Θεατρο - Οπερα

Για το Θέατρο στην Αθήνα (Μέρος 1ο)

Η νέα θεατρική στήλη της Athens Voice

Ματίνα Καλτάκη
ΤΕΥΧΟΣ 1012
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Από τους χώρους και τις επιχορηγήσεις έως τις συνθήκες εργασίας, όλα όσα καθορίζουν το θέατρο που βλέπουμε.

Επιστρέφοντας στον χώρο της θεατρικής κριτικής έπειτα από διετή απουσία, νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ μαζί σας κάποιες σκέψεις και στοιχεία που αφορούν τη θεατρική αγορά – με την πολλαπλή, αρχαιοελληνική σημασία της λέξης «αγορά», ως τόπο εμπορίου αλλά και ανταλλαγής απόψεων και ιδεών.

Η οικονομία πίσω από την ποιότητα του θεάτρου

Γιατί το θέατρο είναι τέχνη, είναι και αγορά, που σημαίνει ότι υπόκειται σε όρους τόσο αισθητικούς όσο και οικονομικούς. Συνήθως η πρόσληψη και η αποτίμηση των παραστάσεων από τους κριτικούς αυτοπεριορίζεται στην «αισθητική» της διάσταση (ως προς το κείμενο, τη σκηνοθετική προσέγγιση, την υποκριτική κ.λπ.). Οι όροι παραγωγής και τα οικονομικά στοιχεία θεωρούνται εξωγενή ως προς την καλλιτεχνική πράξη, δευτερεύοντα και αδιάφορα, σαν να μην είναι ακριβώς αυτά που καθορίζουν βασικά ποιοτικά χαρακτηριστικά της. Σαν να είναι το ίδιο το να δημιουργείς (ή/και να συμμετέχεις σε) μια παράσταση στο Εθνικό Θέατρο ή στη Στέγη και το ίδιο σ’ ένα μικρό θέατρο που δεν έχει καν τον αναγκαίο μηχανολογικό και τεχνολογικό εξοπλισμό, ούτε ειδικό τεχνικό προσωπικό, και στο οποίο μπορεί να παρουσιάζονται και 5 διαφορετικές παραστάσεις την εβδομάδα!

Και δεν μιλάω για θέατρα ρεπερτορίου (όπως είναι συνήθως τα κρατικά και δημοτικά θέατρα στην Ευρώπη), στα οποία πράγματι μπορούν να παρουσιάζονται 3 και 4 παραστάσειςτο ίδιο διάστημα, παλαιότερες και καινούργιες, γιατί υπάρχουν υποδομές (λ.χ. χώροι αποθήκευσης και φύλαξης των σκηνικών) και προσωπικό, θίασος και τεχνικοί που μπορούν να υποστηρίξουν εναλλασσόμενο ρεπερτόριο. Στη χώρα μας ούτε καν οι δύο κρατικές σκηνές (Εθνικό Θέατρο και ΚΘΒΕ) είναι σε θέση να παρουσιάζουν σε τακτά χρονικά διαστήματα σημαντικές παραστάσεις περασμένων σεζόν – λόγω οικονομικών και πρακτικών εμποδίων. Είναι κι αυτός ένας λόγος που η νεότερη γενιά σκηνοθετών και ηθοποιών αγνοεί το καθ’ όλα σημαντικό κεφάλαιο του ελληνικού θεάτρου της εικοσαετίας 1990-2010. (Το σχολίασε προσφάτως εύστοχα σε συνέντευξή του ο Γιάννης Κακλέας: «Τα νέα παιδιά –το συζητάμε στον θίασο και γελάμε– πιστεύουν ότι, πριν γεννηθούν, ζούσαμε σε σπηλιές. Όχι, όχι, υπήρξαμε δυναμικά. Η δικιά μου η γενιά άλλαξε το ελληνικό θέατρο. Πέρα από την ομαδικότητα, αλλάξαμε το ύφος […]».

