- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Δημήτρης Σαμόλης: «Γράφω τις ιστορίες που θέλω ο ίδιος να παίξω»
Μιλήσαμε με τον δημοφιλή ηθοποιό για τις «Στρακαστρούκες», για την «αγία ελληνική οικογένεια» και την καλοκαιρινή περιοδεία
Ο Δημήτρης Σαμόλης πρωταγωνιστεί στο πρώτο του έργο, τις Στρακαστρούκες, που κάνουν περιοδεία σε όλη την Ελλάδα το καλοκαίρι του 2026
Ο Δημήτρης Σαμόλης πρωταγωνιστεί στις «Στρακαστρούκες», την πρώτη παράσταση που έγραψε ο ίδιος και έγινε sold out από στόμα σε στόμα. Έπειτα από δύο επιτυχημένες σεζόν, η παράσταση βγαίνει σε περιοδεία αυτό το καλοκαίρι και θα ταξιδέψει σε όλη την Ελλάδα. Η περιοδεία ξεκίνησε στα αθηναϊκά θέατρα, ενώ αύριο, 1 Ιουλίου, παίζεται στο Θέατρο Βράχων. Στη συνέχεια θα συνεχίσει το ταξίδι της στα ανοιχτά θέατρα της χώρας.
Δημήτρης Σαμόλης: Πώς ξεκίνησαν οι «Στρακαστρούκες», τι τον ενέπνευσε, ποιο ήταν το μυστικό των απανωτών sold out - Η σχέση του με τη μουσική, το χιούμορ και τα επόμενα σχέδιά του.
Πώς πήρες την απόφαση να γράψεις το πρώτο σου θεατρικό κείμενο; Υπήρχε το υλικό από πριν ή βγήκε φυσικά μέσα από την ενασχόλησή σου με τη μουσική;
Δεν το είχα σκεφτεί καθόλου. Είχα ξεκινήσει αρκετά χρόνια πριν την τραγουδοποιία και έβλεπα ότι μου άρεσε αυτό που καλούμε «παραμυθάς». Νιώθω ότι λέω παραμύθια μέσα από τη μουσική μου. Κάθε τραγούδι το αντιμετωπίζω ως μια αυτοτελή ιστορία με αφηγηματική δομή, αρχή, μέση και τέλος. Σκέφτηκα, λοιπόν, πώς θα ήταν αυτό που λέω σε τέσσερα κουπλέ και δυο ρεφρέν να το πω με περισσότερα λόγια; Κι έτσι μπήκα στη διαδικασία να γράψω. Στην αρχή φοβόμουν πάρα πολύ. Είχα μια φωνούλα στο κεφάλι που με αποθάρρυνε και μου έλεγε: «Πού πας, ρε Καραμήτρο; Αυτό δεν είναι το αντικείμενό σου». Για κάποιο ανεξήγητο λόγο όμως, πήρα την απόφαση να το γράψω. Ξεκίνησα συνειρμικά, χωρίς συγκεκριμένο θέμα, γράφοντας ό,τι μου ερχόταν στο κεφάλι. Όσο περνούσε ο καιρός, άρχισε να μου αποκαλύπτεται μια ιστορία. Εκείνοι οι τρεις μήνες –τόσο κράτησε η συγγραφή του βασικού κορμού του έργου– ήταν για μένα σαν ένα κυνήγι κρυμμένου θησαυρού. Όπου πήγαινα, ένιωθα ότι άκουγα μια πληροφορία που κόλλαγε στην ιστορία μου. Για παράδειγμα, μια κοπέλα σε μια καφετέρια μου είπε ότι γεννήθηκε με έξι δάχτυλα στο πόδι και αυτό το στοιχείο το πρόσθεσα ως χαρακτηριστικό σε μια από τις αδερφές του Κωνσταντή. Πέρασα πάρα πολύ ωραία γράφοντάς το, ανυπομονούσα κάθε μέρα να κάτσω στον υπολογιστή και να το συνεχίσω.
Το έργο είναι επηρεασμένο από την ιστορία του Βαγγέλη Γιακουμάκη;
Δεν εμπνεύστηκα συνειδητά από αυτό, αλλά στην πορεία κατάλαβα ότι έχει κοινά. Ίσως η ιστορία του με είχε συγκλονίσει υποσυνείδητα και μου είχε εντυπωθεί. Επειδή το έργο περιλαμβάνει την Κρήτη και το bullying, ίσως γι' αυτό η σκέψη πηγαίνει κατευθείαν εκεί, αλλά η σύνδεση έγινε εκ των υστέρων.
Γιατί επέλεξες την Κρήτη ως τοποθεσία για την ιστορία; Έχει να κάνει με τα δικά σου βιώματα;
Έχω γεννηθεί στην Αθήνα, αλλά πηγαίναμε πολύ συχνά στο πατρικό του πατέρα μου στην Κρήτη. Έχω βιώματα από εκεί. Ήθελα να εκτυλιχθεί εκεί η ιστορία γιατί στο έργο θίγεται πολύ το κομμάτι της πατριαρχίας και της «ματσίλας». Θεώρησα ότι η Κρήτη είναι ένα μέρος όπου αυτό το κομμάτι υπάρχει έντονα, οπότε ήταν η ιδανική τοποθεσία.
