Μουσικη

Ο Γιώργος Πέτρου για το αριστούργημα του Λέοναρντ Μπερνστάιν «Candide» στο Μέγαρο

Ο μαέστρος μιλάει για την πολιτική σάτιρα του Βολταίρου και τη μουσική ιδιοφυΐα του Μπερνστάιν, με αφορμή την πρώτη παρουσίαση του έργου στο ελληνικό κοινό

Δήμητρα Γκρους
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών: Συνέντευξη με τον Γιώργο Πέτρου για τον «Candide» του Λέοναρντ Μπερνστάιν με την Καμεράτα και τη Χορωδία Δωματίου Αθηνών

Είναι άλλο πράγμα να μιλάς για τη μουσική, κι άλλο να την ακούς – ακόμα και για ένα έργο για το οποίο έχεις τόσο πολλά να πεις. Αυτό σκέφτομαι όσο ακούω τον «Candide», έχοντας μιλήσει προηγουμένως με τον Γιώργο Πέτρου, ο οποίος το μετέφρασε, το σκηνοθέτησε και θα το διευθύνει στις 31 Ιανουαρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Ο διεθνής μας αρχιμουσικός, ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους ερμηνευτές της μουσικής του 18ου αιώνα και της όπερας της εποχής του μπελκάντο, με μία υποψηφιότητα για Grammy και ένα βραβείο ECHO CLASSIC ήδη στο ενεργητικό του, αυτή τη φορά επιλέγει ένα από τα μεγάλα μουσικοθεατρικά αριστουργήματα του 20ού αιώνα, το οποίο θα παρουσιαστεί πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό.

Καθώς το ακούω στο Spotify, αφήνομαι σε αυτή τη δύναμη που έχει η μουσική να σε βάζει στον δικό της κόσμο και αισθάνομαι θαυμασμό για αυτή την τέχνη, που καταφέρνει να ενώσει μια τόσο βαθιά φιλοσοφική σκέψη με αυτή την τόσο σπουδαία μουσική. Να σε τέρψει, όσο και να σε βάλει να σκεφτείς. 

Όπως το θέτει ο Γιώργος Πέτρου: «Το ενδιαφέρον με έργα όπως ο “Candide” είναι ότι μπορούν να ιδωθούν σε πολλά επίπεδα. Κάποιος μπορεί απλώς να απολαύσει μια υπέροχη μουσική· κάποιος άλλος να γελάσει και να το παρακολουθήσει ως κωμωδία. Υπάρχει, όμως, και η δυνατότητα μιας βαθύτερης ανάγνωσης: να σκεφτεί κανείς τον δημιουργό, την εποχή του, τη δική μας εποχή και το τι σημαίνουν όλα αυτά σήμερα. Και να παρακολουθήσει την ιστορία ενός νέου που ξεκινά με αφελή πίστη στη ζωή και καταλήγει —όχι χωρίς κόστος— σε μια πιο ώριμη και υπεύθυνη στάση απέναντι στον κόσμο».

Από τον Βολταίρο στον Μακαρθισμό: μια σάτιρα διαχρονικά επίκαιρη

Καντίντ ή η αισιοδοξία | Μυθιστόρημα του Βολταίρου

Ο τίτλος του έργου –κάτι ανάμεσα σε όπερα και μιούζικαλ– είναι γνώριμος σε όσους έχουν γνώσεις φιλοσοφίας. Δεν είναι τυχαίο που κάποιος σαν τον Λέοναρντ Μπερνστάιν δέχτηκε το 1953 την πρόταση της φημισμένης θεατρικής συγγραφέως Λίλιαν Χέλμαν να διασκευάσουν για το μουσικό θέατρο τον «Candide» του Βολταίρου. Όχι ένα αθώο μιούζικαλ, αλλά μια πολιτική σάτιρα, ένα έργο επιθετικά αντιεξουσιαστικό, ειδικά στην πρώτη του εκδοχή. Κι αν το «West Side Story» είναι το πιο διάσημο έργο του, αυτό είναι μάλλον το πιο σημαντικό, καθώς τον απασχόλησε όλη του τη ζωή. Ένα κλειδί που φωτίζει την πολιτική, διανοητική και καλλιτεχνική του ταυτότητα: ένας μουσικός που γεφύρωσε την υψηλή και τη λαϊκή κουλτούρα και συνέδεσε τη μουσική με τη φιλοσοφία, αλλά και ένας δημόσιος διανοούμενος που πήρε θέση στα μεγάλα διακυβεύματα της εποχής του.