Επανέρχομαι στο κρίσιμο ζήτημα που αποτελούν για το σύγχρονο ελληνικό θέατρο οι κυρίαρχοι, μικροί ή, έστω, μεσαίας χωρητικότητας χώροι. Σ’ αυτούς η εναλλαγή διαφορετικών παραγωγών προϋποθέτει το να υπάρχει σκηνικό που να στήνεται και να ξεστήνεται εύκολα ώστε να αδειάζει γρήγορα η σκηνή για την επόμενη παράσταση. Πείτε μου, δεν είναι αυτός ο όρος στοιχείο που επηρεάζει δραστικά το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα; Το μη-σκηνικό, μια σκηνογραφία βασικών, συνήθως φθηνών υλικών και αντικειμένων δεν αποτελεί έκπτωση καθοριστική για την αισθητική της παράστασης; Και, εν πάση περιπτώσει, η ιδεαλιστική εποχή του Καρόλου Κουν έχει παρέλθει προ πολλού. Στα χρόνια του το Υπόγειο ήταν ένα. Σήμερα τα υπόγεια (μεταφορικά μιλώντας) είναι πολλά και περισσότεροι είναι οι καλλιτέχνες που παίζουν σε σίριαλ για να βγάλουν χρήματα – και στριμώχνουν τον χρόνο τους για να χωρέσει και το θέατρο. Σ’ αυτή τη συνθήκη, το «κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας» ποιον συγκινεί;

Πώς ο χώρος γίνεται κρίσιμος παράγοντας της καλλιτεχνικής πράξης

Το θέατρο είναι σαφώς η μείζων τέχνη στην Αθήνα ως προς τα αριθμητικά μεγέθη: καλλιτεχνών, χώρων, παραστάσεων, κοινού. Μια ακτινογραφία όμως των επιμέρους στοιχείων αναδεικνύει τη φούσκα πίσω από την αριθμητική ευρωστία. Οι περισσότεροι χώροι έχουν περιορισμένη χωρητικότητα, περιορισμένο σκηνικό χώρο, περιορισμένες φωτιστικές/τεχνολογικές δυνατότητες. Μ’ άλλα λόγια δεν προάγουν, εμποδίζουν την εξέλιξη των καλλιτεχνών, οι οποίοι μαθαίνουν, και συνηθίζουν, να εργάζονται σε προβληματικές συνθήκες. Γνωρίζω το επιχείρημα που, υποτίθεται, απαντά στις αιώνιες δυσκολίες της ελληνικής θεατρικής αγοράς: οι καλλιτέχνες αναγκάζονται να γίνονται πιο ευέλικτοι και πιο επινοητικοί ώστε να ξεπερνούν τους περιορισμούς και τα εμπόδια.

Είναι όμως έτσι; Ναι, πράγματι οι ταλαντούχοι μπορούν να δημιουργήσουν μικρά θαύματα, αλλά πόσο συχνά συμβαίνουν πράγματι αυτά; Ένα παράδειγμα μου έρχεται πρόχειρα στον νου: είδαμε σκουπίδια ως μέρος του προκλητικού σκηνικού της «Μήδειας» του Φρανκ Κάστορφ στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου το 2023, αλλά εντάσσονταν στην ευρύτερη σύλληψη μιας πολύ σημαντικής παράστασης. Είδαμε σκουπίδια ως βασικό στοιχείο του σκηνικού και στον «Γλάρο» που σκηνοθετεί η Ζωή Ξανθοπούλου και παρουσιάζεται αυτές τις μέρες στο θέατρο Θησείον. Μόνο που στη δεύτερη περίπτωση τα σκουπίδια στη σκηνή παρέμειναν σκουπίδια, ουδέποτε απέκτησαν άλλη, «καλλιτεχνική» διάσταση, στο πλαίσιο μιας σκηνικής πρότασης έωλης από κάθε πλευρά.

Λατρεύω τη σκηνική τέχνη και νοιάζομαι τους καλλιτέχνες του θεάτρου, αλλά αυτό επουδενί σημαίνει ότι δικαιολογώ την ευκολία με την οποία ασχολούνται με το θέατρο τα (αρκετά) τελευταία χρόνια. Πίσω από τον ανεξέλεγκτο αριθμό παραστάσεων, για ένα μεγάλο μέρος τους, νιώθεις ότι ουδέποτε ετέθη τον καιρό της προετοιμασίας τους το κρίσιμο ερώτημα: «Αυτό που κάνω αφορά κάποιον πραγματικά;». Και νομίζω ότι απαντήσεις σε αρνητικά σχόλια θεατών τύπου «Εντάξει, μια παράσταση είναι, πώς κάνετε έτσι;» είναι ανεπίτρεπτες σε μια εποχή που ο περισσότερος κόσμος αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες. Αν κάνεις θέατρο για συγγενείς και φίλους ή αν σκηνοθετείς (ή παίζεις σε) πέντε παραστάσεις σε μία σεζόν, η ευθύνη που οφείλεις να νιώθεις προς το κοινό αμβλύνεται. Οι θεατές, όμως, που δίνουν τον χρόνο τους και πληρώνουν εισιτήριο, έχουν προσδοκίες απολύτως θεμιτές κάτι να νιώσουν, να σκεφτούν, να απολαύσουν. Το παιχνίδι έχει όρους που αφορούν και τις δύο πλευρές.

