Μουσικη

Vinicio Capossela: «Ο Μάρκος Βαμβακάρης θα με συγκινεί πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε αλγόριθμο»

Ο Ιταλός τροβαδούρος μιλάει στην ATHENS VOICE για το ρεμπέτικο, την Αθήνα, τον Όμηρο, τη μουσική και τη μνήμη της

Γιώργος Φλωράκης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Την Τρίτη 9 Ιουνίου, ο Vinicio Capossela, ένας από τους πιο πολυσχιδείς Ιταλούς καλλιτέχνες, έρχεται ξανά στην Αθήνα για να ανοίξει το πρόγραμμα του φετινού Φ Hill Sessions στο θέατρο «Δόρα Στράτου».

Θα μπορούσε να συμπεριλάβουμε τον Vinicio Capossela στους Έλληνες καλλιτέχνες. Κι αυτό γιατί έχει συνεργαστεί με πολλούς ντόπιους μουσικούς, έχει δημιουργήσει μια στενή σχέση με το ρεμπέτικο κι επιστρέφει στην Αθήνα όσο πιο συχνά μπορεί. Εκείνο που διαχωρίζει τον Capossela από μια σειρά άλλων καλλιτεχνών που έχουν οικειοποιηθεί ξένα πολιτισμικά σύμβολα είναι ότι, ενώ αρκετοί το κάνουν με αποικιακό τρόπο, εκείνος προτάσσει ένα στοιχείο ηθικό. Όπως λέει και σ’ αυτήν εδώ τη συζήτηση, είναι σημαντικό «να ορίζεις για τον εαυτό σου έναν προσωπικό ηθικό κώδικα». Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το ζήτημα της ποιότητας. Ίσως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η μουσική του παραμένει ζωντανή κι ενδιαφέρουσα μετά από 35 και πλέον χρόνια καριέρας.

Ο Vinicio Capossela μιλάει στην ATHENS VOICE λίγες ημέρες πριν από την εμφάνισή του στο πλαίσιο του Φ hill Sessions 2026 στον λόφο Φιλοπάππου.

- Η καριέρα σας ξεκίνησε με τη noir αισθητική και τις jazz επιρροές των αρχών της δεκαετίας του ’90 και έκτοτε έχει μεταμορφωθεί σε μια «φαντασμαγορική Οδύσσεια». Κοιτάζοντας πίσω στο ντεμπούτο σας, το «All'una e trentacinque circa», τι νιώθετε ότι έχει αλλάξει μέσα σε αυτά τα 35 χρόνια;

Βλέπω ότι είστε καλά ενημερωμένος και μου αρέσει που ξεκινάμε αυτή τη συνέντευξη σαν να πρόκειται για μια ιστορία κατασκοπείας. Από την αρχή, αυτό που καθόρισε τα μουσικά μου ενδιαφέροντα προήλθε από ειλικρινείς μορφές ερωτικής έλξης - έναν έρωτα που δεν αφορούσε μόνο τη μουσική, αλλά και τη λογοτεχνία. Έτσι, τα τραγούδια ακολούθησαν μια διαδρομή στενά συνδεδεμένη με τη βιογραφία μου. Στην αρχή ήταν τραγούδια προ-βιογραφικά, επειδή η εμπειρία της ζωής δεν είχε ακόμη έρθει. Στη συνέχεια έγιναν βιογραφικά και αργότερα ξεπέρασαν τα όρια της προσωπικής μου ιστορίας και στράφηκαν προς έναν ευρύτερο βίο: εκείνον του ανθρώπου, του ανθρώπου όπως τον αντιλαμβάνονταν οι αρχαίοι Έλληνες - το ον που υψώνει το βλέμμα προς τα πάνω, που κουβαλά τη συνείδηση της ιστορίας και του θανάτου και που κοιτάζει τον ουρανό αναζητώντας απαντήσεις.