 Αν το «West Side Story» είναι το πιο διάσημο έργο του Μπερνστάιν, αυτό είναι μάλλον το πιο σημαντικό

Ήταν παράδοξο να ανέβει στο Μπρόντγουεϊ ένα έργο εμπνευσμένο από το σατιρικό μυθιστόρημα του Βολταίρου, όπως μου εξηγεί ο συνομιλητής μου. Γραμμένο το 1758, καυτηρίαζε την Καθολική Εκκλησία, σε μια εποχή που η Ιερά Εξέταση βασάνιζε και εκτελούσε «αιρετικούς» στο πλαίσιο ενός φρικτού τελετουργικού γνωστού ως Auto da Fé («πράξη πίστης»). «Ο Βολταίρος σατιρίζει τη θρησκευτική βία στο όνομα της ηθικής, την ιδέα ότι η εξουσία μπορεί να δικαιολογεί τη βαρβαρότητα, θέτοντας με αυτό το έργο τις βάσεις του Διαφωτισμού».

Την ίδια στιγμή, ο φιλόσοφος απαντάει κριτικά στον σύγχρονό του Λάιμπνιτς, σχολιάζοντας τη λεγόμενη «Θεωρία της Αισιοδοξίας», που τι λέει; Ότι αν ο Θεός, ως τέλειο ον, δημιούργησε τον κόσμο μας, τότε είναι ο καλύτερος δυνατός από όλους τους πιθανούς κόσμους. Ακόμη κι αν στον κόσμο υπάρχουν ασθένειες, βία, θάνατος, φτώχεια και εξαθλίωση, ή αν το έγκλημα συχνά μένει ατιμώρητο, όλα αυτά θεωρούνται μέρος ενός μεγάλου, θεϊκού σχεδίου που, τελικά, υπηρετεί το καλό.

Γιώργος Πέτρου © Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

«Ο Βολταίρος αντιτάσσεται ριζικά σε αυτή τη λογική. Θεωρεί ότι ένας τέτοιος τρόπος σκέψης ενθαρρύνει τον διανοητικό κομφορμισμό, τον καλλιτεχνικό εφησυχασμό, τη θρησκευτική υποκρισία και την πολιτική ηθικολογία, αποτρέποντας τον άνθρωπο από το να επαναστατήσει απέναντι στα κακώς κείμενα και να διεκδικήσει έναν καλύτερο κόσμο», λέει ο μεταφραστής και σκηνοθέτης του έργου, διευκρινίζοντας ότι ο Λέοναρντ Μπερνστάιν και οι συνεργάτες του κρατούν στο κείμενό τους (χαρούμενη φόρμα - βίαιο περιεχόμενο) σχεδόν αυτούσιο  το πνεύμα του Βολταίρου.

«Προσωπικά, γνώρισα πρώτα το έργο από τον Μπερνστάιν, και μόνο αργότερα διάβασα τον Βολταίρο. Τότε συνειδητοποίησα πόσο πιστός είναι ο “Candide” στο πνεύμα, τη σκέψη και τη γραφή του πρωτότυπου κειμένου. Αυτό, βέβαια, δεν είναι τυχαίο: ο Μπερνστάιν υπήρξε ένας από τους  πιο ακαδημαϊκά καταρτισμένους και βαθιά καλλιεργημένους μουσικούς της εποχής του».

