Μουσικη

Ναταλία Γεράκη: «Στην Αλεξάνδρεια οφείλει τα μέγιστα και η ελλαδική κοινωνία»

Μιλήσαμε με τη διεθνώς καταξιωμένη φλαουτίστα με αφορμή το βιβλίο της «Opus Alexandrinum»

elisavet-papadopoulou.jpg
Ελισάβετ Παπαδοπούλου
ΤΕΥΧΟΣ 991
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ναταλία Γεράκη: Η διεθνώς καταξιωμένη φλαουτίστα μιλά στην Athens Voice
© Τάσος Ανέστης

Το βιβλίο «Opus Alexandrinum» της φλαουτίστα Ναταλίας Γεράκη πραγματεύεται τη λόγια μουσική δραστηριότητα των Αλεξανδρινών από τα τέλη του 19ου έως τα μέσα του 20ού αιώνα

Σολίστ με πλούσια συναυλιακή και διδακτική δραστηριότητα, η Ναταλία Γεράκη αποτελεί μία από τις πλέον καταξιωμένες Ελληνίδες φλαουτίστες στη διεθνή μουσική σκηνή. Πρόσφατα βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου, στο πλαίσιο συνεδρίου για τον εορτασμό της πόλης ως Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Μεσογείου, παρουσίασε στη Βιβλιοθήκη Αλεξάνδρειας το «Opus Alexandrinum», την έρευνά της που φωτίζει τη λόγια μουσική δραστηριότητα των Αλεξανδρινών, αλλά και στο Κάιρο, όπου, ως προσκεκλημένη του Αιγυπτιακού Πανεπιστημίου Τεχνών, έδωσε masterclass μουσικής δωματίου.

Με αυτή την ευκαιρία, κι επειδή η Αλεξάνδρεια ως μύθος δεν μας εγκατέλειψε ποτέ αλλά ούτε κι εμείς την αφαιρέσαμε από τη δική μας μυθολογία, η κουβέντα μου με τη Ναταλία Γεράκη επικεντρώνεται στην Αλεξάνδρεια: σε ό,τι απέμεινε από την άλλοτε λαμπερή μητρόπολη, σε όσα μελέτησε και είδε η ίδια εκεί, καθώς και σε όσα κατέγραψε για τη μουσική της στο βιβλίο/CD «Opus Alexandrinum - Η μουσική των Ελλήνων της Αλεξάνδρειας», που εκδόθηκε το 2024 από το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού. Καθώς τα πιο πολλά πράγματα στη ζωή συνδέονται, ξεκίνησα τη συζήτηση ρωτώντας τη για το φλάουτο και την ιδιαίτερη σύνδεσή του με τον πολιτισμό της Αλεξάνδρειας.

Το φλάουτο, ο πολιτισμός της Αλεξάνδρειας και το «Opus Alexandrinum»

«Αυτή είναι μια ερώτηση που μου αρέσει, μια και αγαπώ πολύ ό,τι σχετίζεται με την ελληνική ιστορία και αρχαιολογία – θα είχα γίνει ιστορικός, αν η μουσική δεν είχε μπει με σαρωτική ένταση στη ζωή μου. Τώρα, σε ό,τι αφορά την παρουσία του φλάουτου στην Αλεξάνδρεια –στην Αίγυπτο γενικότερα– ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους έχουμε εκεί πολλά είδη αυλών. Αλλά μια και μας ενδιαφέρει ειδικότερα η ελληνιστική Αλεξάνδρεια, εκεί ο πλαγίαυλος ήταν το αγαπημένο όργανο των διανοούμενων και οι χαρισματικοί αυλητές απολάμβαναν κοινωνική αποδοχή και τιμές. Ήταν δηλαδή επώνυμοι, περιζήτητοι "καλλιτέχνες" (όπως στην Ευρώπη της Αναγέννησης και μετέπειτα) κι όχι απλοί "τεχνίτες του Διονύσου" (όπως ονόμαζαν τους μουσικούς στην κλασική Αθήνα). Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, τις επαγγελματίες αυλητρίδες Μνήσιδα και Ποθεινή, οι οποίες υπήρξαν "σταρ" με υψηλό "κασέ". Ο πλαγίαυλος που κυρίως έπαιζαν στην Αλεξάνδρεια ήταν ο φώτιγξ, ο οποίος συνόδευε τις δεήσεις των Αλεξανδρινών προς τον θεό Σέραπιν.