Vinicio Capossela © Elettra Mallaby

- Από τον Δάντη και τον Όμηρο μέχρι τον Μέλβιλ και τον Σελίν, το έργο σας μοιάζει με έναν διαρκή διάλογο με τους γίγαντες της λογοτεχνίας. Όταν ξεκινάτε ένα νέο πρότζεκτ, η μουσική γεννιέται συνήθως από τον ρυθμό των λέξεων ή είναι τα λογοτεχνικά θέματα που αναζητούν έναν συγκεκριμένο ήχο;

Ισχύουν και τα δύο. Τα λογοτεχνικά θέματα μπορούν να προσφέρουν έναν ορίζοντα μέσα στον οποίο κινούμαστε· μπορούν να μας επιτρέψουν να κατοικήσουμε τον μύθο, τις παραδειγματικές ιστορίες που μιλούν και για εμάς, αλλά με έναν τρόπο πιο προσωπικό και ταυτόχρονα πιο ευρύ. Το να δοθεί ήχος σε αυτές τις εικόνες και τις υποβολές είναι το μυστηριώδες έργο των τραγουδιών. Ο ήχος προέρχεται από τις λέξεις, αλλά και από τη χροιά των μουσικών οργάνων που επιλέγουμε να χρησιμοποιήσουμε. Οι λέξεις έχουν ήχο, όμως είναι σαν μικρές βάρκες που χρειάζονται μια θάλασσα για να ανοιχτούν στο πέλαγος· και αυτό το στοιχείο που επιτρέπει το ταξίδι είναι το άυλο στοιχείο της μουσικής.

- Το άλμπουμ σας του 2023, Tredici canzoni urgenti, γεννήθηκε μέσα από μια αίσθηση «κινδύνου και αναγκαιότητας». Σε μια εποχή που κυριαρχείται από γρήγορους ψηφιακούς αλγόριθμους, πιστεύετε ότι το «αργό» μέσο του τραγουδιού παραμένει αποτελεσματικό;

Το τραγούδι, όπως μας θυμίζουν οι αρχαίοι αοιδοί, είναι κάτι έμφυτο στον άνθρωπο. Ωστόσο, όπως και πολλές άλλες εκφράσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας, μπορεί να αντικατασταθεί και να εκτελείται από τους αριθμούς αντί για εμάς. Η διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη - και πιθανότατα θα αποδειχθεί πολύ πιο ριζική από την τελευταία βιομηχανική επανάσταση ως προς τον τρόπο που αλλάζει τη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του - βρίσκεται ακόμη στην αρχή της, και δεν μπορώ να φανταστώ πού θα μας οδηγήσει. Από τη σκοπιά της εμπορικής μουσικής, είμαστε ασφαλώς αντικαταστάσιμοι και επιδεχόμαστε «βελτίωση». Όμως η βαθιά προσωπική μας σχέση με τα τραγούδια εξαρτάται από εμάς και μας ανήκει. Προσωπικά, ο Μάρκος Βαμβακάρης θα συνεχίσει να με συγκινεί πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε αλγόριθμο.

- Έχετε μιλήσει για το πώς η έννοια της «λάθος πλευράς» έχει εργαλειοποιηθεί στη σύγχρονη πολιτική. Πώς μπορεί η μουσική να μας βοηθήσει να ανακτήσουμε μια αίσθηση ανθρωπιάς και δικαιοσύνης όταν η ίδια η γλώσσα του «σωστού» και του «λάθους» μοιάζει να έχει καταρρεύσει;

Η γλώσσα μπορεί να μπερδευτεί, τα μηνύματα επίσης, και όλα μπορούν να παραποιηθούν σε μαζική κλίμακα. Ακριβώς γι’ αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να γίνουμε πιο δυνατοί και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποια είναι η πλευρά του δίκαιου και ποια η πλευρά του άδικου, και να αποφασίζουμε πού στεκόμαστε. Για εμένα αυτή ήταν η μεγαλύτερη διδασκαλία των παλιών ρεμπετών: ακόμη και μέσα στη στέρηση και τη φτώχεια, να ορίζεις για τον εαυτό σου έναν προσωπικό ηθικό κώδικα.