Ο Λέοναρντ Μπερνστάιν παραβάλλει την Ιερά Εξέταση του 18ου αιώνα στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών και στο κλίμα του Μακαρθισμού

Ο ήρωας Candide διασχίζει ναυάγια, πολέμους και διώξεις, περνά ακόμη και από την Ιερά Εξέταση, μέχρι να φτάσει στη σκληρή αλλά αναγκαία στιγμή της εσωτερικής του μεταμόρφωσης: την αναθεώρηση της άκριτης αισιοδοξίας του. Ο Λέοναρντ Μπερνστάιν παραβάλλει την Ιερά Εξέταση του 18ου αιώνα στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών και στο κλίμα του Μακαρθισμού που επικρατεί στα δικά του χρόνια στην Αμερική.

«Όταν ασχολείσαι σοβαρά με ένα έργο, μπαίνεις αναγκαστικά στην ουσία όσων σχολιάζει. Ο “Candide” δημιουργήθηκε σε μια εποχή φόβου, πολιτικών διώξεων και ιδεολογικής υστερίας, κάτι που εξηγεί γιατί η σάτιρα απέναντι στην “επίσημη αλήθεια”, τον δογματισμό και την ψευδή αισιοδοξία είναι τόσο αιχμηρή. Είναι δηλαδή από τη φύση του ένα σχόλιο στα κακώς κείμενα του κόσμου μας, και αυτό δεν μπορείς να το παρακάμψεις. Ακόμη κι αν το δεις ως καθαρή κωμωδία, ο σχολιασμός του παραμένει παρών και μάλιστα ιδιαίτερα καυστικός».

Και, δυστυχώς, επίκαιρος. Η ιστορία επαναλαμβάνεται… «Δεν σου κρύβω ότι, αν και μπήκα στον πειρασμό να σχολιάσω πιο άμεσα τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα, το απέφυγα συνειδητά. Όταν γίνεσαι υπερβολικά επίκαιρος, περιορίζεις το έργο. Ο “Candide” δεν μιλά μόνο για όσα συμβαίνουν σήμερα στην Αμερική, αλλά για όσα συμβαίνουν παντού στον κόσμο, διαχρονικά».

Η περιπετειώδης ζωή του «Candide» και η αναζήτηση της τελικής μορφής

Γιώργος Πέτρου © Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Στην ερώτησή μου πώς το επέλεξε, ξετυλίγεται η ιστορία του έργου: «Ήθελα φέτος η Καμεράτα να κάνει κάτι διαφορετικό, και ο “Candide” ήταν πάντα στο μυαλό μου. Πρόκειται για ένα ιδιόμορφο έργο: ξεκίνησε ουσιαστικά ως μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ –ο δημιουργός του το χαρακτήρισε οπερέτα–, και στη συνέχεια είχε μια εξαιρετικά παράξενη και περιπετειώδη πορεία, σχεδόν αυτοβιογραφική για τον Λέοναρντ Μπερνστάιν. Για τα δεδομένα της εποχής, επρόκειτο για μια εξαιρετικά επαναστατική πρόταση: ένα μουσικοθεατρικό έργο με έντονο, αιχμηρό πολιτικό λόγο, σε έναν χώρο που είχε ως βασικό του στόχο τη διασκέδαση και πολύ λιγότερο τον κοινωνικό ή ιδεολογικό σχολιασμό. Το έργο κρίθηκε τότε υπερβολικά βαρύ και επιθετικό πολιτικά».

Ο ίδιος ο Μπερνστάιν φάνηκε να συμφωνεί με αυτή την κριτική και ξεκίνησε μια μακρά διαδικασία αναθεωρήσεων. «Ακολούθησε νέα εκδοχή με διαφορετικό λιμπρέτο για τη New York City Opera, η οποία επίσης δεν τον ικανοποίησε. Στη συνέχεια, παρουσιάστηκαν κι άλλες εκδοχές στο National Theatre και αργότερα στη Scottish Opera, κάθε φορά με καινούργιο κείμενο πρόζας που λειτουργούσε ως συνδετικός ιστός ανάμεσα στα μουσικά μέρη».

