Θεατρο - Οπερα

Η Έβελυν Ασουάντ και η Θεοδοσία Σαββάκη μιλούν για την Αστόρια

Οι δύο ηθοποιοί υποδύονται την Τασούλα, την πρωταγωνίστρια της παράστασης στο θέατρο Παλλάς, σε διπλή διανομή
Νίκη - Μαρία Κοσκινά
15’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

«Αστόρια»: Η παράσταση του Κωνσταντίνου Σαμαρά ανεβαίνει στο θέατρο Παλλάς, σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου

Μια νέα γυναίκα ταξιδεύει μόνη της στην Αμερική, όπου την περιμένει ο μέλλων συζυγός της. Τα πράγματα όμως δεν έρχονται όπως τα περιμένει και βρίσκεται μόνη της σε μια ξένη χώρα να παλεύει για την επιβίωσή της. Η Τασούλα, η κεντρική ηρωίδα της παράστασης «Αστόρια» του Κωνσταντίνου Σαμαρά στο θέατρο Παλλάς, έχει μια βελούδινη φωνή και τραγουδά τον πόνο και τον καημό της ελληνικής κοινωνίας στην ξενιτειά. Τον ρόλο ενσαρκώνουν σε διπλή διανομή η Έβελυν Ασουάντ και η Θεοδοσία Σαββάκη, σε σκηνοθεσία του Βασίλη Μαυρογεωργίου. Μιλήσαμε και με τις δυο και μοιράστηκαν τις σκέψεις τους για την ξενιτειά, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει κάποιος σε μια ξένη χώρα, τις φωνητικές απαιτήσεις του ρόλου αλλά και τα επόμενα σχέδιά τους. 

Έβελυν Ασουάντ και Θεοδοσία Σαββάκη: Συνέντευξη για την παράσταση «Αστόρια» στο Θέατρο Παλλάς

Ποια ήταν η πρώτη αντίδρασή σας  όταν διάβασατε το κείμενο;

Ε.Α.: Με άγγιξε πολύ η διαδρομή αυτής της γυναίκας. Μια πορεία από την αθωότητα σε μια σκληρή, απότομη ενηλικίωση, μέσα από εμπειρίες όπως η ξενιτιά, η εκμετάλλευση, η απόρριψη, η μοναξιά και η απώλεια. Κι όμως, αυτό που μένει ακέραιο είναι η ανθρωπιά της και η βαθιά της ανάγκη να ανήκει κάπου, να βρει έναν τόπο να σταθεί και να ριζώσει, ακόμη κι αν αυτός στην αρχή της είναι εχθρικός. Υπάρχει κάτι πολύ ανθρώπινο και οικείο σε αυτό το ταξίδι. Θαυμάζω το σθένος και την ευαισθησία της και πιστεύω πως η ιστορία αυτή αφήνει ένα αποτύπωμα που μας αφορά όλους.

Θ.Σ.: Το πλήρες σώμα του κειμένου έφτασε σε εμάς ενώ βρισκόμασταν σε προχωρημένο σημείο των προβών μας. Οι αναγνώσεις και τα drafts του κειμένου αποτελούν πια ένα συγκινησιακό παλίμψηστο μέσα μου, δεν θυμάμαι πότε ακριβώς μου συνέβη τί, ωστόσο θυμάμαι να διαβάζω ξημερώματα με πολλή λαχτάρα για να δω τι θα συμβεί παρακάτω στον/ην καθένα/μία. Κι εννοείται να πέφτει κλάμα πολύ. Και να με κυριεύει αυτή η πυκνή μοναξιά του κεντρικού χαρακτήρα της ιστορίας μας. Αν ήταν στο χέρι της θα είχε παραμείνει στην κορφή ενός βουνού να τραγουδάει με τα πουλιά. Το κυνήγι για επιτυχία και λεφτά ήταν απλώς ο μηχανισμός επιβίωσης σε μια χώρα που σου ζητάει πάντα παραπάνω, αντιμετωπίζοντάς σε ως ένα αναλώσιμο γρανάζι της καπιταλιστικής μηχανής. Δεν είναι τυχαίο το ότι τον ρου των πραγμάτων-και τις ζωές πολλών χαρακτήρων της ιστορίας μας, αλλάζει ένα εργατικό δυστύχημα.

Πώς δουλέψατε στις πρόβες;

Ε.Α.: Με τη Θεοδοσία συνδεθήκαμε από την πρώτη στιγμή. Υπήρχε μια αμοιβαία κατανόηση που διευκόλυνε πολύ τη διαδικασία. Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου διαμόρφωσε ένα πλαίσιο που είχε σαφή κατεύθυνση, αλλά όχι μεγάλους περιορισμούς. Δεν μας ζήτησε να υπηρετήσουμε μια προκαθορισμένη Τασούλα και έτσι η καθεμία ανέδειξε τη δική της εκδοχή γι’ αυτόν τον χαρακτήρα.

