- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Locomondo – Μάρκος Κούμαρης: «Ο κόσμος χρειάζεται λιγότερη οθόνη και περισσότερο τίποτα»
Locomondo - Συνέντευξη: Ο Μάρκος Κούμαρης μιλάει για το επιδραστικό ελληνικό συγκρότημα που ταίριαξε τη ρέγκε με άλλα μουσικά ρεύματα και τη ζωή του, πριν τη μεγάλη τους συναυλία στην Τεχνόπολη.
Οι Locomondo είναι ένα ελληνικό παράδοξο. Ένα συγκρότημα που γεννήθηκε από τη συνάντηση της Τζαμάικα με τους Αμπελόκηπους, των μουσικών του δρόμου με το ρεμπέτικο, των φοιτητικών χρόνων στη Γερμανία με τα καλοκαίρια του Αιγαίου. Ένα σχήμα που μπόρεσε να πάρει έναν παγκόσμιο ήχο και να τον κάνει να μοιάζει σαν να υπήρχε πάντα εδώ. Μια παρέα που παρατηρούσε τον κόσμο, που έγραφε για την Αθήνα, για την τρέλα της καθημερινότητας, για την ελευθερία, για την ανάγκη να ξεφύγεις, να γελάσεις, να χορέψεις. Σε μια εποχή που όλοι βιάζονται να γίνουν viral, οι Locomondo μοιάζουν σχεδόν αναχρονιστικοί. Επιμένουν στη συναυλία ως εμπειρία, στην παρέα ως τρόπο ζωής και στη μουσική ως μέσο επικοινωνίας. Ίσως γι’ αυτό στις συναυλίες τους συναντάς πλέον τρεις γενιές ανθρώπων. Εκείνους που τους ανακάλυψαν στις αρχές των 00s, εκείνους που μεγάλωσαν μαζί τους και τα παιδιά που σήμερα χορεύουν μπροστά στη σκηνή.
Συναντάμε μια τρελή μέρα τον Μάρκο Κούμαρη, πριν οι Locomondo ξεκινήσουν τη νέα τους πανελλαδική περιοδεία από την Τεχνόπολη την Τετάρτη 24 Ιουνίου, με opening act τους Kapten από τη Θεσσαλονίκη. Και μετά από αρκετή ώρα συζήτησης καταλαβαίνουμε ότι πίσω από «τον ήχο του καλοκαιριού» κρύβεται μια πολύ συγκεκριμένη ιδέα για το πώς αξίζει να ζεις.
Ο Μάρκος Κούμαρης και η ιστορία πίσω από τη δημιουργία των Locomondo
— Πώς γεννήθηκαν οι Locomondo;
Ουσιαστικά όλα ξεκίνησαν όταν βγήκαμε από τον στρατό με τον Γιάννη Βαρνάβα. Ήμασταν μαζί στο Ναυτικό και ονειρευόμασταν να φτιάξουμε μια μπάντα και να παίξουμε τη δική μας μουσική. Κατά τη διάρκεια της θητείας μου με είχαν πάρει στην ορχήστρα του Ναυτικού, όπου συμμετείχαν εξαιρετικοί μουσικοί από πολύ διαφορετικούς χώρους. Εκεί γνώρισα ανθρώπους που έπαιζαν εκτός από λαϊκά και παραδοσιακά, τζαζ μέχρι και κλασική μουσική. Φαντάσου ότι λίγο πριν μπω στην ορχήστρα απολύονταν φοβεροί μουσικοί όπως ο Παπαστάμου, που έπαιζε με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, ο Γιάννης Πλαγιανάκος, που έπαιζε με τον Κότσιρα, αλλά και γνωστοί τραγουδιστές, όπως ο Σώτης Βολάνης και ο Πάνος Κιάμος.