Συνολικά, γράφτηκαν πέντε διαφορετικά κείμενα πρόζας – όχι για τη μουσική, αλλά για το καθαρά θεατρικό και αφηγηματικό σκέλος του έργου. 

«Παρ’ όλα αυτά, δεν ένιωσε ποτέ ότι καμία από αυτές τις εκδοχές τον εξέφραζε πλήρως. Λίγο πριν τον θάνατό του, κατέληξε στη μορφή που θεωρούσε τελική: μια δραματοποιημένη συναυλία, όπου όλη η αφήγηση συμπυκνώνεται γύρω από έναν αφηγητή – στην ιστορική εκείνη περίπτωση, και από τον ίδιο τον Μπερνστάιν. Η περίφημη αυτή συναυλία στο Λονδίνο, με ένα all-star cast της εποχής, ηχογραφήθηκε από την Deutsche Grammophon και αποτυπώνει την τελική του στάση απέναντι στο έργο: έναν “Candide” λιγότερο θεατρικό, αλλά βαθύτερα πολιτικό, ανθρώπινο και ουσιαστικό».

Η περίφημη συναυλία στο Λονδίνο, με ένα all-star cast της εποχής, ηχογραφήθηκε από την Deutsche Grammophon: ένας “Candide” λιγότερο θεατρικός, αλλά βαθύτερα πολιτικός, ανθρώπινος και ουσιαστικός.

Στην εκδοχή αυτή, ένα μεγάλο μέρος της δράσης περιορίζεται σε αφήγηση. «Πρόκειται για μια ιδιότυπη αφήγηση, σχεδόν διάλογο, κάτι ανάμεσα σε θέατρο και συναυλία, που δεν περιγράφεται εύκολα με όρους είδους. Είναι, όμως, η εκδοχή που μας άφησε ο Λέοναρντ Μπερνστάιν, και πιστεύω ότι λειτουργεί καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη. Δίνει στο έργο μια πολύ πιο συμπαγή διάσταση και το καθιστά πιο άμεσο και πιο εύκολο στην παρακολούθηση, χωρίς να χάνει τίποτα από την ουσία, την ειρωνεία και τη δύναμή του».

Αυτή τη δραματοποιημένη συναυλία θα παρουσιάσουν στο Μέγαρο. Ο Γιώργος Πέτρου δημιούργησε μια παράσταση σε συναυλιακή μορφή, όπου όλοι –οι τραγουδιστές, η χορωδία, η ορχήστρα, ακόμη και ο μαέστρος– συμμετέχουν ενεργά σε μια αφήγηση που είναι, στην ουσία της, μουσική και θεατρική. «Υπάρχουν κοστούμια, δράση και σχέση ανάμεσα στους χαρακτήρες, αλλά προσπαθώ σκηνοθετικά να αποφύγω την αίσθηση μιας κανονικής παράστασης με σκηνικά. Πολλά πράγματα αφήνονται στη φαντασία του θεατή· παρ’ όλα αυτά, η σκηνική δράση και η θεατρική ένταση είναι απολύτως παρούσες».

Λέοναρντ Μπερνστάιν © Getty Images

Ακούγοντας στο σπίτι την ηχογράφηση της Deutsche Grammophon, απολαμβάνεις την υπέροχη μουσική αποκομμένη από το νόημα των στίχων, τους οποίος ο ίδιος απέδωσε στα ελληνικά, κάτι που θα «διορθωθεί» στη συναυλία. Και αυτό έχει τη σημασία του. «Οι στίχοι δεν είναι διακοσμητικοί, όπως συχνά συμβαίνει σε μια ρομαντική όπερα, όπου γνωρίζεις λίγο-πολύ την ιστορία και αυτό αρκεί. Εδώ κάθε λέξη έχει τη σημασία της. Αρχικά σκέφτηκα να μεταφράσουμε μόνο την πρόζα και να κρατήσουμε τον αγγλικό στίχο, αλλά γρήγορα έγινε σαφές ότι η πρόζα είναι οργανικά δεμένη με το τραγούδι και τη δραματουργία. Άρα έπρεπε να ενταχθεί κι αυτή στην ίδια λογική».