Ναταλία Γεράκη: Η διεθνώς καταξιωμένη φλαουτίστα μιλά στην Athens Voice
© Τάσος Ανέστης

— Επειδή ούτε εγώ ούτε οι αναγνώστες, υποθέτω, γνωρίζουν τη διαφορά μεταξύ πλαγίαυλου και αυλού, καθώς και τη σχέση τους με το σημερινό (ευρωπαϊκό) φλάουτο, θα μπορούσατε να μας μιλήσετε γι’ αυτά;

Ο πλαγίαυλος ή πλάγιος αυλός είναι κατά βάση το φλάουτο που παίζεται στο πλάι. Στην αρχαιότητα πλαγίαυλους έπαιζαν κυρίως στην Ανατολή, στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία. Στην Ελλάδα έπαιζαν πρωτίστως ευθύαυλους, που τους κρατούσαν μπροστά, σε ευθεία προέκταση από το στόμα. Ο πιο σημαντικός αυλός των Ελλήνων ήταν ο δίαυλος (δύο αυλοί που παίζονταν ταυτόχρονα από έναν αυλητή). Ο περισσότερος κόσμος τον γνωρίζει από τον περίφημο «Αυλητή» – το κυκλαδικό ειδώλιο που εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Ο δίαυλος ήταν το κύριο όργανο του αρχαίου δράματος και ο ρόλος του, πέρα από τη μουσική ερμηνεία, ήταν να συντονίζει το τραγούδι και την κίνηση του χορού με τους υποκριτές.

Σε ό,τι αφορά το παίξιμο του πλαγίαυλου, εικάζεται πως οι Έλληνες δέχθηκαν επιρροές από την Ανατολή. Οι πλαγίαυλοι που έχουν βρεθεί σε ανασκαφές στην Ελλάδα είναι κυρίως της ελληνιστικής εποχής. Κάποιοι φέρουν μικρές οπές, που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι διέθεταν μια πρωτόλεια μορφή μηχανισμού με κάποια λίγα κλειδιά! Αυτό είναι εκπληκτικό, γιατί σημαίνει πως ήδη στην αρχαιότητα είχε επινοηθεί ένας υποτυπώδης, έστω, μηχανισμός για το παίξιμο του αυλού· και αυτό δύο χιλιετίες πριν από την επινόηση του μηχανισμού του σύγχρονου ευρωπαϊκού φλάουτου!

Μέσα από τον ελληνικό κόσμο, το πλάγιο φλάουτο της αρχαιότητας πέρασε και στους Ρωμαίους, και μ’ αυτόν τον τρόπο στη Δύση. Στην κεντρική Ευρώπη υπήρχαν βέβαια από τους προϊστορικούς χρόνους φλάουτα διαφόρων μορφών. Αυτά συν το κληροδότημα των Ελλήνων οδήγησαν στα φλάουτα του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης· και στη συνέχεια στο ξύλινο φλάουτο «τραβέρσο» της μπαρόκ εποχής, το οποίο με τη σειρά του εξελίχθηκε στο σύγχρονο μεταλλικό φλάουτο που παίζουμε σήμερα σε όλον τον κόσμο.

Ναταλία Γεράκη, Opus Alexandrinum, εκδ. Ελληνικό Ίδρυμα  Πολιτισμού (νυν Ελληνικό Ίδρυμα Βιβλίου και Πολιτισμού)

— Το «Opus Alexandrinum», το οποίο γράψατε, σε ποια περίοδο της Αλεξάνδρειας αναφέρεται;
Μιλά καταρχάς για τη λαμπρότητα της πτολεμαϊκής και ρωμαϊκής Αλεξάνδρειας· έπειτα για την επιτυχία και τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε ο ελληνισμός της νεότερης Αλεξάνδρειας στην οικονομική και πολιτισμική της ζωή· κυρίως, όμως, μιλά για τη μουσική ζωή της ελληνικής παροικίας –και πιο συγκεκριμένα για τη λόγια (την «κλασική») μουσική της– από τα τέλη του 19ου έως τα μέσα του 20ού αιώνα.

