Μουσικη

Ο Μιχάλης Ρακιντζής μίλησε στον Costinho

Μα τον Άγιο Βαλεντίνο

Γιώργος Δημητρακόπουλος
ΤΕΥΧΟΣ 469
19’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μουσικό όνειρο ζωής για τον Κωστή (που γνωρίσαμε από τους Night Οn Earth) να συναντηθεί μαζί του. Λίγες μέρες πριν την εμφάνιση του Mιχάλη Ρακιντζή στο Gagarin μας στέλνει μια γεύση από την κουβέντα τους. Ευχαριστούμε, Κωστή…

Μιλήσαμε για πολλά με τον Μιχάλη Ρακιντζή στο στούντιό του. Κυρίως για μουσική, για την οποία μιλάει με αληθινή αγάπη. Όχι μόνο τη μουσική του. Μου είπε για τη Φεϊρούζ και πόσο αγαπάει την αραβική μουσική. Για τους Clash, τους Temptations και την Τζένη Βάνου. Για τις Wee Papa Girl Rappers με τις οποίες είχε βρεθεί σε περιοδεία.

Για το πρώτο του γκρουπ, τους Scraptown, με τους οποίους έκαναν τρεις δίσκους και άγγιξαν το όνειρο και που «ενώ κάναμε τις περισσότερες προσπάθειες από τους πάντες –γιατί αγαπούσαμε τη μουσική– σαν κάπως να ενοχλούσε αυτό. Έχουμε μάθει το καλό να το αισθανόμαστε σαν απειλή». Για το ξεκίνημά του ως σόλο παρουσία, μετά τη διάλυση του γκρουπ, οπότε και «πρέπει να πάρω μια μεγάλη απόφαση: ή να αλλάξω πορεία μουσικά, να απευθυνθώ σε περισσότερο κόσμο, ή να πάω να οδηγάω αεροπλάνα, που το ’χα σπουδάσει κιόλας, ή μηχανολόγος. Δεν μπορούσα όμως να διανοηθώ ότι μπορώ να απομακρυνθώ από τη μουσική».

Μιλήσαμε για την τάση που θέλει «καλτ» ό,τι εννοεί ως γραφικό, τα 80s και 90s. Το βρίσκει πολύ στενάχωρο. «Δεν το βλέπω στον εαυτό μου, γιατί ποτέ δεν είπα ότι είμαι 80s ή 90s. Παίζω αυτό που παίζω σήμερα και το παίζω με τον τρόπο που παίζεται σήμερα. Κάποιους εξυπνάκηδες που βγαίνουν τώρα να δείξουν πώς ήταν ντυμένοι τότε κάποιοι, θα ήθελα πράγματι να δω την οικογένειά τους πριν δέκα χρόνια, να δω τους παππούδες τους με τα τσαρούχια και τις γκλίτσες και να δούμε ποιοι είναι αυτοί που πουλάνε τη μόδα σήμερα. Έτσι ήταν η μόδα τότε, so what; Άραγε έχουν σκεφτεί αυτοί πώς θα φαίνονται στην επόμενη γενιά; Και να διαβάσουν στο λεξικό τι σημαίνει καλτ. Σημαίνει θεοποίηση». Με τα βίντεο κλιπ δεν αισθάνεται πολύ καλά. «Αν δεν ήταν δηλαδή μέρος της δουλειάς, θα προτιμούσα να μην έχω κάνει καθόλου».

Μιλήσαμε για τα τραγούδια του, για τους «Ρώσους», για το «Ουζάκι» που έφτιαξε πέρσι ως αποχαιρετισμό στους Έλληνες που φεύγουν μετανάστες λόγω της κρίσης, για άλλες πολιτικές προεκτάσεις τις οποίες όμως δεν αποκάλυψε ποτέ. «Το να τα φωνάξεις και να τα εξηγήσεις αυτά μου φαίνεται σαν να πουλάς εξυπνάδα». Κι όμως. Οι στολές του S.A.G.A.P.O. στη Γιουροβίζιον και το σχέδιο του ευρωστρατού που συζητιέται τότε στην Ευρώπη, συνδέονται ως σχόλιο στην αποκάλυψη ότι «δεν τις είχαμε φτιάξει, ήταν ορίτζιναλ στολές που είχαν βγει δοκιμαστικά για τη Europol».