- Στο «Bene rifugio» υπονοείτε ότι η αγάπη είναι μια επανάσταση και μια «σκηνή» όπου ο πόλεμος δεν μπορεί να εισβάλει. Πρόκειται για ποιητικό ιδεαλισμό ή πιστεύετε πραγματικά ότι η τέχνη μπορεί να προσφέρει ένα κυριολεκτικό καταφύγιο απέναντι στην «τοξική κουλτούρα» που περιγράφετε;

Δεν είναι η τέχνη, αλλά αυτό στο οποίο αποδίδουμε ιερότητα. Αυτή η εικόνα προέρχεται από την Ιλιάδα του Ομήρου. Βρισκόμαστε μέσα σε έναν άγριο πόλεμο, όμως εξακολουθεί να διατηρείται ένας χώρος ανθρωπιάς - για παράδειγμα, το καταφύγιο μιας σκηνής. Εναπόκειται σε εμάς να αποφασίσουμε τι αξίζει να προστατευθεί μέσα σε αυτόν τον χώρο, ποια είναι τα αληθινά μας καταφύγια, πέρα από εκείνα που ορίζονται από τους οικονομικούς κανόνες.

Vinicio Capossela © Charlélie Marangé

- Έχετε περιγράψει το ρεμπέτικο όχι ως μουσικό είδος αλλά ως μια «ζωντανή πράξη αντίστασης». Η συνεργασία σας με τον Μανώλη Πάππο, τον Βασίλη Μασσαλά και την οικογένεια Ξυλούρη είναι πλέον θρυλική. Πώς επηρέασαν αυτοί οι Έλληνες δεξιοτέχνες την τεχνική σας προσέγγιση στο μπουζούκι και γενικότερα τη «σωματικότητα» της μουσικής σας; Και τι ήταν αυτό στη «μουσική των λιμανιών» και στη μορφή του ρεμπέτη που συντονίστηκε τόσο βαθιά με τις δικές σας ιταλικές ρίζες;

Την πρώτη φορά που μπήκα σε μια ταβέρνα και άκουσα αυτή τη μουσική ανάμεσα σε ανθρώπους που μιλούσαν, έτρωγαν και τραγουδούσαν, είχα την αίσθηση ότι συμμετείχα σε μια συνωμοσία. Από την πρώτη στιγμή, η δύναμη αυτής της μουσικής σε οδηγούσε στην ηρωική πλευρά της ζωής, ακόμη κι αν δεν καταλάβαινες τις λέξεις. Αυτή η αίσθηση ηρωισμού γεννιέται από το να κρατάς την πλάτη σου όρθια και να αποδέχεσαι τον θάνατο ως μέρος της ζωής. Με τον Πάππο ηχογραφήσαμε τραγούδια που είχα ήδη γράψει, αλλά υποβλήθηκαν στην πειθαρχία του ρεμπέτικου. Γι’ αυτό ονομάσαμε εκείνον τον δίσκο «Rebetiko Gymnastas». Δεν είναι ένας αυθεντικός δίσκος ρεμπέτικου, αλλά μια ευκαιρία να εξασκήσεις τον «ρεμπετισμό» - ας μου επιτραπεί η έκφραση. Η οικογένεια Ξυλούρη είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία: το να γνωρίσω τον Ψαραντώνη και τους γιους του ήταν μια εμπειρία σχεδόν θεογονίας.

- Τι σημαίνει για εσάς η επιστροφή στην Αθήνα σε αυτή τη φάση της ζωής σας;

Αγαπώ βαθιά την Αθήνα, το τσιμέντο της που κρύβει ποίηση. Μαζί με το Μπουένος Άιρες είναι οι δύο αγαπημένες μου πόλεις, γιατί στους δρόμους τους κυλά η αστική μουσική της απουσίας και η μεγάλη λαϊκή μυθολογία. Στην Αθήνα γνώρισα τον Μανώλη Πάππο, την Καίτη Ντάλη και αργότερα τον Δημήτρη Μυστακίδη. Ηχογραφήσαμε στα ιστορικά Sierra Studios, ενώ έξω επικρατούσαν οι σαράντα πέντε ξηροί βαθμοί της Αττικής. Παίξαμε στο Half Note και στο Λυκαβηττό ως καλεσμένοι της Δήμητρας Γαλάνη. Ελπίζω η Αθήνα να διατηρήσει ανέπαφη τη μεγάλη αναρχική της ψυχή, να μην επικρατήσει ο εξευγενισμός των γειτονιών και τα Εξάρχεια να μη μετατραπούν σε συνοικία για χίπστερ. Το να παίζω τώρα, το 2026, είναι σαν να ξαναβρίσκω κομμάτια του εαυτού μου διάσπαρτα μέσα σε μια εικοσαετή ιστορία αγάπης.