— Είναι η περίοδος της ελληνικής εποποιίας στην Αίγυπτο.

Σωστά. Από τα μέσα του 19ου αιώνα άρχισε να αναπτύσσεται ειδικά στην Αλεξάνδρεια μια πολύ δυνατή ελληνική κοινότητα. Η ευμάρειά της καθόρισε το πολιτισμικό γίγνεσθαι ολόκληρης της Αιγύπτου και έτρεφε έναν κοσμοπολιτισμό, που θα λέγαμε πως παρέπεμπε στον κοσμοπολιτισμό της αρχαίας πόλης. Στην Αλεξάνδρεια, και στον αιγυπτιώτη ελληνισμό γενικότερα, οφείλει τα μέγιστα και η ελλαδική κοινωνία γιατί το ελληνικό κράτος κατάφερε να αναπτυχθεί σε μεγάλο βαθμό χάρη στον πλούτο (οικονομικό και πνευματικό) των Αλεξανδρινών. Μπορούμε, λοιπόν, να φανταστούμε πως υπό αυτές τις συνθήκες η ελληνική παροικία, που είχε αναπτυχθεί σε όλα τα πεδία, θα ήταν παράδοξο να μην ανέπτυσσε και μια αξιοθαύμαστη μουσική δραστηριότητα.

— Ποια ακριβώς ήταν λοιπόν η μουσική τους;

Οι Έλληνες της Αλεξάνδρειας, όντας σε ανταγωνισμό και αλληλοεπίδραση με τις άλλες ευρωπαϊκές κοινότητες της πόλης, πρόβαλαν επιτακτικά το ευρωπαϊκό τους πρόσωπο, ήθελαν να δείχνουν πως ήταν και εκείνοι Ευρωπαίοι. Παρότι έφεραν προφανώς και τις παραδοσιακές μουσικές από τους τόπους της απώτερης καταγωγής τους (κυρίως από τα νησιά και την Ήπειρο), εξαρχής (από τα μέσα του 19ου αιώνα δηλαδή), πολύ συνειδητά ανέπτυξαν και πρόβαλαν την κλασική μουσική της Ελλάδας. Και αυτή ήταν η μουσική της Επτανησιακής Σχολής (δηλαδή η μουσική που άκμαζε στα Επτάνησα κατά τον 19ο μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα, και ήταν επηρεασμένη από την ιταλική όπερα και τη γερμανική κλασική παράδοση). Από την Αλεξάνδρεια πέρασαν –άλλος για σύντομο και άλλος για μεγαλύτερο διάστημα– οι κορυφαίοι της Επτανησιακής Μουσικής Σχολής.

Οι Αιγύπτιοι μάς αποκαλούν «Γιουνάν», δηλαδή «Ίωνες»! Μας υπενθυμίζουν την ταυτότητά μας, γυρίζοντάς μας 2.600 χρόνια πίσω. Αυτό το βρίσκω καταπληκτικό!

— Τι παρήγαγαν μουσικά οι Αλεξανδρινοί που τους καθιστά ξεχωριστούς σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα ή και τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κοινότητες της Αιγύπτου;

Φανταστείτε την πόλη ως μια μεγάλη, αδιάλειπτη καλλιτεχνική σκηνή. Οι εκεί Έλληνες –που αποτελούσαν την πολυπληθέστερη ξένη κοινότητα– είχαν πρώτα απ’ όλα έναν θαυμαστά μεγάλο αριθμό μουσικών συνόλων (φιλαρμονικές, ορχήστρες, χορωδίες, μαντολινάτες) και καλλιτεχνικών σωματίων. Οπότε υπήρξε υπερδραστηριότητα σε ό,τι αφορά τις συναυλίες, τις παραγωγές όπερας και οπερέτας, τα ρεσιτάλ σολιστών με προέλευση από την Αίγυπτο, την Ελλάδα αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη. Τις συναυλίες των Ελλήνων παρακολουθούσε και η διεθνής κοινότητα της πόλης, όπως βέβαια και οι Έλληνες τις εκδηλώσεις των άλλων ξένων, οπότε προέκυπτε άμιλλα και υψηλό επίπεδο.