Στην μπάντα είχαμε τότε στα πλήκτρα τον Σωτήρη Αγραφιώτη και μπουζούκι τον Παναγιώτη Κατρανίτσα, οι οποίοι είναι πλέον περιζήτητοι στην πιάτσα, είχαμε τον κλασικό κιθαρίστα Άρη Καραγιωργάκη και τον πολύ επιτυχημένο μαέστρο της Καμεράτας Γιώργο Πέτρου, επίσης τον Χρήστο Καρακατσάνη, φοβερό τζαζίστα και πολλούς άλλους. Ο εκπληκτικός βιολιστής Δημήτρης Γάσιας αργότερα συμμετείχε κανονικά στους Locomondo κι έπαιξε τουλάχιστον 10 χρόνια με το σχήμα.
Εγώ λοιπόν, παρότι είχα σπουδάσει τζαζ, ένιωθα ότι ήμουν ο τελευταίος τροχός της αμάξης. Υπήρχαν παιδιά που δεν ήξεραν νότες αλλά έπαιζαν από τα δεκατέσσερά τους σε πανηγύρια και έπαιζαν παπάδες, έπαιρναν το όργανο και το γάζωναν. Τους θαύμαζα.
Εκείνη την περίοδο με τον Γιάννη Βαρνάβα ακούγαμε πολύ Manu Chao και πειραματιζόμασταν βγάζοντας κομμάτια reggae με ελληνικό στίχο. Ξεκινήσαμε σαν μια μικρή παρέα τεσσάρων-πέντε ατόμων, που σε μεγάλο βαθμό παραμένει ο πυρήνας του συγκροτήματος μέχρι σήμερα. Το πρώτο μας live έγινε το 2003 σε ένα μπαρ στην Ερέτρια, τον Ωκυαλό. Παίξαμε κυρίως διασκευές του Μπομπ Μάρλεϊ και λίγα δικά μας τραγούδια. Δεν είχε πολύ κόσμο, αλλά περάσαμε υπέροχα. Εκείνη ήταν η πραγματική αρχή.
— Οι περισσότεροι συνδέουν τους Locomondo με το ελληνικό καλοκαίρι. Πότε καταλάβατε ότι το συγκρότημα είχε αρχίσει να μεγαλώνει;
Ευτυχώς άργησε πολύ να συμβεί αυτό. Το θεωρώ μεγάλο πλεονέκτημα. Ξεκινήσαμε το 2003, κυκλοφορήσαμε το πρώτο ολοκληρωμένο άλμπουμ το 2004 (υπό την επίβλεψη του μεγάλου Άκη Γκολφίδη), αλλά ο πολύς κόσμος άρχισε να έρχεται γύρω στο 2009-2010. Πριν απ’ αυτό παίζαμε κυρίως σε μικρά μπαρ και μουσικές σκηνές, όπως το After Dark και το Αλάβαστρον. Εκεί χτίστηκε ο ήχος της μπάντας. Όλα όσα κάνουμε σήμερα πάνω στη σκηνή –οι αυτοσχεδιασμοί, οι παύσεις, τα αστεία, οι εναλλαγές– δοκιμάστηκαν πρώτα μπροστά σε λίγες δεκάδες ανθρώπους. Πιστεύω ότι αυτό μας έσωσε. Όταν ήρθε η μεγάλη δημοσιότητα, η μπάντα ήταν ήδη δεμένη. Είχε μια ακλόνητη και δουλεμένη γκρούβα (πολλοί συνάδελφοι μουσικοί λένε ότι ίσως αυτό είναι το μεγάλο μας ατού) και ήταν ικανή να σταθεί και σε μεγάλα stages. Είχε ρεπερτόριο, είχε ήχο και ταυτότητα.
— Εσύ είχες ήδη περάσει από τη Γερμανία πριν επιστρέψεις στην Ελλάδα.