Θ.Σ.: Αγαπητικά, φροντιστικά, με έμφαση στο να ακουστεί η ιστορία, και δοκιμάζοντας συχνά το ανάποδο από το προφανές- έτσι όπως ορίζει αυτός ο ιδιαιτέρως αγχίνους, ικανότατος και πάνγλυκος σκηνοθέτης, ο Β. Μαυρογεωργίου. Σε μεγάλες ταχύτητες, με ελάχιστο ύπνο, κάμποση έρευνα, εντατική ανταλλαγή απόψεων του θιάσου με τον Κων/νο Σαμαρά, με το Νίκο Στρατηγό και με τους συντελεστές που δούλευαν κι εκείνοι πυρετωδώς. Με τον ούλτρα δοτικό Μαυρογεωργίου επικεφαλής και με τις/ους εξαίρετες/ους συμπαίκτριες/ες να συνδιαμορφώνουν ένα συγκινητικά ενθαρρυντικό κλίμα εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης. Είμαι ευτυχής που καταφέραμε να ανταπεξέλθουμε σε ένα τόσο απαιτητικό εγχείρημα όλες/οι μαζί, σε περιορισμένο χρόνο, και παρέα με την Έβελυν (Ασσουάντ), διαμορφώνοντας ένα «αθλητικό» θα έλεγα, ομαδοσυνεργατικό κλίμα, αδιαπραγμάτευτης αλληλοϋποστήριξης και ομοψυχίας. Και σε αυτό το σχήμα συντονίστηκαν και οι άνθρωποι της παραγωγής και οι 29 τεχνικοί του θεάτρου Παλλάς, ο/η καθεμία/ένας από το μετερίζι της/του. Μου δίνει πολύ θάρρος όταν δοκιμάζουμε να εφαρμόσουμε στον δύσκολο μικρόκοσμο τη βιοηθική που ονειρευόμαστε για τον πανδύσκολο κόσμο. Το θέατρο προσφέρεται κι αυτό ως μια δοκιμή, μια πρόβα για την κοινωνικοπολιτική μας συνύπαρξη και δράση.

Πόσο διαφορετικές Τασούλες είστε; Πώς προσεγγίζει η καθεμιά σας τον ρόλο; Βλέπουμε δύο διαφορετικές παραστάσεις με τη διπλή διανομή;

Ε.Α.: Δεν θα έλεγα ότι βλέπουμε δύο εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις, αλλά δύο διαφορετικές διαδρομές προς τον ίδιο πυρήνα. Υπάρχει μια κοινή σκηνοθετική γραμμή, όμως η κάθε μία από εμάς κατέθεσε τη δική της ανάγνωση. Αυτή είναι και η ομορφιά του θεάτρου γιατί κάθε νέα ερμηνεία μπορεί να φωτίσει αλλιώς τον ίδιο χαρακτήρα.

Θ.Σ.: Έχει συνδιαμορφωθεί από κοινού μια προσέγγιση, η οποία προκύπτει από το κείμενο, τη δραματουργία και τη σκηνοθεσία, ως προς την εξέλιξη της Τασούλας. Ωστόσο, όπως συμβαίνει αντίστοιχα λχ με τις εκτελέσεις κλασικών μουσικών έργων, ακόμα κι αν οι νότες παραμένουν πανομοιότυπες, η ερμηνεία-εκτέλεση διαφέρει κι άρα διαφοροποιεί και το ίδιο το έργο ως ένα βαθμό(;), και δεδομένου ότι με την Έβελυν συγγενεύουμε βιοηθικά αλλά διαφέρουμε ολότελα σωματικά, υποκριτικά, φωνητικά & τραγουδιστικά, έχει δοθεί η ελευθερία στην καθεμία να παίξει με τις δικές της αποχρώσεις, και συνεπακόλουθα να επηρεαστούν κι όλες οι αλληλεπιδράσεις με τις/ους συμπαίκτριές/ες μας.
Η Τασούλα διανύει ένα μεγάλο τόξο εξέλιξης. Και πρεσβεύει τρομερά ενδιαφέρουσες αντιφάσεις. Ξεκινά ως κορίτσι που το στέλνουν σε άλλη ήπειρο για παντρειά, όπου και βιάζεται (όπως οι περισσότερες «Νύφες» που βρέθηκαν ξαφνικά στο κρεβάτι κάποιου άγνωστου, μεγαλύτερου από κείνες άντρα). Φτάνουμε να τη βλέπουμε δεκαετίες αργότερα: τελικά δεν παντρεύτηκε ποτέ, καταλήγει business woman και «single mum» με τεκνοθετημένο παιδί. Αλλάζει το οικονομικό της status, μετακινείται ταξικά θα λέγαμε, από προλετάρια καταλήγει αφεντικό. Παραμένει ωστόσο πάντα μετανάστρια, («πετυχαίνει» σε ένα περιβάλλον με επιγραφές τύπου «Νο Greeks, No Rats»). Παλεύει να ανταποκριθεί στις εκάστοτε συνθήκες, τολμάει, γίνεται επικίνδυνη ώστε να προφυλάξει την αγέλη της. Φτάνει να ηγείται, παραμένει μόνη ωστόσο. Γίνεται ρεμπέτισσα. Αντισυμβατική. Ξέρει εξαρχής, στο πετσί της, τί θα πει απώλεια. Και προκαλεί και η ίδια απώλεια, φυσική. Όμως, αυτό που μαθαίνει είναι να αναλαμβάνει την ευθύνη των δικών της αποφάσεων, ενηλικιώνεται, και συσσωρεύει και τις απώλειες που προκύπτουν από τις δικές της επιλογές. Γεύεται τη «γενναιοδωρία των ξένων». Τελικά όμως, μαθαίνει μόνο να παλεύει. «Μοιάζει», όπως ωραία λέει ο Κωνσταντίνος Σαμαράς, «με μποξέρ που με ματωμένα δόντια ξανασηκώνεται και συνεχίζει τον αγώνα. Ξανά και ξανά».