Διέθεταν, επίσης, το δικό τους εξαιρετικής αισθητικής και ακουστικής ευρωπαϊκό θέατρο, το περίφημο Ζιζίνια – μια αλεξανδρινή, μικρή «Σκάλα του Μιλάνου», θα λέγαμε! Ο Στέφανος Ζιζίνιας, που το ανήγειρε το 1865, ήταν επιφανής Αλεξανδρινός έμπορος. Σας περνά από το μυαλό πως ένας σημερινός εύπορος επιχειρηματίας θα έβρισκε ευχαρίστηση στο να χτίσει ένα θέατρο; Αυτό λέει πολλά για την κουλτούρα των Αιγυπτιωτών Ελλήνων. Στη σκηνή του Ζιζίνια ανέβηκαν πολυάριθμες παραγωγές ευρωπαϊκών θιάσων, θεάτρου και όπερας, με πρωταγωνιστές διάσημους καλλιτέχνες της εποχής. Για να φανταστείτε την απήχηση της ελληνικής καλλιτεχνικής δραστηριότητας στην Αλεξάνδρεια, παραγωγή της όπερας «Μαντάμα Μπατερφλάι» παρακολούθησε από τα θεωρία του Ζιζίνια και ο ίδιος ο συνθέτης της, ο Τζάκομο Πουτσίνι!

Έπειτα, οι Αλεξανδρινοί ανέπτυξαν το δικό τους μουσικό είδος, τη λεγόμενη «αλεξανδρινή οπερέτα» (είδος ελαφράς όπερας), καθώς και τα «αλεξανδρινά τραγούδια», όπως αντίστοιχα είχαν η Σμύρνη και η Πόλη τα τραγούδια τους (τα «σμυρναίικα» και τα «πολίτικα»). Επίσης, το κοινό της Αλεξάνδρειας ήταν ιδιαίτερο, είχε γνώση και αισθητική, οπότε ήταν απαιτητικό. Αλλά συγχρόνως ήταν και πολύ γενναιόδωρο. Οι Ελλαδίτες καλλιτέχνες «έκαναν σαν τρελοί» για να ταξιδέψουν και να παίξουν στην Αλεξάνδρεια, γιατί εκεί, όσοι κρίνονταν άξιοι, λάμβαναν θερμή υποδοχή, φιλοξενία, δώρα και πλούσια ανταμοιβή, που ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα δεν βίωναν στην Ελλάδα.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στην εξυψωμένη θέση των γυναικών στην καλλιτεχνική κοινωνία, αφού πολλές Αλεξανδρινές μουσικοί άνθισαν σε εποχές που, ακόμα και στην Ευρώπη, οι γυναίκες ήταν κατά κανόνα αποκλεισμένες από τον επαγγελματικό μουσικό χώρο. Ποια άλλη κοινωνία της εποχής διέθετε όλα αυτά τα συστατικά;

Ναταλία Γεράκη: Η διεθνώς καταξιωμένη φλαουτίστα μιλά στην Athens Voice
© Τάσος Ανέστης

— Τι έχει απομείνει από την άλλοτε πλούσια μουσική δραστηριότητα των Αλεξανδρινών;