Ναι. Έφυγα αμέσως μετά το σχολείο, το 1992. Πήγα στη Γερμανία για να σπουδάσω Βιολογία. Παράλληλα όμως έπαιζα μουσική συνεχώς. Δούλευα σε ελληνικές βραδιές παίζοντας ρεμπέτικα και λαïκά, αλλά και ως δάσκαλος κιθάρας. Γύρισα όμως όλη τη Γερμανία παίζοντας με ένα θρυλικό πανκ γκρουπ. Για κάποιο διάστημα έπαιξα και με μουσικούς Ρομά της κεντρικής Ευρώπης , μακρινούς συγγενείς του Τζάνγκο Ράινχαρντ, που με αποδέχτηκαν και με πήραν μαζί σε κάποιες περιοδείες τους. Αυτό ήταν τεράστιο σχολείο. Δεν επιτρεπόταν καν να παίξεις σόλο. Σόλο έπαιζε μόνο ο αρχηγός – ο φύλαρχος. Εσύ επιτρεπόταν να παίξεις μόνο ρυθμό – rhythm guitar. Έμαθα πολλά απ’ αυτό. Όλη εκείνη η περίοδος ήταν ένα διαρκές μουσικό εργαστήριο. Στο τέλος απέκτησα και πτυχίο στην τζαζ και ποπ κιθάρα και στα φωνητικά από την Jazz & Rock School του Φράιμπουργκ. Συμμαθητής μου ήταν ο μετέπειτα κιθαρίστας των Reamonn, Ούβε Μπόσαρτ.
— Από πού ξεκίνησε η σχέση σου με τη μουσική;
Το πρώτο σοκ ήρθε όταν σε ηλικία 12 χρονών είδα τον Μπρους Σπρίνγκστιν στην τηλεόραση. Τότε υπήρχε μόνο το «Μουσικόραμα» οπότε δεν είχαμε και πολλές επιλογές. Σε αντίθεση με τα ποπ ονόματα της εποχής, ένιωσα ότι ο Μπρους είχε μια λαϊκή ειλικρίνεια, μια αθωότητα και ταυτόχρονα μια αστείρευτη δύναμη και ένα φοβερό βάθος στο γράψιμο. Αυτό με συγκλόνισε. Έφτασα στο σημείο το 1988 να πετάξω σαν ασυνόδευτο παιδί στη Φρανκφούρτη, όπου με παρέλαβε ένας φίλος μου και πήγαμε στη συναυλία του στο στάδιο της Άιντραχτ. Οι γονείς μου έβλεπαν την αγάπη μου για τη μουσική και με έβαλαν να μάθω πιάνο, αλλά δεν μου ταίριαζε. Έπρεπε να ακολουθείς την παρτιτούρα. Εγώ ήθελα να ξεφεύγω απ’ αυτήν, να αυτοσχεδιάζω, να είμαι ελεύθερος. Και φυσικά ήθελα κάτι που να βγάζει ροκ ήχο. Η πρώτη κιθάρα ήταν της αδερφής μου. Μια κλασική με νάιλον χορδές. Από τη στιγμή που την έπιασα, κόλλησα. Ο πρώτος μου δάσκαλoς, ο Παύλος Φασιανός (αδερφός του μεγάλου ζωγράφου), μου έμαθε τα πρώτα 2 ακόρντα και στο επόμενο μάθημα είχα ήδη ανακαλύψει μόνος μου άλλα δύο και είχα γράψει και το πρώτο μου τραγούδι. Εκεί κατάλαβα ότι αυτό ήταν το πάθος μου.
— Πόσο επηρέασε η Γερμανία τον τρόπο που βλέπεις την Ελλάδα;
Πολύ. Έζησα 10 χρόνια σε ένα περιβάλλον με πολύ ανοιχτή σκέψη. Οι συγκάτοικοί μου ήταν μουσικοί, χορευτές, κάποιοι δούλευαν σε τσίρκο, ακροβάτες, ίσως λίγο περιθωριακές φυσιογνωμίες, αλλά σίγουρα ελεύθερα μυαλά. Όταν, λοιπόν, γύρισα στην Ελλάδα, παρατήρησα ότι υπήρχαν εξαιρετικοί μουσικοί που έπαιζαν σε πολύ υψηλό επίπεδο, αλλά πολλές φορές περιορίζονταν στο να κάνουν μια ακριβή αναπαραγωγή κάποιου μουσικού είδους. Αυτό που ψάχναμε εμείς ήταν να κάνουμε κάτι πραγματικά δικό μας. Ακόμη κι όταν ξεκινήσαμε με τη ρέγκε, υπήρχαν άνθρωποι που έλεγαν ότι δεν παίζουμε «αυθεντική» ρέγκε. Όμως αυτό δεν μας ενδιέφερε. Μας ενδιέφερε να φτιάξουμε κάτι δικό μας, που να μιλάει σε όλους, που να συνδέει τη ρέγκε με την ελληνική γλώσσα και την ελληνική πραγματικότητα.