Μια νέα γυναίκα βρίσκεται μόνη σε έναν ξένο τόπο. Πόσο τρομακτικό είναι αυτό, ειδικά αν δεν έχει κάπου να ακουμπήσει;


Ε.Α.: Είναι μια πραγματικά τρομακτική συνθήκη. Ακόμη περισσότερο αν τη δούμε μέσα στο ιστορικό πλαίσιο των αρχών του 20ού αιώνα. Μια νεαρή γυναίκα βρίσκεται ολομόναχη σε πολύ μακρινή ξένη χώρα, χωρίς άμεση επικοινωνία με τους δικούς της -παρά μόνο μέσα από γράμματα που κάνουν μήνες να φτάσουν- και χωρίς γνώση της γλώσσας. Οι προκλήσεις είναι αμέτρητες. Όταν ένας άνθρωπος και ειδικά μια νέα γυναίκα, δεν έχει κάπου να ακουμπήσει, κινδυνεύει να βρεθεί σε σχέσεις εξάρτησης, να υποχωρήσει από ανάγκη και να σιωπήσει για να αντέξει. Η κάθε της μέρα είναι μια δοκιμασία επιβίωσης. Η Τασούλα βρίσκεται ακριβώς μέσα σε αυτή την πραγματικότητα. Δεν έχει την οικογένεια και τους δικούς της ανθρώπους να τη στηρίξουν, αλλά υπερισχύει η ανάγκη της να σταθεί γερά και να προχωρήσει. Και ενώ περνά μέσα από φόβο και ευαλωτότητα, δεν χάνει ποτέ την εσωτερική της πυξίδα. Μέσα από δύσκολες επιλογές, αρχίζει να διαμορφώνει ένα ανθρώπινο δίκτυο όπου μπορεί να νιώσει αγάπη και να στηριχθεί για να επιβιώσει με αξιοπρέπεια. Και τελικά, να ριζώσει στο νέο τόπο.

Θ.Σ.: Αρκεί ενδεικτικά να σκεφτούμε τις ιστορίες μεταναστριών και προσφυγισσών που καταφέρνουν (!) και φτάνουν σήμερα εδώ, στην «πολιτισμένη» Δύση του 2026, και οι οποίες είναι πολύ συχνά γεμάτες βία, σεξουαλικές κακοποιήσεις, ρατσισμό, υποτίμηση, εκμετάλλευση, trafficking, κ.ά. Όσο πάμε πιο πίσω στο χρόνο, οι φωνές αντίδρασης αλλά και υποστήριξης σπανίζουν καθώς η πατριαρχική νοοτροπία κυριαρχεί. Με πιάνει αμηχανία όταν σκέφτομαι για πόσους αιώνες οι θηλυκότητες έχουν φιμωθεί, έχουν λειτουργήσει κυρίως ως αναπαραγωγικές μηχανές, έχουν στερηθεί την πρόσβαση στην εκπαίδευση, στη δημιουργία, στην ελεύθερη βούληση, στο δημόσιο λόγο κλπ. Αναφέρω ενδεικτικά πως ο νόμος περί προίκας στην Ελλάδα καταργήθηκε μόλις το 1983. Γυναίκες σαν την Τασούλα περιφέρονται γύρω μας, άυπνες, στο κέντρο κάθε πόλης.

Βεβαίως ο «ξένος», ανεξαρτήτως φύλου, δυστυχώς αντιμετωπίζεται ως εχθρός όσο περισσότερο κερδίζει έδαφος η ιμπεριαλιστική μηχανή του «διαίρει και βασίλευε» και συντηρητικοποιείται περαιτέρω ο πολιτισμός μας. Είναι άλλωστε όχι τυχαία ομόρριζες οι έννοιες της πόλεως, του πολιτισμού, της πολιτικής, του πολίτη και του πολέμου. Κι αντίστοιχα είναι καθοριστικής σημασίας η στάση του Τεντ, και της κόρης του της Σοφίας, οι οποίοι, ως πολίτες, διαστέλλουν το ιδιωτικό στοιχείο για να ανακουφίσουν το δημόσιο. Παρέχουν φαγητό, αγάπη και στέγη σε μια τρομαγμένη ξένη.