Οι στίχοι δεν είναι διακοσμητικοί. Εδώ κάθε λέξη έχει τη σημασία της.

Ακούγεται πολύ απαιτητικό. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο διευθυντής ορχήστρας της Καμεράτα καταπιάνεται με αυτή τη δουλειά, καθώς στο παρελθόν έχει μεταφράσει ανάμεσα σε άλλα έργα το “Sweeney Todd” και το “West Side Story”, και όπως τονίζει: «Μου αρέσει πολύ η δουλειά της μετάφρασης, το είδα ως μια πολύ όμορφη πρόκληση, και τελικά προχώρησε εξαιρετικά».

Μια εκλεκτικιστική μουσική ανάμεσα στην Ευρώπη και το Μπρόντγουεϊ

Ο «Candide» γράφτηκε παράλληλα με το «West Side Story». Λέγεται μάλιστα ότι ο Λέοναρντ Μπερνστάιν σε ορισμένες περιπτώσεις δεν ήξερε αρχικά σε ποιο από τα δύο έργα ανήκουν κάποια μουσικά κομμάτια, παίρνοντας την τελική απόφαση πολύ αργά στη διαδικασία. Παρ’ όλα αυτά, η μουσική στα δύο έργα είναι διαφορετική.

«Το “West Side Story” έχει πιο καθαρά και άμεσα το στοιχείο της τζαζ. Ο “Candide”, αντίθετα –ίσως επειδή παραμένει πολύ κοντά στο ευρωπαϊκό κείμενο του Βολταίρου και εκτυλίσσεται κυρίως στην Ευρώπη  ου Διαφωτισμού–, οδήγησε τον Μπερνστάιν σε μια μουσική εξαιρετικά εκλεκτικιστική. Πρόκειται για έναν ήχο έντονα ευρωπαϊκό, με φόρμες και χορούς που παραπέμπουν από το μπαρόκ έως το βαλς και την οπερέτα». Ακούγοντας το έργο –σε αυτή τη θρυλική εκτέλεση– καταλαβαίνει κανείς ακριβώς τι εννοεί ο Γιώργος Πέτρου λέγοντας ότι «η μουσική κλείνει το μάτι στην ευρωπαϊκή οπερέτα του Στράους, ενώ διακρίνονται έντονα επιρροές από Ραβέλ, Ντεμπισί, Μάλερ» – ο τελευταίος μάλιστα ήταν και ο αγαπημένος του συνθέτη. Παράλληλα, υπάρχουν και στοιχεία από το Μπρόντγουεϊ, την τζαζ, το τάνγκο και τα σύγχρονα ιδιώματα του 20ού αιώνα – «όχι όμως στην επιφάνεια· λειτουργούν περισσότερο υπαινικτικά».

Ο Γιώργος Πέτρου εξηγεί και κάποιες από τις χειρονομίες του συνθέτη, όπως στην περίπτωση της περίφημης άριας της Cunegonde, «Glitter and Be Gay»: «Μια εξαιρετικά δεξιοτεχνική παρωδία της οπερετικής άριας κολορατούρα, που τη χρησιμοποιεί όχι για να εξυψώσει την ηρωίδα, αλλά για να την απογυμνώσει σατιρικά. Η άρια αυτή έχει καθιερωθεί ως ένα από τα μεγάλα χιτ του έργου και τραγουδιέται από όλες τις μεγάλες σοπράνο».