Για την αμεσότητα και το χιούμορ των στίχων του, αναγνωρίζει ότι δεν θεώρησε ποτέ τον εαυτό του στιχουργό. «Πάντα κατέγραφα τον εαυτό μου μέσα από τα τραγούδια μου. Υπήρχε μόνο αυτό: μια ειλικρίνεια». Για τους καλλιτέχνες της γενιάς του διαπιστώνει πως ενώ ξεκίνησαν δυνατά μαζί μια σκηνή, «έκαναν ένα τεράστιο λάθος, μπλέξανε μέσα σε πίστες». Μετά ήρθαν «τα βαρελάδικα και το †ποπ λαϊκό”, βρήκανε διάφορες ονομασίες. Όταν κάνεις κάτι και το πιστεύεις, δεν χρειάζεται καμία ονομασία. Άσε τον άλλο να το ονομάσει όπως θέλει». Σήμερα τον μπερδεύει «αυτός ο αχταρμάς που έγινε στα κλαμπ και τα ραδιόφωνα, που παίζει από τη μία Sting και το επόμενο κομμάτι είναι νησιώτικο, αυτός ο μύλος που όλα τ’αλέθει για να τους μαζέψουμε όλους».

Μιλήσαμε για το hardstyle, που είναι το είδος που τον εξιτάρει και ασχολείται τα τελευταία τρία χρόνια. Έχει προσαρμόσει όλα τα παλιά κομμάτια του σ’αυτό. Ξέρει ότι είναι επικίνδυνο εμπορικά, ξέρει ότι δεν υπακούει σε ρετρό ανάγκες του κοινού. Ο ίδιος δεν έχει καμία ρετρό διάθεση. Ποτέ δεν είχε, ομολογεί. Ως χαρακτήρας. «Το ρισκάρω όμως. Ό,τι ακουστεί από την πρώτη μέχρι την τελευταία νότα, είμαι εγώ». Αυτή την Παρασκευή, «14 Φλεβάρη, όταν γιόρταζαν οι άλλοι...».

Info: Gagarin, Λιοσίων 205, Αττική, 2130248358. Έναρξη 22.00. Είσοδος: €8, 10 ταμείο. Προπώληση: Θέατρο Ακροπόλ, Ιπποκράτους 9-11, 2103643700, Public, Seven Spots, Παπασωτηρίου & viva.gr. Στις 14 Φεβρουαρίου.


 «Έχουμε μάθει το καλό να το αισθανόμαστε σαν απειλή»

Όταν ο Μιχάλης Ρακιντζής μίλησε στον Costinho

n

Costinho

Κάποια στιγμή αποφασίσαμε να σταματήσουμε τη μαγνητοφώνηση. Τότε είναι που ο Μιχάλης Ρακιντζής μου μίλησε για τη Φεϊρούζ και τη μεγάλη του αγάπη στην αραβική μουσική και τις ορχήστρες, για τον Καζαντζίδη που τώρα ανακαλύπτει στο σύνολό του ήρεμα και αργά, για το funk των Crusaders και των Temptations, για το φαινόμενο Phil Collins, για το πόσο στερεότυπο και μονοκόμματο σε θέλει η τηλεόραση, για την Τζένη Βάνου που έφυγε μία μέρα πριν και πόσο απλό ήταν αυτό που έκανε... Ακόμα και για τις τρομερές Wee Papa Girl Rappers -ποιος τις θυμάται άραγε...- με τις οποίες είχε βρεθεί σε κοινή περιοδεία στην Ελλάδα στις αρχές του ’90, σε μια τεράστια παραγωγή για την εποχή, αλλά οι καλοκαιρινές μπόρες τους στέρησαν περιπετειωδώς κάποιες συναυλίες.

Καθώς μιλάς μαζί του, ο τόνος της φωνής του γίνεται όλο και πιο οικείος, όλο και πιο κοντινός. Κι όσο ξεδιπλώνει αλήθεια και αγάπη γι’αυτό που κάνει τόσο αφοσιωμένα όλα αυτά τα χρόνια, με σπάνια συνέπεια και παρουσία, τόσο το μυαλό μου καρφώνεται συνέχεια σε αυτό που έχει γράψει ο μεγάλος Herman Hesse: «Η αρχή όλης της τέχνης είναι η αγάπη. Η αξία και το πεδίο δράσης κάθε τέχνης αποφασίζεται από το πόση ικανότητα έχει ο καλλιτέχνης γι’ αγάπη». Θα μπορούσες ίσως να κατηγορήσεις τον Μιχάλη Ρακιντζή για ο,τιδήποτε άλλο. Εκτός από αυτό. Που του περισσεύει.

Μέχρι να κλείσουμε όμως το μαγνητόφωνο, είπαμε πολλά. Και δεν είπαμε καν για τον Ian Gillan και την Bonnie Tyler. Ξεκινήσαμε την κουβέντα μας μιλώντας για το Hardstyle, το είδος μουσικής που ασχολείται τα τελευταία τρία χρόνια. Αυτό που εδώ και καιρό, και με μεγάλη επιμονή, ετοιμάζει για να μας παρουσιάσει την Παρασκευή στο Gagarin 205...