Εντός του περίφημου Ελληνικού Τετραγώνου (Quartier Grec) στo Σάτμπι έχει διαμορφωθεί το Μουσείο Μουσικής «Χρήστος Νεαμονίτης». Η αίθουσα του μουσείου στεγάζει, πέρα από μαθήματα μουσικής, το πλούσιο αρχειακό υλικό της Ελληνικής Φιλαρμονικής Αλεξανδρείας, του πρώτου και μακροβιότερου ελληνικού μουσικού συνόλου της πόλης (ιδρύθηκε το 1893). Είναι συγκινητικό να κρατάς στα χέρια σου τις ιστορικές παρτιτούρες που φυλάσσονται εκεί, χειρόγραφες πάρτες που γράφτηκαν για το κάθε όργανο με τόσο μεράκι, με τόση επιμέλεια και φινέτσα. Στις προθήκες της αίθουσας φυλάσσονται δεκάδες πνευστά –φλάουτα, κλαρινέτα, σαξόφωνα, τρομπέτες, κόρνα, τούμπες, ευφώνια–, καλά όργανα, φερμένα τότε από την Ευρώπη, που πέρασαν ένδοξες εποχές, αλλά σήμερα στέκουν «κουρασμένα».

Επίσης, πολλές παρτιτούρες των «αλεξανδρινών τραγουδιών», που είχαν εκδοθεί από τους πολυάριθμους ελληνικούς εκδοτικούς οίκους της Αλεξάνδρειας, τις βρίσκουμε σήμερα σε αρχεία στην Ελλάδα, όπως στη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ή στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης και συγκεκριμένα στη συλλογή Ελληνισμού Αιγύπτου ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν τα φυσικά τεκμήρια ενός πλούσιου μουσικού παρελθόντος. Ως άυλη πολιτιστική κληρονομιά, ωστόσο, οι Αλεξανδρινοί έφεραν την παράδοση των περίφημων ποιητικών και μουσικών σουαρέ που οργάνωναν στα σαλόνια τους, καθώς βέβαια και τη μουσική (και όχι μόνο) παιδεία και τον κοσμοπολιτισμό τους.

Ναταλία Γεράκη: Η διεθνώς καταξιωμένη φλαουτίστα μιλά στην Athens Voice
© Τάσος Ανέστης

Ο ελληνισμός της Αιγύπτου σήμερα

— Τι δυνάμεις έχει σήμερα η αλεξανδρινή κοινότητα; Και ποια σημεία της πόλης εξακολουθούν να λειτουργούν ως αναφορές για τον ελληνισμό της Αλεξάνδρειας;

Η Αλεξάνδρεια εκτιμάται πως, πριν από τις μαζικές φυγές της δεκαετίας του 1950 (εξαιτίας της πολιτικής του Νάσερ), έφτανε τους 150.000 Έλληνες – σύμφωνα με κάποιες πηγές και τους 200.000. Σήμερα έχουν απομείνει λιγότεροι από 800 – είναι δύσκολο να καταμετρηθούν με ακρίβεια, λόγω των πολλών μεικτών γάμων. Η Ελληνική Κοινότητα Αλεξανδρείας (ΕΚΑ) έχει σήμερα να διαχειριστεί μια τεράστια κληρονομιά, υλική και πνευματική, και να αντιμετωπίσει δημογραφικές και οικονομικές δυσκολίες. Πρόκειται όμως για μια πολύ θαρραλέα ομάδα· το παλεύει. Είναι η πρώτη ελληνική κοινότητα στην Αίγυπτο (ιδρύθηκε το 1843), οπότε θεμελιώθηκε και το περίφημο Ελληνικό Τετράγωνο –ένα ολόκληρο κτιριακό συγκρότημα πολλών δεκάδων χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων– στο Σάτμπι, την αριστοκρατική συνοικία των Ελλήνων. Στην ίδια περιοχή βρισκόταν στην αρχαιότητα το Βρούχειον, η ελληνική βασιλική συνοικία και ταυτόχρονα το πνευματικό κέντρο της αρχαίας πόλης, όπως και η περίφημη Βιβλιοθήκη Αλεξανδρείας. Εκεί ανοικοδομήθηκε και η εντυπωσιακή σύγχρονη Βιβλιοθήκη. Πρόκειται για μια συμβολική συνέχεια: το ελληνικό στοιχείο διατηρεί παρουσία στην ίδια περιοχή της αρχαίας και της νεότερης πόλης.

