ζητήματα του θεατρικού χώρου είναι πολλά και σύνθετα και σ’ ένα άρθρο 1.100 λέξεων επ’ ουδενί μπορούν να καλυφθούν. Κι όμως, με μια ακατανόητη βιασύνη, το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών έσπευσε να τοποθετηθεί για κάτι που αποτελεί ένα βασικό για μένα ζήτημα, τη σχέση χώρου και εξέλιξης της σκηνικής τέχνης. Προτού καταλήξει στα αιτήματα του κλάδου, παρερμηνεύοντας φράσεις και παραγράφους μου, η «τοποθέτηση» εξελίχθηκε σε μάθημα Ιστορίας, με αφετηρία τον Κουν και τους σημαντικούς σκηνοθέτες που ξεκίνησαν (από) και άνθησαν σε μικρά θέατρα. Τα μαθήματα σ’ αυτούς που τα χρειάζονται, εγώ ανάγκη δεν τα έχω. Εξ αυτού, όμως, προκύπτει ότι το ΔΣ του ΣΕΗ δεν ξέρει ποια είναι η κριτικός που υπογράφει – γεγονός ανεπίτρεπτο, αν πρόθεσή του ήταν ο καθ’ όλα ευπρόσδεκτος, καλοπροαίρετος, ακόμη κι όταν αγγίζει δύσκολα θέματα, σοβαρός διάλογος.

Εγώ, λοιπόν, έπειτα από 30 και πλέον χρόνια που γράφω για θέατρο και προβάλλω καλλιτέχνες του θεάτρου και παραστάσεις κυρίως μικρών χώρων, εγώ που ελάχιστα έχω προβάλει το λεγόμενο εμπορικό θέατρο και τους ιδιώτες επιχειρηματίες, θεωρώντας ότι δεν χρειάζονται τη δική μου μεσολάβηση και προβολή, εγώ, λένε, απαξίωσα τους μικρούς του θεατρικού χώρου και είπα να κλείσουν τα μικρά θέατρα, να μείνουν μόνο τα μεγάλα και τα πάντα να εξαρτώνται από το ταμείο! Το ξέρω, πολύ οικεία σήμερα μέθοδος αποσυμφόρησης της κοινωνικής οργής η δολοφονία χαρακτήρα. Γι’ αυτούς, πάντως, που δεν με γνωρίζουν και με κατηγορούν χωρίς στοιχεία, είναι στη διάθεσή τους το θεματολόγιο των πολιτιστικών εκπομπών που έκανα στην ΕΡΤ (2016-2023), των περσινών ραδιοφωνικών μου εκπομπών στον AlphaRadio 989 αλλά και εκατοντάδες κείμενα που έχουν δημοσιευτεί τα 30 χρόνια που γράφω.

Το σημείο του κειμένου μου που κυρίως ενόχλησε αφορά την τελευταία παράγραφό μου, όπου σημειώνω: «[…] Και γι’ αυτό έχουμε απαιτήσεις και περιμένουμε με ανυπομονησία τις μεγάλες παραγωγές των κρατικών σκηνών και των οικονομικά εύρωστων οργανισμών (του Εθνικού Θεάτρου, της Λυρικής Σκηνής, του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, της Στέγης κ.λπ.). Γιατί μας λείπει το θέατρο της μεγάλης ανάσας, του διευρυμένου ορίζοντα, του καλλιτεχνικού οράματος, που δεν φυτοζωεί και που έχει τη δυνατότητα να προσφέρει γενναιόδωρα μαγεία και νόημα σ’ ανθρώπους που μόνο τις τέχνες έχουν για ν’ αντέχουν και να προχωρούν».