— Η μουσική μπορεί όντως να ενώσει διαφορετικούς λαούς;
Αυτή την παράμετρο την έζησα έντονα όταν περιοδεύαμε με τους Locomondo στη Γερμανία. Να πω ότι τη δεκαετία του ’90 η εντύπωση που εισέπραττα από τους Γερμανούς για την Ελλάδα ήταν συνήθως ιδιαίτερα θετική. Μόλις έλεγες ότι ήσουν Έλληνας, σε αντιμετώπιζαν με μεγάλη ζεστασιά. Λέγανε Theodorakis ή Kreta (με τη χαρακτηριστική προφορά τους) και σχεδόν δακρύζανε. Όσοι είχαν ταξιδέψει στην Ελλάδα είχαν κάποια ανάμνηση που τους είχε μαγέψει, το φαγητό, τα λαχανικά από τον κήπο, το λάδι και φυσικά τη μουσική, τον ήλιο, που τόσο τους λείπει, έναν έρωτα, μια φιλία και γενικότερα τη φιλοξενία των Ελλήνων των 70s/80s. Την περίοδο της οικονομικής κρίσης, όμως, άρχισε να υπάρχει ένταση ανάμεσα στις δύο χώρες. Οι Έλληνες κατηγορούσαν τους Γερμανούς, οι Γερμανοί κατηγορούσαν τους Έλληνες.
Με στεναχωρούσε αυτό, γιατί είχα ζήσει και είχα κάνει καλούς φίλους και στις δύο χώρες. Ενώ οι παλιοί Γερμανοί εξακολουθούσαν να είναι θετικά προσκείμενοι προς την Ελλάδα, οι νεότεροι, και ιδίως όσοι δεν είχαν ταξιδέψει, είχαν πιο αρνητική στάση. Τα στερεότυπα και από τις δύο πλευρές δίναν και παίρναν.
Τότε λοιπόν πολλοί άνθρωποι μου έλεγαν ότι οι συναυλίες μας λειτουργούσαν σαν μια μικρή γέφυρα ανάμεσα στους δύο λαούς. Αν αυτό ισχύει έστω και λίγο, χαίρομαι πολύ.
Σκέψου ότι το κοινό μας στη Γερμανία είναι το μισό Γερμανοί και το άλλο μισό Έλληνες. Στις συναυλίες τούς μιλάω ελληνικά , γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά και γενικότερα ό,τι χρειαστεί για να συνεννοηθούμε.
Μάλιστα, κάποια στιγμή γνωρίσαμε προσωπικά τον θρύλο Γερμανό τραγουδιστή/τραγουδοποιό Ούντο Γιούργκενς και με τις ευλογίες του κάναμε ελληνική ρέγκε διασκευή στο περίφημο «Griechischer Wein», κομμάτι που μιλάει με αγάπη για τους Έλληνες μετανάστες στη Γερμανία του 1960-70.