Η παράσταση έγινε sold-out κυρίως από στόμα σε στόμα. Πώς το βίωσες εσύ αυτό;
Ξεκινήσαμε σε ένα πολύ μικρό θέατρο 70 θέσεων, το Μικρό Γκλόρια, και η φιλοδοξία μου ήταν να γίνουν απλώς 10 παραστάσεις για να πω ότι παρουσίασα το πρώτο μου έργο σε λίγους φίλους και αυτό ήταν όλο. Στις πρώτες παραστάσεις έβλεπα ποιοι αγόραζαν εισιτήρια και ήταν κυρίως φίλοι ή φίλοι φίλων. Έπειτα σιγά-σιγά άρχισα να βλέπω στο κοινό και φάτσες που δεν γνώριζα και κατάλαβα ότι κάτι αρχίζει να γίνεται. Βέβαια, και εγώ προσωπικά στήριξα πολύ την πάραστάση μου. Έστελνα συνέχεια μηνύματα σε κόσμο να έρθουν να τη δουν. Τότε πολλοί μου έλεγαν ότι δεν προλαβαίνουν. Τώρα, οι ίδιοι άνθρωποι με παρακαλούν να τους βρω εισιτήριο και δεν μπορώ. Είναι φοβερό ότι χθες κάναμε πρεμιέρα στου Παπάγου με 1.400 άτομα και ήταν γεμάτο. Το «στόμα με στόμα» είναι τελικά η καλύτερη διαφήμιση.
Ποιο θεωρείς ότι είναι το μυστικό της επιτυχίας; Είναι το κείμενο; Έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία;
Το κείμενο είναι η βάση, εν αρχή ην ο λόγος άλλωστε. Σε όλους τους λαούς αρέσουν οι ιστορίες και οι μύθοι, είναι ένα εγγενές χαρακτηριστικό του ανθρώπου. Στον πυρήνα μας συναντιόμαστε μέσα από τις ιστορίες γιατί βρίσκουμε τον εαυτό μας. Αν η ιστορία δεν είναι θελκτική, δεν προχωράει. Στο έργο υπάρχουν και αυτοβιογραφικά στοιχεία, όχι ως γεγονότα, αλλά ως αίσθηση και συναισθήματα. Στη μυθοπλασία δεν καλείσαι να είσαι ειλικρινής, αλλά αληθινός. Αλλά σίγουρα το γεγονός ότι έχει προέλθει από εμένα και είμαι εγώ εκείνος που το ενσαρκώνει επί σκηνής, παίζει ρόλο στην όλη εξίσωση. Γιατί και ο φαντασιακός κόσμος είναι κάτι πολύ δικό μας. Είναι πολλές φορές και πιο αληθινό και απ' το πραγματικό.
Το χιούμορ είναι το όπλο σου; Πώς το χρησιμοποιείς στην παράσταση και στα τραγούδια σου;
Το είχα από μικρός, το χιούμορ ήταν η άμυνά μου. Αυτό συνέβη λίγο-πολύ από μόνο του, για να αντέξω κάποια πράγματα που με πονούσαν. Οπότε έγινε αυτό κάπως ένα δεύτερο δέρμα μου. Και αυτό πέρασε και στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι καλλιτεχνικά τα πράγματα. Οπότε σε έναν χωρισμό πάντα, υπάρχει ένα αυτοσαρκαστικό στοιχείο, ένα στοιχείο που σαρκάζει τον πόνο, που προσπαθεί να τον απαλύνει. Και η παράσταση, ενώ μιλάει για σκληρά πράγματα είναι πολύ πασπαλισμένα με χιούμορ. Αλλά ένα χιούμορ που προκύπτει ως άμυνα από τον πόνο και όχι από τη σαχλαμάρα.
Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον σκηνοθέτη της παράστασης, Μάριο Κακουλλή και τους υπόλοιπους συντελεστές της παράστασης;
Όταν αποφάσισα να ανεβάσω το κείμενο, το έστειλα σε κάποιους ανθρώπους. Έκανα κάποια ραντεβού, ώστε να δω από κοντά σε ποια άτομα άρεσε και μπορούσα αυτό να το δω στα μάτια μας. Και έτσι στήθηκε μια ομάδα με μόνο κριτήριο ότι αν συνδέονται με το κείμενο με κάποιο τρόπο. Συνεργάστηκα φανταστικά, γιατί το πήρανε προσωπικά και οι ίδιοι.