Από την εκρηκτική εισαγωγή έως το συγκινητικό φινάλε Make Our Garden Grow, το έργο αποκαλύπτει σε κάθε του στιγμή τη μουσική ιδιοφυΐα του δημιουργού του

Ο Λέοναρντ Μπερνστάιν υπογράφει και την εντυπωσιακή ενορχήστρωση του «Candide», η οποία αναδεικνύει μοναδικά ορχηστρικά χρώματα και ρυθμούς. «Από την εκρηκτική εισαγωγή –ένα υποδειγματικό δείγμα χιουμοριστικής εισόδου σε έναν κόσμο, που μπορεί άνετα να σταθεί δίπλα στις μεγάλες εισαγωγές του Ροσίνι ως πρότυπο εισαγωγής σε μια μουσική κωμωδία, ενώ σε σημεία θυμίζει μουσική από καρτούν, που επίσης έχει επιβιώσει αυτόνομα στις αίθουσες συναυλιών παγκοσμίως– έως το συγκινητικό φινάλε Make Our Garden Grow, το έργο αποκαλύπτει σε κάθε του στιγμή τη μουσική ιδιοφυΐα του δημιουργού του».

Ο Βολταίρος πίστευε ότι, αν αποδεχτούμε ότι κάθε κακό είναι θεόσταλτο και καλώς καμωμένο, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να επαναστατήσουμε για οτιδήποτε – απλώς σκύβουμε το κεφάλι και αποδεχόμαστε όσα συμβαίνουν. Η εμβληματική του φράση «Να καλλιεργήσουμε τον κήπο μας» συνοψίζει την ιδέα ότι η ευτυχία και η αξιοπρέπεια δεν βρίσκονται στις θεωρίες, στη δόξα ή στην εξουσία, αλλά στη συνειδητή πράξη, στη δουλειά, στην ευθύνη και στη φροντίδα του κόσμου που έχουμε μπροστά μας.

Ο μαέστρος και σκηνοθέτης Γιώργος Πέτρου

Γιώργος Πέτρου © Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Σκέφτομαι το εύρος των ταλέντων και των ικανοτήτων του συνομιλητή μου. Είναι ο μοναδικός Έλληνας μαέστρος που έχει καταφέρει να πάρει μια ελληνική ορχήστρα, την Καμεράτα - Ορχήστρα Φίλων της Μουσικής και επίσημη ορχήστρα του Μεγάρου, και να την απογειώσει σε επίπεδα διεθνών διακρίσεων. Τους καλούν στις σημαντικότερες αίθουσες συναυλιών, ενώ ηχογραφούν με τις μεγαλύτερες διεθνείς δισκογραφικές εταιρείες.

Εκτός από την Καμεράτα, διευθύνει και άλλες ελληνικές και ξένες ορχήστρες στο εξωτερικό, ενώ από το 2022 είναι καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ «Χαίντελ» του Γκέτινγκεν, ενός από τα παλιότερα Φεστιβάλ Μπαρόκ στην Ευρώπη. Παράλληλα με τη διεύθυνση ορχήστρας, ο Γιώργος Πέτρου από το 2015 έχει αναπτύξει έντονο ενδιαφέρον για τη σκηνοθεσία μουσικού θεάτρου. Έχει σκηνοθετήσει και διευθύνει παραγωγές όπερας, οπερέτας και μιούζικαλ. Ενδεικτικά, η όπερα «Iούλιος Καίσαρας» του Χαίντελ προτάθηκε από δύο ειδικά έντυπα ως η καλύτερη παραγωγή της χρονιάς στην Ολλανδία.

Όταν τον ρωτάω γι’ αυτή του την πλευρά, απαντάει «είναι κάτι που αγαπάω πολύ». Αλλά είναι και το αποτέλεσμα μιας ανάγκης. «Όσο περισσότερο δουλεύω στην όπερα, τόσο συνειδητοποιώ ότι, όταν υπάρχει σύμπνοια και κοινή αισθητική αντίληψη ανάμεσα στον μαέστρο και τον σκηνοθέτη, τότε μια παραγωγή μπορεί πραγματικά να απογειωθεί. Δυστυχώς, στη δουλειά μας αυτή η ιδανική συνθήκη δεν είναι πάντα δεδομένη. Από τη μία πλευρά, μέρος του ρόλου μου ως μαέστρου είναι να στηρίζω και να υλοποιώ το όραμα του εκάστοτε σκηνοθέτη. Από την άλλη, υπάρχουν στιγμές που αισθάνεσαι πως τα περιθώρια παρέμβασης είναι περιορισμένα – και αυτό είναι μια πραγματικότητα που απασχολεί όλους τους μαέστρους που εργάζονται στην όπερα.