«Βρέθηκα τη δεκαετία του ’80 μικρό παιδάκι σε χώρες όπως Νεπάλ, Ινδία, Ναμίμπια, Μεξικό, Βόρνεο, Σουμάτρα, σε εποχές πολύ πρωτόγονες, που καμία σχέση δεν είχαν με τα ταξίδια που κάνουμε σήμερα. Τα παιδικά μου χρόνια είχαν μια μόνιμη αίσθηση ανασφάλειας, γιατί ήμασταν διαρκώς εν κινήσει και ποτέ δεν ήξερες τι θα ακολουθήσει.» — Μάρκος Κούμαρης, Locomondo
— Το τραγούδι «Στην Αθήνα» μοιάζει σήμερα σχεδόν προφητικό. Πώς βλέπεις την Αθήνα του 2026;
Υπάρχει μια διαρκής ένταση, όλοι μοιάζουν νευρωτικοί, έτοιμοι να εκραγούν με το παραμικρό. Βλέπω ανθρώπους σε μια κατάσταση μόνιμης υπερδιέγερσης. Ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει πραγματική παύση. Η δουλειά δεν τελειώνει στις πέντε το απόγευμα. Οι οθόνες μάς ακολουθούν παντού. Είμαστε διαθέσιμοι μέχρι τη στιγμή που θα κοιμηθούμε. Ξεκουραζόμαστε κοιτώντας οθόνες όπου πάντα κάτι συμβαίνει. Δεν σταματάμε ποτέ να εκθέτουμε τους εαυτούς μας σε ψηφιακά ερεθίσματα.
Το αποτέλεσμα είναι το νευρικό μας σύστημα να μην ξεκουράζεται ποτέ. Θυμάμαι πειράματα στη Βιολογία, όπου στριμώχνανε πολλά ποντίκια σε περιορισμένο χώρο για να μελετήσουν το στρες και την κορτιζόλη που παράγουν. Καμιά φορά νιώθω ότι οι μεγαλουπόλεις έχουν αρχίσει να μοιάζουν λίγο μ’ αυτά τα πειράματα. Κατ’ εμέ ο κόσμος χρειάζεται λιγότερη οθόνη και περισσότερο τίποτα. Κι όταν λέω τίποτα, εννοώ πραγματικά τίποτα. Παύση, κενό. Όχι Netflix. Όχι scrolling. Τίποτα. Να κάτσει κάποιος κάτω από ένα δέντρο, σ’ έναν κήπο , στη θάλασσα, χωρίς μουσική, χωρίς τίποτα, να επιτρέψει στο μυαλό να κάνει reset.
— Μίλησες αρκετές φορές για την ανάγκη του «χώρου». Γιατί είναι τόσο σημαντικός;
Γιατί χωρίς χώρο δεν υπάρχει τίποτα. Δεν υπάρχει εμπειρία σε βάθος. Η πληροφορία σήμερα δεν σταματάει ποτέ. Δεν προλαβαίνουμε να την επεξεργαστούμε. Η μουσική, η λογοτεχνία, η ποίηση χρειάζονται χώρο. Χρειάζονται σιωπή. Χρειάζονται χρόνο. Αν μιλήσουμε τώρα για δύο ώρες και μετά φύγω κι αρχίσω αμέσως να απαντάω σε τηλέφωνα, e-mail και μηνύματα, ένα μεγάλο μέρος της εμπειρίας αυτής της συζήτησης δεν προλαβαίνει να κατασταλάξει μέσα μας και χάνεται. Το ίδιο ισχύει και για τη δημιουργία. Προσωπικά, γράφω καλύτερα αργά το βράδυ, όταν όλοι κοιμούνται και πέφτουν οι ρυθμοί. Όταν το μυαλό σταματά να τρέχει. Εκεί νιώθω ότι είμαι πιο κοντά στην αλήθεια.
— Το χιούμορ που υπάρχει στους στίχους των Locomondo από πού προέρχεται;
Από την παρέα. Από τις ατέλειωτες ώρες που καθόμασταν μαζί χωρίς πρόγραμμα, χωρίς κινητά και χωρίς βιασύνη. Το χιούμορ γεννιέται μέσα από τη συναναστροφή. Σήμερα οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Οι άνθρωποι βρίσκονται στον ίδιο χώρο, αλλά πολλές φορές δεν επικοινωνούν πραγματικά. Και όσο αυξάνονται τα ερεθίσματα, τόσο πιο ακραίο πρέπει να γίνει κάτι για να σου τραβήξει την προσοχή. Το χιούμορ χρειάζεται χρόνο, παρατήρηση και ανθρώπινη επαφή.