- Είναι το είδος που με εξιτάρει, το οποίο ειδικά εδώ δεν είναι καθόλου εμπορικό. Πρέπει να είσαι και λίγο μυημένος για να το ακούσεις, είναι μια σκληρή μουσική. Για μένα είναι νορμάλ, γιατί από πολύ μικρός κυνηγάω τα σκληρά είδη μουσικής, αυτά που σου δίνουν ένταση, όχι μόνο στον ήχο, αλλά και σαν αίσθηση. Ποτέ δεν κοίταζα αν η δουλειά που κάνω είναι συμβατή με την εμπορική ροή της εποχής και αυτό μου’χει κοστίσει βέβαια. Ειδικά όμως τώρα που είμαι τελείως απελευθερωμένος και μπορώ να κάνω πραγματικά αυτό που μ’αρέσει, πειραματίζομαι σ’αυτό το στυλ. Έχω προσαρμόσει όλα μου τα παλιά κομμάτια, όσα λέω στις συναυλίες μου από τότε που ξεκίνησα, στο hardstyle. Με μικρές εξαιρέσεις κάποια κομμάτια που δεν μπορώ και δεν θέλω να τα πειράξω. Βέβαια, το να πειράζω τα κομμάτια πριν τις συναυλίες, γινόταν πάντα. Κι από τότε που ξεκίνησα, έπαιζα στις συναυλίες με κομπιούτερ-ο μαέστρος πάντα ήταν το κομπιούτερ.

- Παρ’όλα αυτά υπήρξες εμπορικός, με την έννοια ότι αυτό που έκανες και είχε απήχηση και σου επέτρεπε να συνεχίζεις.

- Εμπορικό δεν είναι κατ’ανάγκη το ευτελές. Είναι αυτό που μπορεί ν’αρέσει στον περισσότερο κόσμο, αυτό που λένε οι ξένοι «pop», popular. Το «αντιεμπορικό» για μένα δεν είναι καλή λέξη. Μπορεί να εκφράζει μια μικρή γκάμα ανθρώπων που τη βλέπουνε κάπως με κάποια θέματα και να είναι αδιάφορο για τους πολλούς. Μουσική είναι όμως, ο καθένας εκφράζεται όπως του αρέσει και αυτό έχει σημασία. Δηλαδή ο κάθε μουσικός πρέπει να εκφράζεται με αυτό που επιλέγει, με αυτό που τον πάει. Αλλιώς δεν αξίζει και τον κόπο να ασχολείσαι, είναι καταναγκασμός.

- Αυτή η μουσική όμως, όπως φάνηκε, είχε μια αντοχή στο χρόνο. Αλλά και πέρα απ’αυτό, θυμάμαι στο πρώτο live σου στο Gagarin πριν 4 χρόνια, ένα ζευγάρι μπροστά στη σκηνή -συνομήλικοί μου μάλλον- με ένα παιδάκι στους ώμους, οι οποίοι μπορεί και να είχαν γνωρίστει σε κάποιο πάρτι που να έπαιζε ένα τραγούδι σου, δεκαετία πριν τουλάχιστον. Και την ίδια στιγμή στον ίδιο χώρο, τωρινοί πιτσιρικάδες που αντιλαμβάνονται τη μουσική αυτή με τους ίδιους όρους, τους αρέσει για τον ίδιο λόγο.

- Η μουσική είναι κάτι πάρα πολύ δύσκολο να την περιγράψουμε. Στην πραγματικότητα δεν χρειάζεται ούτε ανάλυση ούτε τίποτα, είναι ψυχοακουστικό μέσον. Σου στέλνει μερικά μηνύματα αυτό που ακούς, ή το αποδέχεσαι, ζεις μ’αυτό, σου δίνει αναμνήσεις και εικόνες, τα πάντα... Ή απλά δεν θέλεις να το αποδεχτείς -είναι πολύ απλά τα πράματα με τη μουσική. Κάποια τραγούδια είναι καλά, κάποια όχι. Δεν έχει σημασία τι μουσική παίζεις. Σημασία έχει αν αυτό που δίνεις σαν μουσικός, μπορείς να το μοιραστείς εύκολα, να αφορά κι άλλους ανθρώπους, να τους στείλεις κάποιο μήνυμα. Όχι απαραίτητα μέσα από τους στίχους, γιατί εγώ είμαι ικανοποιημένος να ακούω και instrumental μουσική, μου λέει περισσότερα πράγματα. Ο στίχος με μπερδεύει και λίγο πολλές φορές. Άλλο περιμένω να πάρω από μία μουσική, άλλα μου λέει ο στίχος, και βλέπω ότι δεν είναι πολύ συμβατά αυτά.