Η πρόκληση των επιχορηγήσεων

Τη δεκαετία του 1990 και του 2000 ο θεσμός των επιχορηγήσεων επέτρεψε να γίνουν πολλές σπουδαίες παραστάσεις, οι οποίες ακόμη συντηρούν το ενδιαφέρον για σκηνοθέτες που σήμερα είναι 70 χρόνων και άνω. Στα χρόνια που μεσολάβησαν από την κρίση και μετά, ωστόσο, οι επιχορηγήσεις περιορίστηκαν σε «βοηθήματα» που δεν επιτρέπουν μία καθ’ όλα αξιόλογη παραγωγή. Τα ποσά που δίνει το Υπουργείο Πολιτισμού δεν επαρκούν για το ενοίκιο χώρων και για τις αμοιβές συντελεστών και ηθοποιών και οι εισπράξεις, ακόμη κι όταν η προσέλευση θεατών είναι ικανοποιητική, λόγω της μικρής χωρητικότητας των θεατρικών χώρων, δεν επαρκούν ώστε να στηρίξουν την επόμενη παραγωγή της x ομάδας. Γι’ αυτό και ένα σχετικά καινούργιο φαινόμενο προβληματίζει: ομάδες που έχουν πάρει επιχορήγηση την παραδίδουν σε ιδιώτες παραγωγούς προκειμένου να μπορέσουν να εργαστούν με στοιχειώδη αξιοπρέπεια. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια δεν είναι λίγες οι φορές που διαπιστώνουμε εκ του (σκηνικού) αποτελέσματος ότι οι ιδιώτες παραγωγοί δεν συμπληρώνουν επαρκώς τον προϋπολογισμό των παραστάσεων, με αποτέλεσμα να στήνονται και πάλι φτωχές παραστάσεις – οι οποίες, μάλιστα, αν δεν πάνε εξαρχής καλά ως προς την προσέλευση του κοινού, δεν υποστηρίζονται επαρκώς και κατεβαίνουν άρον άρον.

Όλα αυτά, και άλλα που θα θίξουμε εν καιρώ (όχι εν είδει γκρίνιας, αλλά μήπως και κάτι μετακινηθεί, κάτι αλλάξει για το καλό του θεάτρου, των καλλιτεχνών και του πολυάριθμου κοινού του), επηρεάζουν δραστικά την ποιότητα των παραστάσεων που βλέπουμε κάθε χρόνο. Δεν είναι τυχαίο, λόγου χάρη, που φέτος ένας μεγάλος αριθμός παραστάσεων αφορά έργα δύο προσώπων και μονολόγους. Δηλαδή παραστάσεις με μικρό budget, οι οποίες δεν έχουν άλλο τι να επικαλεστούν, από τη δύναμη της σκηνικής τέχνης, του ηθοποιού, να μαγεύει το κοινό ακόμα και στον «άδειο χώρο». Μόνο που για να ανθήσει το έργο σου, η δουλειά σου, στον άδειο χώρο, πρέπει να είσαι αφοσιωμένος, ιεροφάντης, όπως ο Πίτερ Μπρουκ, όχι ένας ταλαιπωρημένος καλλιτέχνης που χάνει τον εαυτό του και την τέχνη του κάπου μεταξύ προβληματικών θεατρικών χώρων και τηλεοπτικών πλατό. Γι’ αυτό η οικονομία της θεατρικής τέχνης αφορά την κριτική: διότι αποτελεί τελικά ποιοτικό παράγοντα.

Και γι’ αυτό έχουμε απαιτήσεις και περιμένουμε με ανυπομονησία τις μεγάλες παραγωγές των κρατικών σκηνών και των οικονομικά εύρωστων οργανισμών (του Εθνικού Θεάτρου, της Λυρικής Σκηνής, του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, της Στέγης κ.λπ.). Γιατί μας λείπει το θέατρο της μεγάλης ανάσας, του διευρυμένου ορίζοντα, του καλλιτεχνικού οράματος, που δεν φυτοζωεί και που έχει τη δυνατότητα να προσφέρει γενναιόδωρα μαγεία και νόημα σ’ ανθρώπους που μόνο τις τέχνες έχουν για ν’ αντέχουν και να προχωρούν.