Είναι λοιπόν συγκινητικό να περιηγείσαι μέσα στην ΕΚΑ, να συνομιλείς με τους ανθρώπους της, που έχουν πολλά να αφηγηθούν, και να θαυμάζεις τα ιδιαίτερης αισθητικής κτίριά της. Είναι οι εναπομείναντες μάρτυρες του υψηλού μορφωτικού επιπέδου και της κοσμοπολίτικης κουλτούρας και δραστηριότητάς της. Οπότε, το Ελληνικό Τετράγωνο είναι ταυτόχρονα μουσείο και ζωντανός οργανισμός.

Ωστόσο, αυτό που χρειάζεται η Κοινότητα της Αλεξανδρείας, πέρα από τον θαυμασμό μας, είναι περισσότερες καίριες συνέργειες με φορείς της Ελλάδας, ώστε να συντηρηθεί και να αξιοποιηθεί περαιτέρω ο πλούτος της. Και εντέλει, δεν είναι μόνο η ΕΚΑ που χρειάζεται την Ελλάδα. Είμαστε κι εμείς που έχουμε, περισσότερο από ποτέ, την ανάγκη να προσανατολιζόμαστε από τα υψηλά στάνταρ που έθεσε αυτή η κοινωνία, αλλά και να τρεφόμαστε από τον μύθο της.

Περπατώντας στο Σάτμπι αλλά και στο Αταρίν (την άλλη συνοικία της πόλης με τα πολυάριθμα ελληνικά τοπόσημα) η συγκίνησή μου ήταν έντονη. Αναγνώριζα επιτόπου τα ελληνικά δημόσια και ιδιωτικά κτίρια που, όντας στην Αθήνα, μελετούσα επί μήνες μέσα από τις ιστορικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες της Αλεξάνδρειας στη συλλογή Ελληνισμού Αιγύπτου του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ. Στο Αταρίν βρίσκεται και το Αβερώφειο Παρθεναγωγείο, όπου στεγάζεται το αλεξανδρινό παράρτημα του Ελληνικού Ιδρύματος Βιβλίου και Πολιτισμού (το ΕΛΙΒΙΠ, που συνεργάστηκε με τη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας για την παρουσίαση του «Opus Alexandrinum»). Αντικρίζοντας τη δεσπόζουσα προτομή του Γεώργιου Αβέρωφ στο κλιμακοστάσιο του κτιρίου, ήταν αναπόφευκτη η σκέψη της σχέσης του Αλεξανδρινού ευεργέτη με το ιστορικό Ωδείο Αθηνών (το οποίο βιώνω ως καθηγήτρια της τάξης φλάουτου), οπότε είχα μία ακόμη αφορμή να συγκινηθώ.

— Απ’ όσο γνωρίζω, έχουμε μια επίσης πολύ ενεργή κοινότητα στο Κάιρο. Με αυτήν τι γίνεται;

Πράγματι, στο Κάιρο ο ελληνισμός έχει δυναμική. Είναι λογικό, αφού οι Έλληνες εκεί είναι περισσότεροι (περί τους 1.500) και βρίσκονται στην πρωτεύουσα της χώρας. Έχω ταξιδέψει πολλές φορές στο Κάιρο, αλλά είχα πάντοτε επαφή κυρίως με τους Αιγύπτιους, που τους αγαπώ, είναι περήφανος, καλόψυχος και πράος λαός. Αυτή τη φορά, ωστόσο, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω περισσότερο τους Έλληνες του Καΐρου και η αλήθεια είναι πως ένιωσα ότι άνοιξε η πόρτα σ’ έναν ακόμη συναρπαστικό κόσμο. Η Ελληνική Κοινότητα του Καΐρου καταφέρνει και διαχειρίζεται με επιτυχία τη δική της, επίσης πλούσια, κληρονομιά.