Ο σύζυγος που μπλέκει με τη μαφία vs ο ιδιοκτήτης του καφέ και η κόρη του που τη δέχονται σαν συγγενή του: πόσο τυχερή εμφανίζεται μέσα στην ατυχία της;

Ε.Α.: Η Τασούλα βρίσκεται σε μια οριακή συνθήκη, όπου η τύχη και η ατυχία μοιάζουν να συνυπάρχουν διαρκώς. Από τη μία η αποτυχία του γάμου της τη φέρνει αντιμέτωπη με έναν κόσμο σκοτεινό και επικίνδυνο, όπου η βία και η αβεβαιότητα είναι παρούσες και από την άλλη, η παρουσία του Τεντ και της κόρης του λειτουργεί σαν ένα απρόσμενο αντίβαρο, μια μορφή άτυπης οικογένειας μέσα σε έναν ξένο τόπο. Δεν θα το έλεγα λοιπόν ακριβώς «τύχη» αλλά μια εύθραυστη ισορροπία μέσα σε μια συνθήκη επιβίωσης. Για την Τασούλα, αυτοί οι άνθρωποι δεν αναιρούν τον κίνδυνο που τη περιβάλλει, αλλά της δίνουν έναν χώρο όπου μπορεί να ανασάνει, να νιώσει ότι ανήκει κάπου και να ξαναβρεί σταδιακά την εμπιστοσύνη της στους άλλους. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο ανθρώπινο στοιχείο της ιστορίας της, ότι μέσα στο πιο ασταθές έδαφος η επιβίωση δεν είναι ποτέ ατομική υπόθεση, αλλά περνά μέσα από τις σχέσεις που καταφέρνεις να δημιουργήσεις.


Θ.Σ.: Είναι ιδιαιτέρως τυχερή μες την ατυχία της η Τασούλα. Η κοινότητα έχει κάτι πολύ φροντιστικό κι αλληλέγγυο. Είναι όλοι συσπειρωμένοι, ακόμη κι αν διαφωνούν πολιτικά (βλ. Βαγγέλης: Βενιζελικός / Θανάσης: Βασιλικός). Κι αυτό διότι είναι οι μετανάστες, ζουν γκετοποιημένοι, σε συγκεκριμένη θέση στην πόλη, μεγαλουργούν πλάι στον «υπόνομο», βράζουν όλοι στο ίδιο καζάνι, συσπειρώνονται όλοι γύρω από την ίδια «φωτιά», η οποία εδώ είναι η μουσική τους παράδοση. Ο Τεντ λειτουργεί ως «πατρική», βαθιά στοργική φιγούρα. Η Τασούλα με την κόρη του τη Σοφία λειτουργούν ως αδερφές, η μια για την άλλη. Ακόμα και με τη Ρίτα αναπτύσσεται ένας ισχυρός δεσμός, διανύοντας τη διαδρομή θαυμασμός-ανταγωνισμός-συμπόνια-γυναικεία συμμαχία.

Η Τασούλα γρήγορα δημιουργεί τη δική της οικογένεια, όχι κάνοντας παιδιά, αλλά συσπειρώνοντας δυνάμεις, με βάση το καφενείο του Τεντ. Μου φαίνεται πολύ ισχυρή αυτή η διαδρομή. Θέλει κότσια να ζεις αντισυμβατικά. Πόσο μάλλον έναν αιώνα πριν. Να μην τα κάνεις όλα όπως ορίζουν οι κοινωνικές «νόρμες»- να παντρευτείς πχ, έστω κι αν θα είναι «μαρτύριο» η συζυγική ζωή. Και πάλι εδώ βρίσκεται μια ωραία αντίφαση στη δραματουργία του κειμένου. Το έναυσμα ώστε να αναδειχθεί το χάρισμά της-το τραγούδι (που σημαίνει την ψυχική της διέξοδο αλλά και την επαγγελματική της ανάπτυξη), δίνεται ακριβώς επειδή ο μέλλων σύζυγος δεν είναι εντάξει τύπος.

Το έργο θίγει το ζήτημα της ξενιτιάς, του ξεριζωμού από ανάγκη, για ένα καλύτερο αύριο. Πόσο επίκαιρο είναι αυτό το θέμα σήμερα που έχουν δυσκολέψει τα πράγματα σε όλες τις χώρες βέβαια…

Ε.Α.: Απολύτως επίκαιρο και ίσως σήμερα να γίνεται ακόμη πιο ορατό. Το έργο, παρότι είναι τοποθετημένο χρονικά έναν αιώνα πίσω, λειτουργεί σχεδόν σαν καθρέφτης του παρόντος. Μιλά για ανθρώπους που ξεριζώνονται από ανάγκη, που αφήνουν πίσω τους τόπους και ζωές, αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο. Για τους ανθρώπους που παλεύουν να ξαναχτίσουν τον εαυτό τους από την αρχή, σε έναν κόσμο που δεν τους περιμένει. Η μετανάστευση δεν είναι μια κλειστή ιστορική παρένθεση. Είναι μια διαρκής, ανοιχτή διαδικασία που συνεχίζει να διαμορφώνει τις κοινωνίες. Γι’ αυτό και θεωρώ πως το έργο αποκτά μια οικουμενική διάσταση. Δεν αφορά μόνο μια συγκεκριμένη εποχή ή κοινότητα, αλλά κάθε άνθρωπο που έχει βρεθεί, ή μπορεί να βρεθεί, στη θέση του «ξένου». Και ίσως αυτό να το καθιστά τόσο επίκαιρο. Γιατί μας υπενθυμίζει ότι παρά τις αλλαγές των εποχών, η ανάγκη για ασφάλεια, αξιοπρέπεια και έναν τόπο να ανήκεις παραμένει βαθιά ίδια.