Ο ήρωας δεν έχει καλή σχέση με τον πατέρα του. Πώς είναι η δική σου σχέση με τον πατέρα σου. Έχεις αντλήσει στοιχεία;
Δεν έχει και τόσο σημασία, γιατί αυτό που θέλεις να κάνεις με τέχνη, περνάει από το προσωπικό και γίνεται καθολικό. Και εκεί νομίζω είναι που ίσως αφορά. Πολλές φορές η ορατότητα είναι διαφορετική από την κλειδαρότρυπα. Δηλαδή όταν κάνεις ορατό το τραύμα, γίνεται καθολικό. Σίγουρα έχω περάσει δύσκολα στη σχέση με τον πατέρα μου, αλλά δεν είναι ακριβώς η σχέση που έχει ο Κωνσταντής με τον πατέρα του.
Πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα σήμερα για ένα queer άτομο στην κοινωνία μας;
Έχει τεράστιο δρόμο ακόμα. Με αφορμή το Pride όπου συμμετείχα, δέχτηκα άπειρα τραγικά σχόλια στα social media. Αν εγώ, ένας άνθρωπος κοντά στα 40, τα βιώνω έτσι, φαντάσου ένα παιδί 15 ή 18 χρονών. Άλλωστε ακόμη και σήμερα σε πάνω από 60 χώρες παγκοσμίως η ομοφυλοφιλία διώκεται ποινικά. Αλλά και σε πιο «πολιτισμένες» θα λέγαμε χώρες, επικρατεί μια άγρια κατάσταση παγκοσμίως. Το βλέπουμε και με το bullying στα σχολεία. Συμβαίνουν καθημερινά περιστατικά έμφυλης βίας και γυναικοκτονίες που χάνουμε πλέον την μπάλα. Πιστεύω ότι η άνοδος ακραίων πολιτικών δυνάμεων έχει δώσει το δικαίωμα σε ανθρώπους να βγάζουν τα ένστικτά τους. Όταν βλέπεις δημόσια πρόσωπα να μιλούν χωρίς επιπτώσεις, ο κόσμος πράττει αναλόγως. Θέλω όμως να είμαι αισιόδοξος. Πιστεύω ότι πάντα πριν προχωρήσουμε υπάρχει ένα πισωγύρισμα για να κερδίσουμε καινούργιο έδαφος και νέα δικαιώματα.
Πώς ισορροπείς ανάμεσα στο τραγούδι και την υποκριτική;
Στο κεφάλι μου είναι το ίδιο πράγμα. Όταν δεν παίζω γράφω, όταν δεν γράφω παίζω. Δεν μου αρέσουν οι ταμπέλες. Παλιά μου έλεγαν ότι δεν συνδυάζονται, αλλά εγώ τα καταφέρνω μια χαρά. Το ένα αγκαλιάζει το άλλο. Και στο έργο υπάρχει το χιούμορ, το οποίο ήταν πάντα η άμυνά μου από μικρός για να αντέξω τον πόνο. Αυτοσαρκάζομαι για να απαλύνω την κατάσταση.
Έχεις παίξει παιδί ακόμα στη «Μελωδία της Ευτυχίας» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Τι θυμάσαι από εκείνη; Πρόσφατα εγκαινιάστηκε το Καμαρίνι της στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.
Ήμουν 12 χρονών. Την θυμάμαι ως μια πολύ θετική και στοργική φιγούρα. Μας ρωτούσε για τους βαθμούς μας, ήταν χαμογελαστή και κοντά στο σύμβολο που έχουμε όλοι στο μυαλό μας. Επισης ξέρω ότι αγαπούσε πολύ τους συναδέλφους της και τους μαγείρευε. Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα ότι έπαιξα με τον μεγαλύτερο μύθο της Ελλάδας στην τελευταία της παράσταση. Τότε το έβλεπα σαν εξωσχολική δραστηριότητα, όπως το κολυμβητήριο. Μετά ακολούθησα τη μουσική, ήμουν στη χορωδία του Τυπάλδου, κάναμε συναυλίες με τον Θεοδωράκη. Ήταν αυτονόητο για μένα ότι θα γίνω ηθοποιός, παρόλο που οι γονείς μου ήταν δημόσιοι υπάλληλοι. Μάλιστα σπούδασα Νομική για να μπορώ να διαπραγματεύομαι μόνος μου τα συμβόλαιά μου!
Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου;
Συνεχίζουμε την περιοδεία με τις «Στρακαστρούκες». Θα κάνω και ένα live στο Φεστιβάλ της Άνδρου. Παράλληλα, γράφω τον καινούριο μου δίσκο στο στούντιο και ετοιμάζω το επόμενο θεατρικό μου έργο. Αυτή τη φορά δεν θα είναι μονόλογος, θα έχει περισσότερα πρόσωπα. Θα παίζω και σε αυτό, γιατί γράφω τις ιστορίες που θέλω ο ίδιος να αφηγηθώ. Με αγχώνει λίγο το «μετά», αλλά προχωράω.
INFO
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μάριος Κακουλλής
- ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Δημήτρης Σαμόλης