- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Οι τελευταίοι βιολάρηδες της Κύπρου
Η εθνομουσικολόγος Νικολέττα Δημητρίου μιλά στην ATHENS VOICE για τον «Κύπριο βιολάρη», το ντοκιμαντέρ που κατέγραψε τις ζωές των τελευταίων παραδοσιακών μουσικών της Κύπρου
Όταν το βιολί αφηγείται την ιστορία της Κύπρου - Από τα πανηγύρια και τους γάμους μέχρι τη συλλογική μνήμη, η έρευνα που τιμήθηκε με το Grand Prix της Europa Nostra
Πριν μερικά χρόνια, η επιθυμία μου να γράψω ένα μυθιστόρημα που θα ακουμπούσε ένα θέμα που έμεινε στις υποσημειώσεις της ιστορίας —αναφέρομαι στην απίστευτη ιστορία του τέταρτου σώματος στρατού που έφερε επτά χιλιάδες φαντάρους στην πόλη του Γκαίρλιτς της Γερμανίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου— μου επεφύλασσε πολλές εκπλήξεις. Μια από αυτές ήταν το γεγονός ότι ο μεγάλος βυζαντινολόγος August Heisenberg είχε τη μοναδική έμπνευση να καταγράψει ηχητικά τις διαλέκτους και τις παραδόσεις χιλιάδων Ελλήνων από κάθε γωνιά της χώρας τους· άλλες που αφορούσαν τη μουσική και άλλες τη γλώσσα και τη λογοτεχνία.
Γι’ αυτό και η πρόσφατη βράβευση από την Europa Nostra ενός ανάλογου ερευνητικού έργου έχει για μένα ιδιαίτερο βάρος. Και κάτι λίγο παραπάνω, γιατί αυτό το έργο ανήκει στην Κύπρια ερευνήτρια Νικολέττα Δημητρίου και αφορά μια μεγάλη παράδοση της πατρίδας μου. «Ο Κύπριος βιολάρης» είναι ένα μακροπρόθεσμο εθνογραφικό ερευνητικό έργο που καταγράφει τις ιστορίες ζωής μερικών από τους τελευταίους επιζώντες παραδοσιακούς μουσικούς της Κύπρου, τόσο Ελληνοκυπρίων όσο και Τουρκοκυπρίων.
Το έργο, το οποίο ξεκίνησε και διηύθυνε η Δρ Νικολέττα Δημητρίου, συνδυάζει εθνομουσικολογία, προφορική ιστορία και οπτικοακουστική έρευνα για να καταγράψει μια επαγγελματική ομάδα που έχει σε μεγάλο βαθμό εξαφανιστεί. Το εξαιρετικό προϊόν της έρευνάς της για το οποίο βραβεύτηκε αποτελεί ένα βιβλίο, ένα ντοκιμαντέρ, την ιστοσελίδα και φυσικά, τα περισσότερα από15 χρόνια επιτόπιας έρευνας. Η κα Δημητρίου μίλησε στην ATHENS VOICE για το ιδιαίτερα εμπνευσμένο αυτό έργο της.
— Θερμά συγχαρητήρια για τη σημαντική βράβευση του έργου σας, κυρία Δημητρίου. Το βάρος που έχει το βραβείο Grand Prix από έναν οργανισμό όπως η Europa Nostra —ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλες επιλογές— είναι εξαιρετικά σημαντικό. Αυτό που με εξέπληξε παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ ήταν πως οι άνθρωποι που μιλούν μαζί σας, οι βιολάρηδες, δεν μοιάζουν πικραμένοι για κάτι που χάνεται. Μοιάζουν χορτασμένοι από αυτό που έζησαν. Περίμενα να συναντήσω περισσότερη θλίψη. Αντί γι’ αυτό, είδα χαρά, χιούμορ, περηφάνια. Ίσως γιατί οι άνθρωποι αυτοί δεν βίωναν τη μουσική ως «μουσειακό αντικείμενο», αλλά ως την ίδια τη ζωή τους — γάμους, γιορτές, πανηγύρια, κοινότητα. Σας εξέπληξε κι εσάς αυτή η ηρεμία απέναντι στον χρόνο;