Θ.Σ.: Μου αρέσει να θυμάμαι τον εύστοχο τίτλο του βιβλίου «Εάν το Προσφυγικό ήταν Πρόβλημα». Εξηγεί πως τα προβλήματα έχουν ποικίλες λύσεις. Όταν μιλάμε για προσφυγικό και μεταναστευτικό όμως, δεν μιλάμε για «πρόβλημα» αλλά για «φαινόμενο», συνυφασμένο με τον ανθρώπινο πολιτισμό. Οι άνθρωποι πάντα μετακινούνταν για να διασφαλίσουν τροφή και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Όσο ο ιμπεριαλισμός οργιάζει, όσο συντελούνται δίπλα μας γενοκτονίες και σφαγιάζονται λαοί, όσο ξεζουμίζονται αιώνες τώρα ολόκληρες ήπειροι, τόσο θα προκύπτουν βίαια εκτοπισμένοι, άνθρωποι που κουβαλούν ανεπούλωτα τραύματα, απώλεια, βία κι αδικία. Και αυτό δεν αφορά μόνο εκείνους, οι οποίοι πασχίζουν να τα βγάλουν πέρα σε κάποια ξένη χώρα που τους αντιμετωπίζει ως «εισβολείς». Μας αφορά όλους, γιατί τα παιδιά που δολοφονούνται είναι παιδιά όλων μας. Και γιατί ο σαθρός πολιτισμός που θεσπίζουμε ως είδος αποκαλύπτει τη σαθρότητά του καθημερινά με παροιμιώδεις τρόπους, όπως πχ. με το τι σημαίνει και πώς εφαρμόζεται το Διεθνές Δίκαιο. Το σύστημα το ίδιο βέβαια, εντείνει κι εργαλειοποιεί αυτά τα φαινόμενα, καλλιεργεί τον ρατσισμό και την ψαλίδα, γκετοποιεί, τοποθετεί κοινότητες σε συγκεκριμένα σημεία των πόλεων, σε συγκεκριμένους ορόφους των πολυκατοικιών κλπ, και αναθέτει στους φτωχοδιάβολους τις βρώμικες, τις παράνομες, τις επικίνδυνες δουλειές. Αν μιλήσουμε με τρόφιμους «σωφρονιστικών ιδρυμάτων», πλην λίγων εξαιρέσεων, θα συναντήσουμε μάλλον ανθρώπους περιθωριοποιημένους από το ίδιο το σύστημα, πριν καν εγκληματήσουν με τους όρους του συστήματος. Από τις αγαπημένες μου στιγμές στην παράσταση είναι όταν ο Δημ. Μαχαίρας απαγγέλει στίχους από το ποίημα που αναγράφεται στη βάση του Αγάλματος της Ελευθερίας. «Δώστε σε μένα τους φτωχούς, τους καταφρονεμένους, αυτούς που τσάκισαν οι συμφορές και λαχταρούν για ελεύθερη ανάσα... Στείλτε μου τους ανεμοδαρμένους, τους άστεγους, τους ναυαγούς κι όλο το ανθρωπολόι». Κι άλλη αντίφαση εδώ, με τη σημερινή εγκληματική εικόνα της Αμερικής... 

Έβελυν, έχεις καταγωγή από τη Συρία, ωστόσο εσύ δεν έχεις ζήσει εκεί. Έχεις εικόνες όμως από συγγενείς σου που να μοιάζουν με σκηνές του έργου; Άντλησες από τα οικογενειακά σου βιώματα για την προσέγγιση του ρόλου;

Ίσως υποσυνείδητα να με επηρέασε το γεγονός ότι η οικογένεια από τη μεριά του πατέρα μου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον τόπο της και να εγκατασταθεί στον Καναδά λόγω του πολέμου. Ο πατέρας μου έχει ζήσει πόλεμο και βομβαρδισμούς, κάτι που με επηρέασε πολύ όταν το άκουσα. Κατάφερε τελικά να πάει στο Βέλγιο για τις σπουδές του και να ξεφύγει από τον κίνδυνο. Εκεί γνώρισε τη μητέρα μου που είναι Ελληνίδα και αποφάσισαν να ζήσουν και να εργαστούν στην Ελλάδα, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Οι αναμνήσεις μου από τις λίγες επισκέψεις στη Συρία, όταν ακόμη ζούσαν εκεί οι συγγενείς μας, είναι θολές καθώς ήμουν πολύ μικρή και δεν έχω άμεσα βιώματα από τη μετανάστευσή τους. Στη συνέχεια όμως, τους επισκεπτόμασταν κάθε χρόνο στον Καναδά, όπου τους έβλεπα να έχουν χτίσει μια όμορφη ζωή και ευτυχώς έχω μόνο γλυκές αναμνήσεις από εκείνους. Το έργο, μέσα από την αναφορά του σε αυτή την περίοδο της μαζικής μετανάστευσης, αγγίζει την αγωνιώδη αναζήτηση ενός τόπου για να «ριζώσεις», ένα θέμα συλλογικό και διαχρονικό. Αυτός ο τόπος όμως δεν ορίζεται απαραίτητα από σύνορα ή γεωγραφικά πλάτη. Είναι η ανάγκη του ανθρώπου να βρει ένα σημείο αναφοράς όπου θα νιώσει ασφαλής και αποδεκτός. Συχνά, η πραγματική πατρίδα δεν είναι απλά ένα έδαφος, αλλά οι άνθρωποι που συνδεόμαστε και η συνθήκη που μας επιτρέπει να ονειρευόμαστε ότι «εδώ μπορώ να υπάρξω».