Μια απλή σύγκριση, ωστόσο, τεκμηριώνει την παρερμηνεία που επιχειρήθηκε και την κακόβουλη επίθεση εναντίον μου: ίδιες παραστάσεις μπορούν να γίνουν και βλέπουμε στην κεντρική σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά και στη σκηνή Ωμέγα, ή στην κεντρική σκηνή της Στέγης και στη μικρή σκηνή της;

«Rohtko» του Λούκας Τβαρκόφσκι στη Στέγη © ARTURS PAVLOVS

Ας εξηγήσω, λοιπόν, τι εννοώ όταν μιλάω για προσδοκίες από τα μεγάλα κρατικά θέατρα και τους εύρωστους δημόσιους και ιδιωτικούς οργανισμούς. Από το Εθνικό Θέατρο και το Φεστιβάλ Αθηνών, επί παραδείγματι, περιμένω/ουμε παραστάσεις-παραδείγματα για το θέατρο της εποχής μας, όχι παραγωγές που ελάχιστα διαφέρουν από τις παραστάσεις των ομάδων που ψευτοεπιχορηγούνται. Εννοώ ότι είναι άλλος ο ρόλος τους, το ρεπερτόριο και οι παραστάσεις που οφείλουν να παρουσιάζουν, με όρους στους οποίους εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να ανταποκριθούν τα μικρά θέατρα της πόλης. Είναι χρέος να εκπαιδεύουν μέσω παραστάσεων υψηλού επιπέδου καλλιτεχνικό δυναμικό και θεατές.

Επιπλέον, υποστήριξη των νέων καλλιτεχνών από τους μεγάλους θεατρικούς φορείς δεν μπορεί να σημαίνει π.χ. 500 ευρώ ανά ομάδα για κάθε παραγωγή, όπως συνέβη με την Πλατφόρμα Νέων Δημιουργών στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Και δεν είναι υποστήριξη ούτε αυτό που συνέβη φέτος, δέκα χρόνια μετά, στο Φεστιβάλ Αθηνών, όπου προσκλήθηκαν νέοι σκηνοθέτες του θεάτρου μας για να δείξουν τη δουλειά τους μία (!) ημέρα, για μια μοναδική παράσταση! Έτσι δεν υποστηρίζονται ούτε οι καινούργιες δυνάμεις του χώρου ούτε το μέλλον της σκηνικής τέχνης γενικά.

Το σύνδρομο του κακ(λ)ομαθημένου παιδιού

Ένα μέρος των καλλιτεχνών του θεάτρου πιστεύει ότι η αγάπη τους για τη σκηνική τέχνη και το γεγονός ότι κοπιάζουν σε αντίξοες συνθήκες για να δημιουργήσουν μια παράσταση επαρκούν για να δικαιολογήσουν παραστάσεις με σοβαρές αδυναμίες. Αν μάλιστα είναι ιδιοκτήτες κάποιου χώρου, παρουσιάζουν τη δουλειά τους κάποιες μέρες και ώρες, και τις ελεύθερες τον νοικιάζουν σε άλλες παραγωγές. Έχει διαμορφωθεί, δηλαδή, ένα πλαίσιο που έχει μετατρέψει το αγνό, ας υποθέσουμε, νεανικό καλλιτεχνικό «όραμα» σε τρόπο βιοπορισμού. Στο πλαίσιο αυτό, το να γράφω ότι προβληματικοί μικροί χώροι (που έχουν γίνει σούπερ μάρκετ παραστάσεων κι έχουν εισοδήματα από την ενοικίασή τους) εμποδίζουν την εξέλιξη των νεότερων καλλιτεχνών και τη σύγχρονη ελληνική σκηνική πράξη παρουσιάστηκε από τους «ευαίσθητους» του ΣΕΗ ως επίθεση εναντίον των μικρών χώρων!

Λοιπόν, όχι, η σεβαστή αγωνία των καλλιτεχνών δεν θα με εμποδίσει να γράψω τους προβληματισμούς μου για το μέλλον της σκηνικής τέχνης στη χώρα μου. Μπορώ να συγκινηθώ με την «Εφημερία», μια χειροποίητη παράσταση κουκλοθεάτρου για ενήλικες, φτιαγμένη με ελάχιστα μέσα και πολλή αγάπη από την ομάδα Κέντρο Βάρους (σε σκηνοθεσία Κλειώς Κιούλπαλη), αλλά δεν μπορώ να αγνοήσω το γεγονός ότι μεταξύ Πολωνίας και Λετονίας, ο 43χρoνος Λούκας Τβαρκόφσκι έχει κάνει τον «Rohtko», μια ακριβή, πολυμεσική παράσταση, με εξαιρετικό κείμενο και έξοχους ηθοποιούς. Τα δύσκολα θα τεθούν. Αλλά στον χρόνο που εγώ θα επιλέξω.