Είναι λογικό οι άνθρωποι αυτοί να μη βίωναν τη μουσική ως «μουσειακό αντικείμενο», γιατί δεν τη θαύμαζαν εκ του μακρόθεν αλλά τη ζούσαν. Αυτή ήταν η ζωή τους. Όταν μου αφηγούνταν τις ιστορίες τους, δεν αφηγούνταν κάτι το ιδεατό, αλλά κάτι πολύ απτό: αυτά που οι ίδιοι είχαν βιώσει. Και ήταν χαρούμενοι που τους δινόταν η ευκαιρία, στη δύση της ζωής τους, να αναλογιστούν αυτά που είχαν ζήσει στα νιάτα τους και να τα ξαναζήσουν μέσα από την αφήγησή τους. Οι βιολάρηδες που συναντήσατε έπαιζαν μουσική αντιλαμβανόμενοι πως έτσι διατηρούν μια παράδοση ή απλώς επειδή αυτός ήταν ο τρόπος ζωής τους; Η έννοια της παράδοσης είναι κάτι που εμείς δημιουργήσαμε σε πρόσφατες δεκαετίες, προκειμένου να περιγράψουμε κάτι εκ των υστέρων. Πενήντα, εξήντα, εβδομήντα χρόνια πριν, οι μουσικοί δεν έλεγαν «έλα να παίξουμε παραδοσιακή μουσική». Έλεγαν «έλα να πούμε το τάδε τραγούδι» ή «έλα να παίξουμε τον τάδε χορό». Όλα αυτά περί διατήρησης κ.λπ. είναι δικές μας ανησυχίες, τώρα που ο τρόπος ζωής του παρελθόντος (που πολλές φορές εξιδανικεύουμε) έχει φύγει ανεπιστρεπτί. Οι άνθρωποι από τους οποίους πήρα συνέντευξη ζούσαν απλώς την εποχή τους, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν.
— Είχατε την αίσθηση ότι, μέσα από τις αφηγήσεις τους, η μουσική λειτουργούσε περισσότερο ως μνήμη κοινότητας παρά ως τέχνη;
Και πάλι θέτετε εδώ την έννοια της μνήμης, η μνήμη όμως απασχολεί εμάς στο σήμερα. Η μουσική παλαιότερα ήταν κάτι το απαραίτητο για την κοινότητα, όχι σε επίπεδο μνήμης (π.χ. «αυτό θα μας συνδέσει με το παρελθόν μας», που είναι μια αφηρημένη σκέψη), αλλά πρακτικά, ως μια απαραίτητη «υπηρεσία», αν θέλετε: αφενός βοηθούσε στο να γίνουν δυνατές μια σειρά από τελετουργίες που σχετίζονταν με τον γάμο, και αφετέρου πρόσφερε ψυχαγωγία, τόσο στη διασκέδαση που ακολουθούσε τον γάμο, όσο και σε πανηγύρια, γιορτές κ.λπ. Οι ίδιοι οι βιολάρηδες πάντως, όταν μιλούν για το επάγγελμά τους, αναφέρονται σ’ αυτό περισσότερο ως χειρωνακτική εργασία παρά ως καλλιτεχνία. Η διάκριση που θέλω να κάνω εδώ είναι μεταξύ αυτού που στα Αγγλικά θα ονομάζαμε craft, αντί art. Αυτό γίνεται φανερό όταν συγκρίνουν το επάγγελμά τους με άλλες εργασίες, όπως π.χ. το να είναι κανείς χτίστης ή παπουτσής ή μαραγκός κ.λπ. Μέσα από τις αφηγήσεις τους διαφαίνεται, λοιπόν, ότι οι ίδιοι είχαν την αίσθηση ότι πρόσφεραν μια υπηρεσία.
— Όταν ακούγατε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους βιολάρηδες να μιλούν, νιώθατε πως μιλούσαν για «δύο παραδόσεις» ή για έναν κοινό κόσμο που κάποτε υπήρχε;
Δεν είναι ούτε ακριβώς το ένα, αλλά ούτε και το άλλο. Δηλαδή υπήρχε ένας κοινός κόσμος, αλλά, και πάλι, αυτό το «κοινό» σήμερα τείνουμε να το εξιδανικεύουμε. Το «κοινό» δεν σήμαινε απαραιτήτως «το ίδιο για όλους», «ταυτόσημο». Μέσα στο «κοινό», πριν από το 1963, χωρούσαν όλων των ειδών οι διαφορές και οι αποκλίσεις. (Εδώ ταιριάζει το μότο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, «in varietate concordia»· ενωμένοι στην πολυμορφία.) Για παράδειγμα, τα μουσικά κομμάτια που δεν στηρίζονται στα λόγια, όπως είναι οι περισσότεροι χοροί, ήταν λίγο-πολύ τα ίδια και στις δύο κοινότητες. Εκεί όμως όπου έμπαινε η γλώσσα, ο στίχος, σαφώς και υπήρχαν διαφορές. Δεν τραγουδούσε όλος ο κόσμος τα ίδια τραγούδια. Και εδώ δεν αναφέρομαι μόνο σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, αλλά και σε διαφορές ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και ανάμεσα σε Τουρκοκύπριους. Η μουσική, όπως και η διάλεκτος, είχε τοπικές διαφορές και παραλλαγές, γιατί πολλοί άνθρωποι γεννιούνταν και πέθαιναν στο χωριό τους, χωρίς απαραιτήτως να έχουν επιρροές από άλλες, μακρινές σ’ αυτούς, κοινότητες. Η εξομάλυνση στη μουσική και τη διάλεκτο της Κύπρου ήρθε πολύ αργότερα.