— Πώς διαχειρίστηκες τη δημοσιότητα όταν οι Locomondo έγιναν πολύ γνωστοί;
Όσο μεγάλωνε η δημοσιότητα, τόσο περισσότερο εγώ κλεινόμουν. Παρατηρούσα πώς συμπεριφέρονταν οι θαυμαστές στους μεγάλους σταρ και πώς αντιμετώπιζαν οι σταρ τους θαυμαστές τους.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο καθένας έμοιαζε να καλύπτει μια ανάγκη του. Ο θαυμαστής καθρέφτιζε πάνω στο είδωλό του όλα αυτά που θα ήθελε να είναι το είδωλό του. Ο διάσημος κάλυπτε την ανάγκη του για θαυμασμό. Όλοι μαζί, δηλαδή, χαμένοι στη μετάφραση. Αυτό το πλαίσιο δυσκολεύει τις συνθήκες για υγιείς σχέσεις. Πολλές φορές κινδυνεύει και να διώξει από γύρω σου τους ανθρώπους που πραγματικά σου ταιριάζουν.
Υπάρχει βέβαια και κάτι άλλο, που είχε πει ο Ρομπέρτο Μπενίνι. Η διασημότητα σου αφαιρεί το «θεϊκό» χαρακτηριστικό της ανενόχλητης παρατήρησης. Όσο πιο γνωστός γίνεται κάποιος, τόσο πιο δύσκολο είναι να παρατηρεί τον κόσμο χωρίς ο παρατηρούμενος να αλλάζει συμπεριφορά.
Είναι πολύ σημαντικό για έναν ποιητή, έναν συγγραφέα, έναν σκηνοθέτη να μπορεί να κάτσει σ’ ένα τρόλεϊ, σ’ ένα καφέ, σ’ ένα παγκάκι και να παρατηρεί –απαρατήρητος– τη συμπεριφορά των γύρω του. Να αντλήσει δηλαδή έμπνευση από αληθινές και όχι στημένες συμπεριφορές.
Σήμερα αντί να την αποφεύγουν όλοι, φαίνεται να κυνηγούν τη δημοσιότητα π.χ. μέσα από τα social media. Και έχω την αίσθηση ότι κάποιοι αρχίζουν να καταλαβαίνουν πως μακροπρόθεσμα αυτό δεν θα τους οδηγήσει στην ευτυχία. Βλέπω ανθρώπους που ασχολούνται χρόνια μ’ αυτό και εκπέμπουν μια κούραση, μια υπερκόπωση από την υπερέκθεση.
Φαντάσου να περνάς όλη σου τη ζωή ασχολούμενος αποκλειστικά και μόνο με τον εαυτό σου, με το πώς φαίνεσαι, τι ανέβασες, πώς σε είδαν οι άλλοι.
Για μένα αυτό μοιάζει περισσότερο με φυλακή παρά με ελευθερία. Υπάρχουν τόσα ενδιαφέροντα πράγματα εκεί έξω για να παρατηρήσεις, να μάθεις, να καταλάβεις.
— Πώς οι Locomondo μπήκαν στον κινηματογραφικό κόσμο του Φατίχ Ακίν και το «Soul Kitchen»;
Ήταν πραγματικά λαχείο. Παίζαμε σ’ ένα ημι-καταληψιακό υπόγειο στο Αμβούργο, τρεις ορόφους κάτω απ’ τη γη. Κοιμόμασταν σ’ έναν χώρο με μεταλλικές κουκέτες, σκόνη, μία τουαλέτα όλοι μαζί, χειμώνα, χωρίς θέρμανση, μόνο ένα μικρό αερόθερμο. Και σ’ αυτό το μέρος ήρθε ο Φατίχ Ακίν. Μας είδε, μας γούσταρε και είπε «τους θέλω αυτούς». Ήθελε τη «Φραγκοσυριανή» για την ταινία. Και ξαφνικά, από κείνο το υπόγειο, το επόμενο πλάνο ήταν να είμαστε με κοστούμια στη Βενετία, στα κόκκινα χαλιά, να περνάει η Μόνικα Μπελούτσι και να παίζει η «Φραγκοσυριανή» των Locomondo στο «Soul Kitchen». Ήταν απίστευτο. Ο Φατίχ μάς γούσταρε πολύ κι εμείς το ίδιο. Ερχόταν στις συναυλίες, ίδρωνε, έκανε μέχρι και stage diving. Μας έκλεισε και συναυλία στην Κωνσταντινούπολη, όπου παίξαμε στο Babylon.
«Υπάρχει μια διαρκής ένταση, όλοι μοιάζουν νευρωτικοί, έτοιμοι να εκραγούν με το παραμικρό. Βλέπω ανθρώπους σε μια κατάσταση μόνιμης υπερδιέγερσης. Ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει πραγματική παύση. Η δουλειά δεν τελειώνει στις πέντε το απόγευμα. Οι οθόνες μάς ακολουθούν παντού. Είμαστε διαθέσιμοι μέχρι τη στιγμή που θα κοιμηθούμε.» — Μάρκος Κούμαρης, Locomondo
— Πώς ήταν η εμπειρία της Τζαμάικα;
Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ρίσκα που έχουμε πάρει. Έγινε το εγχείρημα που σημάδεψε το γκρουπ για πάντα. Φαντάσου ότι στη χώρα υπήρχε πολλή βία τότε. Έξι φόνοι τη μέρα – η πιο βίαιη χώρα της Καραϊβικής. Πήγαμε να γράψουμε μουσική και βρεθήκαμε σε μια πραγματικότητα που δεν είχε καμία σχέση με όσα φανταζόμασταν. Κάποια στιγμή καταλήξαμε σ’ ένα φοβερό στούντιο στο Port Antonio, όπου πριν από μας είχαν ηχογραφήσει οι Gorillaz και μετά από μας θα έμπαινε η Σινέντ Ο’Κόνορ. Ζήσαμε απίστευτες καταστάσεις. Ήταν χάος. Τα βράδια, όταν γράφαμε στο στούντιο, μας φυλάγανε με ματσέτες, τη μέρα παιδιά από συμμορίες παρακαλούσαν να συμμετάσχουν στον δίσκο και μέσα σ’ όλα αυτά ο Βιν Γκόρντον, ο θρυλικός τρομπονίστας του Μπομπ Μάρλεϊ να μας καθοδηγεί.
— Οι γονείς σου ταξίδευαν;
Πάρα πολύ. Και όχι με την έννοια του τουρισμού. Κάθε ταξίδι ήταν μια περιπέτεια. Η μητέρα μου ήταν δασκάλα γερμανικών και ο πατέρας μου δάσκαλος ιταλικών, αλλά είχαν μια απίστευτη αγάπη για την εξερεύνηση. Ο πατέρας μου ήταν γεννημένος το 1920 και είχε μεγαλώσει θαυμάζοντας τους μεγάλους εξερευνητές Μαγγελάνο, Αμέριγκο Βεσπούτσι κτλ. και τους νεώτερους Σκοτ, Άμουντσεν και όλες αυτές τις μορφές που έπαιζαν τη ζωή τους κορόνα-γράμματα θέλοντας να ανακαλύψουν τον κόσμο. Είχε μπαρκάρει στο εμπορικό ναυτικό τη δεκαετία του ’50, αργότερα έγινε διακεκριμένος ορειβάτης και γενικότερα είχε πάθος με το βουνό και τη θάλασσα. Να φανταστείς, οι γονείς μου πήγαν γαμήλιο ταξίδι στη Γροιλανδία, στους Ινουίτ, το 1960. Το παγοθραυστικό που τους μετέφερε την επόμενη χρονιά βούλιαξε. Είχανε πάει τη δεκαετία του 1960 με το βεσπάκι (μια Lambretta) από την Αθήνα ως το Nord Cap στη Νορβηγία.