Νιώθω, λοιπόν, ιδιαίτερα τυχερός που σε ορισμένες παραγωγές μπορώ να “συμφωνώ με τον εαυτό μου”

»Νιώθω, λοιπόν, ιδιαίτερα τυχερός που σε ορισμένες παραγωγές μπορώ να “συμφωνώ με τον εαυτό μου”, να το πω έτσι. Όταν αναλαμβάνω και τη σκηνοθεσία, αποφεύγονται συγκρούσεις και δυσαρέσκειες, και τα πράγματα, από μια άποψη, εξελίσσονται πολύ πιο ομαλά. Και τελικά πιστεύω ότι μπορώ να δώσω κάτι καλύτερο και ως μαέστρος, όταν έχω τη δυνατότητα να διαχειρίζομαι και τη σκηνοθετική πλευρά του έργου».

Στον «Candide» έχει μαζί του και ένα θαυμάσιο καστ συνεργατών. «Με τους περισσότερους έχω τη χαρά και την τύχη να έχω συνεργαστεί ξανά στο παρελθόν. Πρόκειται για τραγουδιστές με πολύ ισχυρό θεατρικό αισθητήριο –κάτι απολύτως απαραίτητο για ένα τέτοιο έργο– και τους έχω απόλυτη εμπιστοσύνη. Εξαιρετικά σημαντικός για ένα τέτοιο έργο είναι φυσικά και ο ρόλος της χορωδίας σε αυτή την παραγωγή. Μαζί μας είναι η Χορωδία Δωματίου Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου. Χαίρομαι ιδιαίτερα που την έχουμε κοντά μας, καθώς πρόκειται για μια χορωδία με την οποία συνεργαζόμαστε συχνά σε πρότζεκτ που απαιτούν υψηλού επιπέδου χορωδιακή παρουσία».

Μια τέτοια παράσταση είναι μια πρόταση στο μουσικόφιλο κοινό: μας καλεί να ανοίξουμε το εύρος των εμπειριών μας και να γνωρίσουμε ένα σπουδαίο έργο. Στις 31 Ιανουαρίου θα είμαστε εκεί. Ανυπομονούμε!

Info: Λέοναρντ Μπερνστάιν | Candide (εκδοχή 1989) Κωμική οπερέτα σε δύο πράξεις βασισμένη στην ομώνυμη θεατρική νουβέλα του Βολταίρου (1759). Σε μετάφραση στα ελληνικά, με ελληνικούς και αγγλικούς υπέρτιτλους.

  • Μουσική: Λέοναρντ Μπερνστάιν
  • Μουσική διεύθυνση/Σκηνοθεσία/Μετάφραση/Προσαρμογή κειμένου: Γιώργος Πέτρου
  • Κοστούμια: Γιωργίνα Γερμανού
  • Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
  • Διανομή: Γιάννης Καλύβας – Καντίντ, Δανάη Κοντόρα – Κυνεγκόντ, Χάρης Ανδριανός – Δρ Πάνγλωττος, Νάντια Κοντογεώργη – Γηραιά κυρία, Μυρσίνη Μαργαρίτη – Πακέτ, Γιώργος Ιατρού – Μαξιμίλιαν/Καπετάνιος, Χρήστος Κεχρής – Κυβερνήτης/Βαντερντέντουρ/Ραγκότσκι
  • Χορωδία Αθηνών/Διεύθυνση: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος
  • Καμεράτα - Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής
  • Η προπώληση έχει αρχίσει. Τιμές εισιτηρίων €10 (εκπτωτικά), €15-55 | Τ. 2107282333, www.megaron.gr