— Είδα πως θελήσατε να σταθείτε όχι μόνο στον ίδιο τον βιολάρη, αλλά και στη γυναίκα δίπλα του· στον ρόλο της, στα συναισθήματά της, ακόμη και στις σπάνιες περιπτώσεις όπου συμμετείχε η ίδια στη μουσική πράξη. Μέσα από τις αφηγήσεις τους ένιωσα πως οι γυναίκες αυτές κουβαλούσαν έναν σιωπηλό αλλά ουσιαστικό κόσμο. Τι νιώσατε εσείς προσεγγίζοντάς τες;
Ο ρόλος των γυναικών στη μουσική στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα ήταν αντίστοιχος με τον ρόλο της γυναίκας γενικά στη δημόσια σφαίρα. Στην παραδοσιακή κυπριακή κοινωνία –όπως και σε πολλές άλλες μεσογειακές, και όχι μόνο, κοινωνίες– υπήρχε σαφής διάκριση μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου βίου. Ενώ οι άντρες μπορούσαν να παίζουν μουσική, να τραγουδούν και να χορεύουν χωρίς κανέναν περιορισμό τόσο ιδιωτικά όσο και δημόσια, οι γυναίκες μπορούσαν να εκτελούν μουσική ή να χορεύουν (μεταξύ τους, με τους συζύγους ή άλλους άντρες της οικογένειάς τους) μόνο στο σπίτι ή μπροστά σε συγγενείς και πολύ στενούς φίλους. Παρόλ’ αυτά, ορισμένες γυναίκες κατάφερναν να ξεφύγουν από αυτόν τον αυστηρό διαχωρισμό και να παίζουν μουσική και δημόσια. Αυτές ήταν συνήθως γυναίκες με κάποια αναπηρία (π.χ. τυφλές), που έπρεπε να κερδίσουν τα προς το ζην, ή γυναίκες των οποίων είτε η όψη είτε η συμπεριφορά διέφερε από το γυναικείο στερεότυπο της εποχής. Στην έρευνα μίλησα με αρκετές γυναίκες που τραγουδούσαν, αλλά δεν πρόλαβα καμιά παλιά βιολάρενα εν ζωή. Μίλησα όμως με τις γυναίκες των βιολάρηδων, για να δω πώς οι ίδιες έβλεπαν το επάγγελμα του συζύγου τους και τι σήμαινε γι’ αυτές κοινωνικά.
— Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή αυτής της έρευνας; Όχι τεχνικά· ανθρώπινα.
Εδώ το ανθρώπινο ήταν και τεχνικό και το αντίστροφο. Εξαρχής η έρευνα αυτή αφορούσε σε άτομα πολύ προχωρημένης ηλικίας. Επομένως η δυσκολία ήταν το να μπορέσουμε να συνομιλήσουμε με τους μουσικούς όσο ήταν καλά στην υγεία τους και μπορούσαν να μοιραστούν τις αναμνήσεις τους μαζί μας. Πολλές φορές, από το ένα ταξίδι στο άλλο (στις αρχές της έρευνας, ζούσα ακόμα στο εξωτερικό), έβρισκα ολοένα και λιγότερους μουσικούς εν ζωή. Υπήρχε λοιπόν μια αίσθηση του κατεπείγοντος από την αρχή.
— Πώς νιώθετε που ένα έργο για κάτι τόσο τοπικό και τόσο —επιτρέψτε μου— «μικρό», τον Κύπριο βιολάρη, βρήκε τόσο μεγάλη ευρωπαϊκή ανταπόκριση;
Το έργο αυτό κατά κάποιο τρόπο συνομιλεί με όλους και όλες μας: οι ιστορίες των παλιών μουσικών ίσως να μας θυμίζουν τους δικούς μας παππούδες ή τον δικό μας «παλιό κόσμο». Νομίζω ότι, είτε είναι κανείς από την Κύπρο είτε από κάπου αλλού, αυτή είναι μια λίγο-πολύ κοινή αίσθηση. Από κει και πέρα, πιστεύω πως και στην Ευρώπη, όπως και διεθνώς, υπάρχει πια μια κατανόηση για τη σημασία που έχει αυτή η «ιστορία από κάτω προς τα πάνω», όπως συχνά ονομάζεται η προφορική ιστορία. Αυτές οι φαινομενικά «μικρές ιστορίες» είναι αυτές που βιώνουμε όλοι και όλες στη ζωή μας και όχι η Ιστορία με Ι κεφαλαίο.