Θεοδοσία, όταν ήρθες από το Ρέθυμνο στην Αθήνα, υπήρξαν στιγμές που φοβήθηκες; Σε τρόμαξε το μέγεθος και το χάος της πόλης, η μοναξιά ή τα σκοτεινά στενάκια το βράδυ;
Φοβάμαι πάντα. Και σχεδόν παντού. Δεν είμαι θαρραλέα. Κινούμαι αργά. Σταματάω. Αναζητώ κουράγιο. Κάποτε συμπαρασύρομαι ευτυχώς από πιο υγιείς δυνάμεις γύρω και μέσα μου. Παρατηρώ την πόλη μες τα χρόνια, είναι κι αυτή ένας οργανισμός που μεταβάλλεται. Με τσακίζει το ότι άνθρωποι κοιμούνται στην άσφαλτο. Το ότι συχνά η πραγματικότητα αντέχεται μόνο με εθιστικές ουσίες. Πια με τρομάζει ότι δεν έχουμε ανοιχτά μάτια στο δημόσιο χώρο, είναι ο καθένας προσηλωμένος σε μιαν οθόνη, σαν η ζωή να είναι πάντα κάπου αλλού, όχι στο «εδώ και τώρα». Καμιά φορά φαντάζομαι πως μπαίνει ένας γορίλας ή ένα λιοντάρι μες το συρμό του μετρό, και αναρωτιέμαι αν θα τον παρατηρήσει κανείς. Μπορεί κάποιο παιδί. Το οποίο θα το πει μετά στον ενήλικο που το συνόδευε και ο τελευταίος θα νομίσει πως το παιδί...λέει παραμύθια. Επίσης, με τρομοκρατεί η απουσία εξοικείωσης με το διάλογο. Συχνά η κατάσταση στο δρόμο είναι εκρηκτικά τεταμένη σε βαθμό νοσηρό. Και με αρρωσταίνει η έλλειψη φυσικού τοπίου και φυσικού ηχοτοπίου. Νομίζω πως ένας από τους λόγους που ξενυχτάω είναι για να ακούω το κελάηδημα των πουλιών τα ξημερώματα.
Η μοναξιά είναι κραταιά, και πάντα στον πυρήνα της αντίληψης και του βιώματος. Στον έρωτα, στο θέατρο, στη μουσική, στην ομαδική άθληση-και παλιά σε κείνες τις ιεροτελεστίες, ξεπερνιέται για λίγο, λόγω της στιγμιαίας ψυχοσωματικής συν-κίνησης και της ιερής μετατόπισης που αυτά προκαλούν. Μεγαλώνοντας το μαθαίνω, τρομάζω, αποδέχομαι, και πάλι από την αρχή.

Δύναμη φιλίας, ανθρωπιά, αληθινή αγάπη, αλληλεγγύη, αυτοθυσία: είναι έννοιες που θίγονται στο κείμενο και αφορούν τους περισσότερους ήρωες. Θεωρείς ότι αυτές τις έννοιες τις έχουμε λίγο ξεχάσει σήμερα; Η Τασούλα για παράδειγμα δεν προδίδει τη φίλη της, θυσιάζοντας τον έρωτά της. Τι θα έκανε η Τασούλα του σήμερα;

Ε.Α.: Δεν πιστεύω ότι αυτές οι έννοιες έχουν χαθεί. Θεωρώ ότι σήμερα επαναπροσδιορίζονται. Υπάρχει μια εύκολη αφήγηση που θέλει τις νεότερες γενιές απομακρυσμένες από αξίες όπως η φιλία, η αλληλεγγύη και η αυτοθυσία. Όμως η καθημερινή εμπειρία τη διαψεύδει. Βλέπω ανθρώπους που επιλέγουν συνειδητά να σταθούν δίπλα στους άλλους, να εκτεθούν και να υπερασπιστούν όσα θεωρούν δίκαια. Μεγαλώσαμε σε συνθήκες αστάθειας και κρίσης. Ίσως αυτό που έχει αλλάξει είναι το γεγονός πως ζούμε σε έναν πιο ατομικιστικό κόσμο, όπου τέτοιες επιλογές έχουν μεγαλύτερο κόστος και γι’ αυτό αποκτούν και μεγαλύτερη βαρύτητα. Η Τασούλα είναι ένας άνθρωπος που λειτουργεί με έναν βαθύ εσωτερικό κώδικα αξιών. Η στάση της απέναντι στη φίλη της δεν είναι απλώς μια πράξη θυσίας, αλλά μια επιλογή συνέπειας απέναντι στον εαυτό της. Δεν λειτουργεί με όρους συμφέροντος αλλά με αίσθηση ευθύνης. Πιστεύω ότι και σήμερα θα κινούνταν με τον ίδιο πυρήνα. Θα αγαπούσε με οποιοδήποτε κόστος και θα παρέμενε πιστή στις αξίες της που την καθορίζουν από μικρή.