Επίσης, να σημειώσω πως, πέρα από το γεγονός ότι οι Αιγύπτιοι τρέφουν ανέκαθεν θερμά αισθήματα για τους Έλληνες (μάλλον είμαστε και οι μοναδικοί Ευρωπαίοι που δεν μας θεώρησαν αποικιοκράτες, μας νιώθουν ως συγγενή πολιτισμικά λαό), οι σχέσεις των δύο χωρών ενισχύονται και μέσω μιας θεσμικής συνεργασίας, τόσο σε διπλωματικό επίπεδο όσο και μέσα από επίσημα πρωτόκολλα και συνεργασίες μεταξύ φορέων. Στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Καΐρου λειτουργεί Τμήμα Αρχαίας Ελληνικής και Λατινικής Φιλολογίας (γιόρτασε πέρσι τα 100 χρόνια λειτουργίας του), αλλά και Τμήμα Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας. Σε συναυλία που έδωσα στην Πρεσβευτική Κατοικία του Καΐρου, το πιο όμορφο δώρο της βραδιάς ήταν για εμένα η εκτενής συνομιλία με μια ομάδα Αιγύπτιων φοιτητών και φοιτητριών του Τμήματος Νεοελληνικής Γλώσσας, και μάλιστα σε άψογα ελληνικά! Με χαροποίησε επίσης η διαπίστωση ότι η Πρεσβεία της Ελλάδας στο Κάιρο –η οποία διαχρονικά ενισχύει τον ελληνισμό και τον φιλελληνισμό της πόλης–, υπό την παρούσα ηγεσία, υιοθετεί εμφανώς μια στρατηγική που αναδεικνύει τον πολιτισμό ως κεντρικό άξονα της εξωστρέφειας και της διεθνούς προβολής της χώρας μας.

Όλα αυτά μου ενστάλαξαν την αίσθηση πως ο ελληνισμός του Καΐρου έχει μέλλον. Παρεμπιπτόντως, και στο Κάιρο η μουσική δραστηριότητα των Ελλήνων υπήρξε σημαίνουσα και έχω συγκεντρώσει υλικό και για τους Καϊρινούς μουσικούς. Ελπίζω πως θα μπορέσω να το αξιοποιήσω και να γράψω και γι’ αυτούς. Θα ήταν αδικία να μην προβληθεί και το Κάιρο.

Ναταλία Γεράκη: Η διεθνώς καταξιωμένη φλαουτίστα μιλά στην Athens Voice
© Τάσος Ανέστης

— Το πάθος σας για τη χώρα του Νείλου είναι εμφανές. Τι το τροφοδοτεί;

Είναι αλήθεια. Η ίδια η Αίγυπτος αλλά και η παρουσία του ελληνικού στοιχείου σ’ αυτήν, η πρόσμειξη και η διαρκής αλληλεπίδρασή τους με συνεπαίρνουν. Στην Αίγυπτο συνυπάρχουν, ήδη από τους ελληνιστικούς χρόνους, ο ορθολογισμός –το επιστημονικό πνεύμα που υιοθέτησαν οι Αλεξανδρινοί από τους Ίωνες φιλοσόφους– μαζί με το αρχέγονο και το υπερβατικό.

Αναφέρω ως χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της πολιτισμικής πρόσμειξης τον Γιάννη Χρήστου, συνθέτη και φιλόσοφο με μεταφυσικές αναζητήσεις, που γεννήθηκε στην Ηλιούπολη του Καΐρου αλλά μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το έργο του είναι απότοκο της βαριάς κληρονομιάς του αρχαίου και νεότερου κόσμου της Αλεξάνδρειας. Το 2026 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννησή του – επέτειος που μας προσφέρει μία ακόμη ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε την τεράστια δυναμική της συνύπαρξης του αιγυπτιακού και ελληνικού πολιτισμού.

Κλείνοντας, θα προσθέσω πως σ’ αυτή την παραμονή μου στην Αίγυπτο συνειδητοποίησα κάτι πολύ όμορφο: οι Αιγύπτιοι μάς αποκαλούν «Γιουνάν», δηλαδή «Ίωνες»! Μας υπενθυμίζουν την ταυτότητά μας, γυρίζοντάς μας 2.600 χρόνια πίσω. Αυτό το βρίσκω καταπληκτικό!

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY