Θεατρο - Οπερα

Ο Κώστας Γάκης σκηνοθετεί μια παράσταση που μας αφορά όλους

Η «Ιστορία ενός σκύλου που τον έλεγαν πιστό» σε κάνει να αναρωτιέσαι για τον τρόπο ζωής σου, για τη σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με τη φύση, για όλα όσα πάνε λάθος σε αυτόν τον κόσμο

56855-123975.JPG
Κατερίνα Βνάτσιου
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
2_small.jpg

Ο σκηνοθέτης Κώστας Γάκης μιλάει για το έργο του Λουίς Σεπούλβεδα «Η ιστορία ενός σκύλου που τον έλεγαν πιστό» στο Θέατρο Άλφα/ Ληναίος – Φωτίου.

Ο Λουίς Σεπούλβεδα υπήρξε συγγραφέας, δημοσιογράφος, σκηνοθέτης κι ακτιβιστής, μα πάνω απ’ όλα ένας φωτεινός άνθρωπος. Γεννήθηκε στη Χιλή, φυλακίστηκε στη χούντα του Πινοσέτ, βασανίστηκε, ελευθερώθηκε, έστησε μια παράνομη θεατρική ομάδα, φυλακίστηκε ξανά, εξορίστηκε, σάλπαρε με τα πλοία της Greanpeace και πέρασε μήνες βαθιά στον Αμαζόνιο ζώντας με τους ινδιάνους Σουάρ. Πέθανε από κορωνοϊό στις 16 Απριλίου του 2020, αλλά πριν φύγει, πρόλαβε να γράψει πολλά, από μυθιστορήματα μέχρι παιδικές ιστορίες. Τις τελευταίες γιατί, ήθελε να διηγηθεί στα δικά του παιδιά κάποιες απλές, αλλά οικουμενικές ιστορίες και να τους μεταδώσει έτσι τις αξίες στις οποίες εκείνος πίστευε. 

Η «Ιστορία ενός σκύλου που τον έλεγαν πιστό» είναι το τέταρτο παιδικό του βιβλίο. Έχει στην καρδιά του την οικολογία, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί έναν ύμνο στη φιλία. Όπως λέει ο ίδιος ο Σεπούλβεδα ο ύμνος αυτός γράφτηκε «για να στηρίξω με τον τρόπο μου τη φυλή των Μαπούτσε (σ.σ. φυλή από την οποία καταγόταν και ο ίδιος) που ζει αγνοημένη και παραγκωνισμένη απ’ όλες τις κυβερνήσεις της πατρίδας μου».

Το έργο αυτό παίζεται αυτές τις μέρες (μέχρι και τις 11 Απριλίου) στο θέατρο Άλφα/ Ληναίος – Φωτίου. Και η θεατρική του διασκευή δεν θα μπορούσε να πέσει σε καλύτερα χέρια, μια που την ανέλαβε ένας άνθρωπος που έχει περάσει όλα τα παιδικά του χρόνια «στα βουνά, στα βράχια, στη θάλασσα, στα κύματα, πάντα με ξυπόλητα πόδια». Ο (εξαιρετικός) σκηνοθέτης Κώστας Γάκης λέει ότι βρήκε το βιβλίο τυχαία στο κομοδίνο του βιβλιοφάγου πατέρα του. Το διάβασε απνευστί και ταυτίστηκε κατευθείαν.

Τον παρακολουθώ στη σκηνή να χαρίζει τη φωνή του στον Afmau, τον γερμανικό ποιμενικό της ιστορίας. Να τρέχει στα δάση του Αμαζονίου, να ζει παρέα με τη φυλή των Mapuche, τους Ανθρώπους της Γης, που τόσο βίαια εκδιώχθηκαν από τις μεγάλες εταιρείες υλοτομίας. Μαζί με τους συμπρωταγωνιστές του, τον Γιάννη Βασιλώττο, την Ελευθερία Μάζαρη και την Ιωάννα Παπακωνσταντίνου δημιουργούν ένα πολύ όμορφο σύνολο πάνω στη σκηνή, καθηλωτικό από την αρχή ως το τέλος του.

3_small.jpg

Είναι μία τρυφερή παράσταση, σε συγκινεί, αλλά –πιο σημαντικό- σε κάνει να σκέφτεσαι. Να αναρωτιέσαι για τον τρόπο ζωής σου, για τη σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με τη φύση, για όλα όσα πάνε λάθος σε αυτόν τον κόσμο. Να θέλεις να μιλήσεις με κάποιον, να συζητήσεις, να βρεις μια λύση. Ίσως για αυτό περισσότερο να παρέσυρα τον Κώστα Γάκη σε μια συζήτηση στο φουαγιέ του θεάτρου.

Ποιο πιστεύεις ότι είναι το πιο σημαντικό μήνυμα που μεταδίδει αυτή η παράσταση στον θεατή; Δηλαδή, αν θα ήθελες ένα πράγμα να κρατήσει τι θα ήταν αυτό;
Μου έρχεται κατευθείαν η λέξη ένωση, ίσως γιατί το πιο ουσιώδες που φέρει αυτή η φυλή των Ανθρώπων της Γης είναι αυτή η αίσθηση ότι βρίσκονται ενωμένοι με όλο το φυσικό περιβάλλον, αυτή η οργανικότητα, η αρμονία με τη φύση. Κοίτα, δεν θες να πεις ένα πράγμα μέσα από μία ιστορία, νομίζω ότι σε συγκινεί σε πάρα πολλά σημεία. Για παράδειγμα, το κομμάτι της φιλίας, βλέποντάς το μέσα από τα μάτια του ζώου, αποκτά ακόμα πιο βαθιά χαρακτηριστικά. Εγώ αισθάνομαι με αυτή την παράσταση ότι μιλάμε για κάθε κυνηγημένο, για κάθε κατατρεγμένο, από όλα αυτά που συμβαίνουν στους ανθρώπους στην Cosco μέχρι τη δίκη του Ζακ και τις γυναικοκτονίες. Εξάλλου το κείμενο είναι 80-85% σταθερό, αλλά αυτοσχεδιάζω πάρα πολύ στην αφήγηση του σκύλου. Έτσι υπάρχουν διάφορες αναφορές. Θέλω να επιμείνω πάρα πολύ σε αυτό γιατί δεν το έχουμε πει ποτέ καθαρά ότι το κομμάτι του αυτοσχεδιασμού της παράστασης και υπάρχει και με κάποιο τρόπο επικοινωνεί με πράγματα που συμβαίνουν στον παρόντα χρόνο. Οπότε για εμάς η παράσταση είναι και μια γέφυρα. Εκτός από μία αρμονία και μία ένωση με το φυσικό περιβάλλον, είναι και μία αρμονία και μία ένωση με το τι συμβαίνει γύρω μας στην κοινωνία.

Σε αυτό το πλαίσιο να αναφέρουμε ότι υπάρχουν και κάποιες οργανώσεις που ανεβαίνουν στη σκηνή στο τέλος της παράστασης. Πες μας λίγα λόγια για αυτές.
Αρχικά η παράσταση έχει την αιγίδα της Διεθνούς Αμνηστίας, της WWF και των Φυλών της Φύσης. Τη Δευτέρα, ας πούμε, έκανε μια μεγάλη κινητοποίηση η Διεθνής Αμνηστία όπου και δώσαμε τα έσοδα της παράστασης. Ξεκινάω από τη Διεθνή αμνηστία γιατί ο Λούις Σεπούλβεδα, φυλακισμένος από τη χούντα του Πινοσέτ απελευθερώθηκε από το γερμανικό τμήμα της Διεθνούς Αμνηστίας. Επίσης με τη WWF κάναμε ένα live με συζήτηση πάνω στην παράσταση και τα οικολογικά προτάγματά της. Αντίστοιχα ήρθαν Το Μωβ, αλλά και τα παιδιά του Save Your Hood, που είναι φοβεροί τύποι.

8_small.jpg

Γιατί αποφάσισες να συνδέσεις την παράσταση με αυτές τις οργανώσεις;
Έχω κουραστεί που πρέπει να μιλάμε μόνο για αυτό το κομματάκι της παράστασης  και από εκεί και πέρα δεν μιλάμε! Οπότε εμείς είπαμε «θα κάνουμε καλέσματα σε ενδιαφέρουσες συλλογικότητες να έρθουν στην παράστασή μας κι αν θέλουν να πουν και δυο λόγια μπορούν να το κάνουν». Αλλά εφόσον η λογική μας για αυτή τη γωνιά της Πατησίων είναι η λέξη «κοσμοαλλαχτική» και θέλουμε να αφήσουμε στον κόσμο ένα καλύτερο μέρος, ας δούμε ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι που όχι μόνο λένε, αλλά κάνουνε, και αυτά που κάνουνε έχουν ένα στίγμα αυτού που ονομάζω εγώ «μικρής, ανήσυχης εστίας» μέσα στην πόλη. Ξέρεις, στις παραστάσεις σήμερα είναι πολύ κοινό πια να εξυμνούν το dead end. Μόνο βία, μόνο drugs, μόνο βιασμοί, μόνο αυτό είναι η κοινωνία; Δεν είναι μόνο αυτό! Υπάρχουν αφηγήματα ανθρώπων, υπάρχουν φανταστικές ιστορίες γύρω μας, υπάρχει η γλύκα της ανθρώπινης ζεστασιάς. H ζωή τελικά είναι πάρα πολύ όμορφη. Αυτή η ομορφιά δεν είναι το επίκεντρο της τέχνης τελευταία.

Γιατί πιστεύεις συμβαίνει αυτό;
Δεν ξέρω. Έχω μια υποψία ότι πουλάει το να είμαστε συνέχεια φοβερά δυστυχισμένοι, εμείς οι καλλιτέχνες και φοβερά αδιεξοδικοί και μελαγχολικοί.

Μίλησέ μας λίγο για τα «σωματικά κρουστά». Νομίζω ότι παίζουν καίριο ρόλο στην παράσταση.
Η φράση μουσική του σώματος το εκφράζει πιο πολύ γιατί εμπεριέχει αποκρούσεις πάνω στο σώμα, αποκρούσεις στη γη ή σε αντικείμενα. Είναι σαν μία ορχήστρα, μια πολυφωνία με κρουστά. Ανιχνεύσαμε λοιπόν με τα παιδιά τι μπορούμε να κάνουμε… Το αντιμετωπίσαμε σαν μία παλέτα που μπορούν να παίξουν πολλά ηχητικά χρώματα. Εκεί, μας βοήθησε η Τζωρτζίνα Βαρδουλάκη η οποία είναι δασκάλα της μουσικής του σώματος και tap dancing, εκείνη λοιπόν μας δίδαξε κάποια σωματικά κρουστά. Για κάθε σκηνή του έργου βρήκαμε ένα ξεχωριστό χτύπημα. Πρόκειται για κανονική σύνθεση για αυτό υπάρχει στα credits της παράστασης το όνομα της Τζωρτζίνας.

Αυτοί οι ήχοι έχουν ιδιαίτερη επίδραση πάνω στους θεατές.
Μια νύχτα μετά την παράσταση ήρθε ένας τύπος και μου είπε: «Κοιτάξτε κύριε Γάκη, εμένα όλα αυτά με τους αγώνες της Λατινικής Αμερικής δεν μου λένε τίποτα. Με συγκινήσατε όμως πάρα πολύ, γιατί με άγγιξε στο κομμάτι της θεραπείας και νιώθω ότι μετά από την παράσταση αυτή είμαι θεραπευμένος». Έπειτα, μου ανέλυσε πώς όλο αυτό το σαμανιστικό κομμάτι, με τις πολυφωνίες και τις κρούσεις, εκείνον τον οδήγησε σε μια εμπειρία και σαν να γαλήνεψε. Αυτό, λοιπόν, η εμπειρία ενός ανθρώπου που στο πολιτικό σκέλος της παράστασης είναι αντίθετος και τον έπιασε η παράσταση κάπου αλλού, και τον έκανε να ξεκινήσει μια κουβέντα μετά από το έργο, είναι ίσως πιο σημαντικό από το να έρθουν οι άνθρωποι που έχουν ήδη μια ευαισθητοποίηση, μια πολιτικοποίηση και να σου πούνε «είναι σωστό αυτό που κάνεις». Είναι όμορφο να συναντιούνται μέσα στην κοινότητα άνθρωποι οι οποίοι κανονικά δεν θα συναντιόντουσαν. Γιατί οι άνθρωποι στην κουβέντα πάνω μπορούν να  βρούνε κάποιες λύσεις ικανές να απαλύνουν το κομμάτι της αδηφαγίας και του κανιβαλισμού, και εκεί ίσως να υπάρξει κάποια βελτίωση μέσα στα συμφραζόμενα αυτού του συστήματος του οποίου ζούμε.