Θ.Σ.: Η Τασούλα του σήμερα θα έπραττε αντίστοιχα με εκείνη του περασμένου αιώνα. Η φιλία, η αγάπη, η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη είναι εκεί, μέσα στον πυρήνα μας. Το πιστεύω και το βιώνω αυτό. Ο πατέρας της Τασούλας χάθηκε σε εργατικό δυστύχημα. Αντίστοιχο με αυτό που όπλισε το χέρι της Σοφίας, η οποία τώρα βρίσκεται σε κίνδυνο. Η Τασούλα προτιμά να «φάει» έναν από τους κακούς, παρά να συνεργήσει στο να χαθεί η καλή της φίλη. Και είναι διατεθειμένη να πληρώσει με παντοτινή μοναξιά. Όσο κι αν ξέρει τους κανόνες του παιχνιδιού και διατίθεται να τους ακολουθήσει προκειμένου να επιβιώσει, δε θα μπορούσε-ούτε και σήμερα, να πουλήσει τις αρχές της, τους ανθρώπους της, τη μνήμη της, τη ρίζα της. Στην Αλεξάνδρας, στα «Προσφυγικά» οι κάτοικοι έχουν στήσει ξενώνα για τους συγγενείς των νοσηλευόμενων γειτονικού νοσοκομείου. Είναι εδώ δίπλα μας οι αξίες, ενεργές.


Έβελυν, τραγουδάς πλέον επαγγελματικά με τους Pagan. Μίλησέ μου λίγο για το συγκρότημα. Πόσο βοήθησε η σχέση σου με τη μουσική στη συγκεκριμένη παράσταση; Προτιμάς να υπάρχουν μουσικά στοιχεία σε μια παράσταση που παίζεις;

Οι PAGAN είναι για μένα ένας ζωντανός, εξελισσόμενος οργανισμός. Ξεκίνησαν μουσικά ως μια βαθύτερη ανάγκη να συναντηθούμε δημιουργικά μέσα από έναν κοινό παλμό και εξελίχθηκαν σε μία καλλιτεχνική ομάδα με έντονα τα στοιχεία της θεατρικότητας. Η σύνδεσή μας έγινε μέσω της παράδοσης, αλλά αυτό που μας απασχολεί κυρίως σήμερα είναι η δημιουργία νέου υλικού, μια σύγχρονη, βιωματική γλώσσα που κουβαλά μέσα της αρχέγονες μνήμες και ένστικτα. Η σχέση μου με τη μουσική έχει επηρεάσει καθοριστικά τον τρόπο που υπάρχω και στη σκηνή ως ηθοποιός. Στη συγκεκριμένη παράσταση των PAGAN, το τραγούδι δεν λειτουργεί απλώς ως ένα επιπλέον στοιχείο, αλλά ως φορέας μνήμης, δραματουργίας και αφήγησης. Με βοηθά να προσεγγίζω τον ρόλο της τραγουδίστριας μέσω της θεατρικής μου εμπειρίας και να συνδέομαι με κάτι που ξεπερνά τον λόγο. Δεν θα έλεγα ότι «προτιμώ» απαραίτητα οι παραστάσεις να έχουν μουσικά στοιχεία. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να υπάρχει ένας οργανικός λόγος ύπαρξής τους. Όταν η μουσική είναι ουσιαστικά ενταγμένη, μπορεί να ανοίξει άλλες διαστάσεις στη σκηνή και να λειτουργήσει σαν ένας δεύτερος, άυλος διάλογος που συμπληρώνει αυτό που δεν λέγεται. 

Θεοδοσία είσαι και μουσικός. Ήταν πιο εύκολο να προσεγγίσεις τον ρόλο μιας και συνδύαζε το μουσικό στοιχείο;

Το ότι είμαι μουσικός δεν ξέρω αν μου διασφαλίζει κάποια ευκολία, ίσως απλώς έναν ακόμα κώδικα, ο οποίος απαλλαγμένος από το «λόγο» (παρότι στίχους τραγουδάμε) καταφέρνει να εγείρει ψυχοκινητικά κι άλλες περιοχές του θυμικού, και να ανοίξει κι άλλα πιθανά κανάλια συν-κίνησης με τις/ους συμπαίκτριες/ες, κι ελπίζω και με τους θεατές. Ως προς το τραγουδιστικό μέρος, υπήρξε κι εδώ η πρόκληση να διαμορφώσω ένα ηχόχρωμα, το οποίο να μου/μας ταιριάζει αισθητικά με την εποχή, καθώς και το να πω τραγούδια τα οποία με δυσκολεύουν!