Μιλάμε για τέτοιους ανθρώπους. Μεγάλωσα μέσα σ’ αυτή τη λογική. Η αδερφή μου κι εγώ ταξιδέψαμε στα πιο απομακρυσμένα μέρη. Ήταν σκληρό για ένα παιδί, αλλά σίγουρα μοναδικό. Θυμάμαι να τρώμε επί βδομάδες μόνο κρακεράκια και Zwan. Δεν ήξερες ποτέ τι σε περίμενε στο επόμενο μέρος. Βρέθηκα τη δεκαετία του ’80 μικρό παιδάκι σε χώρες όπως Νεπάλ, Ινδία, Ναμίμπια, Μεξικό, Βόρνεο, Σουμάτρα, σε εποχές πολύ πρωτόγονες, που καμία σχέση δεν είχαν με τα ταξίδια που κάνουμε σήμερα. Τα παιδικά μου χρόνια είχαν μια μόνιμη αίσθηση ανασφάλειας, γιατί ήμασταν διαρκώς εν κινήσει και ποτέ δεν ήξερες τι θα ακολουθήσει.
Αλλά ταυτόχρονα μου χάρισαν εικόνες και παραστάσεις ανεκτίμητες. Με βοήθησαν πολύ να αποκτήσω μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα του κόσμου. Νομίζω ότι αυτή η περιέργεια για τον κόσμο με ακολούθησε αργότερα και στη μουσική.
— Τι είναι τελικά αυτό που σε γοήτευσε στη ρέγκε;
Η γκρούβα. Υπάρχει κάτι πολύ αρχέγονο σ’ αυτόν τον ρυθμό. Κάτι που συνδέεται με τα αφρικανικά τύμπανα και με μια πολύ παλιά ανθρώπινη μνήμη. Η ρέγκε δεν είναι απλή μουσική. Φαίνεται εύκολη, αλλά δεν είναι. Ίσως το πιο δύσκολο που καταφέραμε ήταν να παντρέψουμε αυτή την γκρούβα με την ελληνική γλώσσα. Όχι μόνο με τις λέξεις, αλλά με τους φθόγγους, τον ήχο των λέξεων. Γιατί ο τρόπος που εκφέρεται ο φθόγγος κουβαλάει ενέργεια.
— Οι συναυλίες σας είναι σχεδόν πάντα χορευτικές. Τι σημαίνει αυτό για σένα;
Είναι ίσως το σημαντικότερο πράγμα. Τη στιγμή που ο κόσμος αρχίζει να χορεύει, ανοίγει πιο πολύ ο δίαυλος επικοινωνίας. Δεν ανταλλάσσουμε πια μόνο λόγια ή νοήματα. Δεν επικοινωνούμε μόνο με το μυαλό. Ανταλλάσσουμε ενέργεια. Και τότε όλα γίνονται πιο ουσιαστικά. Η συναυλία παύει να είναι μόνο μια οπτικοακουστική παράσταση και γίνεται μια ολοκληρωμένη εμπειρία.
— Έχεις πει πολλές φορές ότι στις συναυλίες σου δίνεις ιδιαίτερη σημασία στα παιδιά. Γιατί;
Συγκινούμαι πολύ όταν βλέπω παιδιά μπροστά στη σκηνή. Καταρχάς μου φτιάχνουν αμέσως τη διάθεση. Έχουν μια αγνότητα και μια αθωότητα που είναι σχεδόν θεϊκό στοιχείο. Ταυτόχρονα, όμως, ανησυχώ και γι’ αυτά. Τα παιδιά είναι πολύ πιο ευαίσθητα στις εντάσεις απ’ ό,τι εμείς οι μεγάλοι. Πάντα κοιτάζω να μην είναι πολύ κοντά στα ηχεία και συχνά κάνω νόημα στους γονείς να πάνε λίγο πιο πίσω. Το σκέφτομαι πραγματικά. Αλλά, όταν τα βλέπω να χορεύουν και να συμμετέχουν πλημμυρίζω από χαρά. Έχουν μια ειλικρίνεια, δεν προσποιούνται. Αν ένα παιδί βαρεθεί, θα το καταλάβεις αμέσως. Αν περνάει καλά, επίσης θα το καταλάβεις αμέσως.