6_small.jpg

Πάντως, το στοιχείο της ένωσης που αναφέρεις με διαφορετικά νοήματα από την αρχή, υπάρχει πάρα πολύ στις παραστάσεις σου. Και το λέω σαν θεατής. Εγώ νιώθω να ενώνομαι με όλο αυτό που συμβαίνει πάνω στη σκηνή.
Είναι από τους λόγους που ξεκίνησα να κάνω θέατρο και χαίρομαι πολύ που μου το δίνεις… Οι δικές μου παραστάσεις θέλω να ενώσουν τη φυλή. Θέλω να έρθουμε κοντά και να δούμε τι θα συμβεί. Ποια είναι τα πιθανά ενδεχόμενα τώρα που ήρθαμε μαζί;

Άκουσα έναν θεατή να σου λέει ότι μπήκε σε μια περίεργη ψυχολογική κατάσταση, νομίζω χρησιμοποίησε τη λέξη «έκσταση» κι εσύ ανταποκρίθηκες κουνώντας καταφατικά το κεφάλι. Ήταν λες και δεν άκουσες τίποτα παράξενο. Το κατανόησες αμέσως.
Η αρχική σκηνοθετική σκέψη είναι ότι αυτοί οι τέσσερις ξυπόλητοι άνθρωποι έχουν εκδιωχθεί από την πατρίδα, από τα δάση τους, και κάθε βράδυ στοιχειώνουν ένα θέατρο και ξανακάνουν τις τελετές μπροστά στα μάτια των άλλων. Οπότε πρέπει να φτιάξουν κάτι σαν αυτό που είχαν στο δάσος: τη φωτιά, τον ήχο. Μου έχουν πει «έβλεπα δέντρα, έβλεπα νερά, πού με πήγες; Είχα χαθεί!». Όλα αυτά όταν τα ακούμε σκέφτομαι ότι είναι όμορφο, δεν αισθάνομαι ότι είναι κάτι μεταφυσικό, αλλά μια λειτουργία της παράστασης.

Υπάρχει κάτι άλλο που θες να μοιραστείς;
Θέλω να πω για ένα-ένα από τα πλάσματα της παράστασης ότι είναι εξαιρετικοί σύντροφοι σε όλα τα επίπεδα της δουλειάς και αξίζει να σημειωθεί. Κατάγονται από διάφορα μέρη που τα φέρουνε πάνω στη σκηνή. Ο Γιάννης είναι από τη Ρόδο, η Ιωάννα από τη Λιβαδειά, η Ελευθερία από το δικό μου το χωριό στην Ικαρία και η Νατάσα Φαίη Κοσμίδου έχει το κομμάτι της ρίζας από την Ιρλανδία, που και αυτή είναι μια πολύ ωραία και ξεχωριστή «φυλή». Οπότε αξίζει και αυτό το κομμάτι λίγο να φωτιστεί: ότι πρόκειται για ανθρώπους που στέκονται αλληλέγγυοι σε όλα τα κομμάτια της δουλειάς, αλλά και ότι φέρουν μνήμες από τους τόπους τους πολύ ζωντανές. Εμένα μου αρέσει να σκέφτομαι ότι αυτός είναι ένας επαρχιώτικος θίασος που έχει πατήσει τη γη, έχει τρέξει τα βουνά, έχει ματώσει τα γόνατα. Είναι μια επαρχιακή ψωροπερηφάνια πολύ ωραία αυτή. Και νομίζω μας ένωσε.


Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση στο City Guide της ATHENS VOICE

ΠΡΟΣΦΑΤΑ