— Αν έπρεπε να κρατήσετε έναν μόνο ήχο από όλη αυτή τη διαδρομή, ποιος θα ήταν; Το ίδιο το βιολί ή οι φωνές των ανθρώπων που μίλησαν γι’ αυτό;
Κρατάω στη μνήμη μου τις φωνές, τον ιδιαίτερο τρόπο ομιλίας του καθενός, τις τοπικές τους διαλέκτους, αλλά και τα πρόσωπά τους, τον τρόπο έκφρασής τους όταν μιλούσαν για τη ζωή τους. Πολλές φορές στην αρχή της συνέντευξης συναντούσα ηλικιωμένους, καταβεβλημένους μουσικούς. Μέχρι το τέλος της συνέντευξης, όταν ξαναζούσαν τα νιάτα τους μέσα από τα δικά τους λεγόμενα, είχα μπροστά μου ανθρώπους γεμάτους χαρά για τη ζωή. Οι βιολάρηδες στην ταινία και το βιβλίο μοιάζουν να νοσταλγούν λιγότερο το ίδιο το βιολί και περισσότερο έναν τρόπο επικοινωνίας με τους ανθρώπους.
— Σαν να χάθηκε από τον κόσμο μας μια αμεσότητα, μια χαρά, μια «συνομιλία» με τον κόσμο. Μήπως τελικά αυτό είναι το μεγαλύτερο τέλος;
Θα προσπαθήσω ν’ αποφύγω για άλλη μια φορά την εξιδανίκευση. Οι περισσότεροι από μας νοσταλγούμε αυτά που εμείς ξέραμε στο δικό μας παρελθόν· είναι στη φύση του ανθρώπου. Νοσταλγούμε τη δική μας γιαγιά, τη δική μας γειτονιά, το δικό μας σχολείο, το φαΐ της δικής μας μητέρας. Έτσι λοιπόν κι οι βιολάρηδες νοσταλγούν τον κόσμο όπως εκείνοι τον ήξεραν, τον δικό τους τρόπο επικοινωνίας και διασκέδασης. Μαζί νοσταλγούν επίσης τα νιάτα τους και, πολλοί από αυτούς, τα χωριά που αναγκάστηκαν ν’ αφήσουν πίσω το 1974. Το βιολί και η μουσική ήταν μόνο η αφορμή για να θυμηθούν και να μιλήσουν για όλα εκείνα που είχαν περάσει στη ζωή τους. Γι’ αυτό και Ο Κύπριος βιολάρης, ως ερευνητικό πρόγραμμα στην ολότητά του, δεν καταγράφει απλώς ιστορίες ζωής μεμονωμένων μουσικών, αλλά την κοινωνική και πολιτισμική ιστορία της Κύπρου στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα.
* Η Δρ Νικολέττα Δημητρίου είναι εθνομουσικολόγος με ειδίκευση στην κυπριακή παραδοσιακή μουσική και την προφορική ποίηση. Είναι συγγραφέας του βιβλίου Ο Κύπριος βιολάρης: Η προφορική ιστορία μιας επαγγελματικής τάξης στον εικοστό αιώνα (Ψηφίδες, 2022), επιμελήτρια ενός τρίτομου corpus με θέμα τον διαγωνισμό τσιαττίσματος στον Κατακλυσμό Λάρνακας (Αρχεία Λάρνακας Φοίβος Σταυρίδης, 2018-21) και συνεπιμελήτρια του συλλογικού τόμου Music in Cyprus (Routledge, 2015). Υπήρξε ερευνητική εταίρος στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (2011-19), υπότροφος του Ιδρύματος Fulbright στο Πανεπιστήμιο Στόκτον (2017), επισκέπτρια ερευνήτρια Ελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον (2019) και EU Widening Fellow στο Πανεπιστήμιο Κύπρου (2019-21). Από το 2022 διευθύνει το Αρχείο Κυπριακής Μουσικής. Περισσότερες πληροφορίες για τον Κύπριο βιολάρη (συμπεριλαμβανομένου του βιβλίου και του ντοκιμαντέρ), μπορείτε να βρείτε στο thecypriotfiddler.com.