Τασούλα, Γιοζεφίνε, Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι: πώς συνδυάζονται όλα αυτά στο πρόγραμμά σου, Έβελυν; Πώς μπαίνεις σε τόσο διαφορετικούς ρόλους κάθε φορά;

Ήταν σίγουρα μια πολύ απαιτητική περίοδος, με πολλές προκλήσεις. Είχα μεγάλη αγωνία για το αν θα καταφέρω να ανταποκριθώ στο επίπεδο που θέλω. Ευτυχώς, έστω και την τελευταία στιγμή, όλα βρήκαν τη θέση τους και νιώθω πολύ ικανοποιημένη με όλες τις δουλειές. Παρότι δούλεψα περισσότερο από ποτέ, ήταν μια περίοδος που απόλαυσα στο έπακρο και αυτό γιατί κάθε πρότζεκτ είχε τη δική του ταυτότητα και ενώ ήταν τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, το ένα λειτουργούσε σχεδόν τροφοδοτικά για το άλλο. Η εναλλαγή δεν με μπέρδεψε αλλά αντίθετα, μου έδωσε ενέργεια και φρέσκια ματιά κάθε φορά. Νομίζω πως το πιο σημαντικό σε αυτή τη διαδικασία είναι να μπορείς κάθε φορά να αφήνεσαι πλήρως σε αυτό που υπηρετείς, να μπαίνεις στον εκάστοτε κόσμο με καθαρότητα και να εμπιστεύεσαι ότι η ψυχή, το σώμα και η εμπειρία θα σε οδηγήσουν. Έτσι, οι διαφορετικοί ρόλοι δεν συγκρούονται αλλά συνυπάρχουν δημιουργικά.

Θέατρο, τηλεόραση, μουσική: πώς τα συνδυάζεις στη ζωή σου, Θεοδοσία; Ποιο από όλα έχει τον πρώτο λόγο; Η ηθοποιία στη ζωή σου ήρθε αφού είχες ξεκινήσει με το τραγούδι; Προτιμάς τις παραστάσεις όπου η μουσική έχει σημαντικό ρόλο;
Παίζω κυρίως θέατρο. Είναι από τις ελάχιστες συνθήκες στη σύγχρονη ζωή πια, όπου τα πράματα είναι κρίσιμα, δίχως pause, συμβαίνουν «εδώ και τώρα», συμβαίνουν χειροποίητα, αδιαμεσολάβητα, αναλογικά, και προϋποτίθεται η φυσική συνύπαρξη των ανθρώπων. Μου είναι τρομερά ζωογόνος αυτή η επαφή.
Και κάνω λάιβ πού και πού. Στην τηλεόραση έχω κάνει μοναχά ένα λιλι-γκεστ! Κι έχω κάποιες λιλι-συμμετοχές σε ωραίες ταινίες. Απολαμβάνω πολύ το σινεμά! Και να παρακολουθώ και να παίζω. Θα μου άρεσε να δοκιμάσω και στα αγγλικά, το προτιμώ κάποιες φορές, η ξένη γλώσσα προκαλεί μια ωραία μετατόπιση. Η τηλεόραση με αφορά επίσης, όταν γίνεται με σινεματικούς όρους. Δεν βιάζομαι. Θέλω να γίνονται ωραία τα πράγματα (στην ώρα τους).

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Ε.Α.: Βρίσκομαι σε μια αρκετά κομβική φάση, όπου γίνονται διάφορες συζητήσεις για τα επόμενα βήματα. Αυτή την περίοδο, παράλληλα με τις παραστάσεις, δουλεύουμε εντατικά με τους PAGAN πάνω σε νέες ηχογραφήσεις και επερχόμενες κυκλοφορίες, ενώ ταυτόχρονα, οργανώνουμε τις καλοκαιρινές μας συναυλίες, με αφετηρία το φεστιβάλ «Εύηχη Πόλη» στη Βέροια στις 19 Ιουνίου και τη μεγάλη μας συναυλία στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων στις 21 Ιουνίου. Στις 17 Μαΐου επίσης θα εμφανιστούμε στη Λάρισα στο Circus Entertainment Hub.

Θ.Σ.: Δεν κάνω σχέδια. Με εκπαιδεύει σ’ αυτό και το επάγγελμά μου με τη ροϊκότητά του, που μοιάζει με την ίδια τη ζωή ή με κάποιο παίγνιο, σα να ρίχνεις ζάρια! Προσπαθώ να φροντίζω τη σωματική και την ψυχική μου υγεία. Και να μαθαίνω από ό,τι συναπαντώ. Παράλληλα με την «Αστόρια» κάνω πρόβες για την «Εκάβη» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Στ. Λιβαθινού και μετάφραση Έλσας Ανδριανού, με την εκλεκτή ομάδα του Στ.Λ.. Η «Εκάβη» μας θα παιχτεί 25&26 Ιουνίου στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Τέλος, ανυπομονώ για τις καλοκαιρινές μας συναυλίες με τα Ζamominia!

Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση στον city guide της Athens Voice