- Υπάρχει μια τάση να περιβάλλονται δημιουργήματα και καλλιτέχνες των 80’s και 90’s –κυρίως ποπ και πρώτιστα ελληνική ποπ- με τη ρευστή και ξεχειλωμένη (και τις περισσότερες φορές ανούσια) έννοια του «καλτ», εννοώντας μια γραφικότητα η οποία σε περιπτώσεις έχει χαντακώσει καλλιτέχνες, αλλά υπάρχουν και άλλοι –όπως εσύ- που έχουν αντέξει από αυτή τη στερεοτυπική προσέγγιση που τους φορτώνουν.

- Είναι κάτι πολύ στενάχωρο. Δεν το βλέπω στον εαυτό μου, γιατί ποτέ δεν είπα ότι είμαι 80’s ή 90’s. Παίζω αυτό που παίζω σήμερα και το παίζω με τον τρόπο που παίζεται σήμερα. Προσπαθούν να σου βάλουν μια ταμπέλα ναι, αλλά να σου πω κάτι; Με στεναχωρεί όταν το βλέπω σε άλλους ανθρώπους π.χ. ηθοποιούς, σε ταινίες. Υπάρχει μια κάστα ανθρώπων η οποία κυκλοφορεί στο χώρο, στις τηλεοράσεις και στα περιοδικά, με σκοπό μόνο να κοροϊδέψει, να κάνει πλάκα... Και το περνάει αυτό το πράγμα. Τώρα, κάποιους εξυπνάκηδες που βγαίνουν να δείξουν πως ήταν ντυμένοι τότε κάποιοι και ο τάδε ηθοποιός, θα ήθελα πράγματι να δω την οικογένειά τους πριν δέκα χρόνια. Να δω τους παππούδες τους με τα τσαρούχια και τις γκλίτσες και να δούμε ποιοι είναι αυτοί που πουλάνε τη μόδα σήμερα και οι πριν δεκαπέντε χρόνια έχουν γίνει «καλτ». Έτσι ήταν η μόδα τότε, so what; Άραγε έχουν σκεφτεί αυτοί πως θα φαίνονται στην επόμενη γενιά; Και πάνω απ’όλα, να διαβάσουν στο λεξικό τι σημαίνει καλτ. Cult σημαίνει θεοποίηση. Αν έχει αυτή την έννοια, τότε ΟΚ. Γιατί κάτι που έχει κάνει τη διαδρομή του, που έχει αποδείξει στον κόσμο τι κάνει, μπορείς να το ονομάσεις καλτ. Αλλά να ξέρεις τι σημαίνει.

- Βάζεις το θέμα της εποχής και του συγχρονισμού με αυτή –ο οποίος συγχρονισμός είναι απόλυτος αν πάμε πιο πίσω,στις αρχές δεκαετίας του ’80, με την πρώτη σου μπάντα τους Scraptown, την οποία πολύς κόσμος αγνοεί. Και μάλιστα συγχρονισμός σε παγκόσμιο επίπεδο, αν σκεφτούμε τη μουσική που παιζόταν τότε.

- Και τότε είχα την ίδια τρέλα που έχω σήμερα. Τα παιδιά που ήταν μαζί μου, υποφέρανε πραγματικά. Ήταν χειρότερα κι από στρατό: εννιά το πρωί έπρεπε να είναι μέσα στο στούντιο, σταματούσαμε στις δύο για να φάμε, και ξανά μέσα στο στούντιο μέχρι τις οχτώ-εννιά το βράδι. Ήξερα ότι ένα συγκρότημα δεν είναι «βαράμε, φύγαμε», δεν ανεχόμουν να είναι έτσι. Ήταν η εποχή που παίζαμε funk και reggae -κι η funk ήταν μια υπόθεση πολύ δύσκολη, πρωτοεμφανιζόμενη για την εποχή. Ο κάθε μουσικός έπρεπε να πετάει στο όργανό του, το κομμάτι άλλαζε στοιχεία ανά δευτερόλεπτα, δεν ήταν κουπλέ-ρεφρέν. Ατελείωτες πρόβες, ειδικά για να το κάνεις αυτό και live.

- Δεν ξέρω βέβαια κατά πόσο ήσασταν συγχρονισμένοι με τη μουσική σκηνή εδώ. Αν δεν κάνω λάθος, είχα δει το όνομα της μπάντας σε πρόγραμμα κοινής συναυλίας με τον Σιδηρόπουλο ας πούμε –δηλαδή με μουσικούς που δύσκολα θα μπορούσε να το συνδέσει κάποιος.

- Εμείς κινούμαστε τότε τελείως αυτόνομα και μόνοι μας, δεν ανήκαμε κάπου. Έβλεπα πάντα ότι ενώ κάναμε τις περισσότερες προσπάθειες από τους πάντες -γιατί αγαπούσαμε τη μουσική, γιατί θέλαμε αυτό που κάνουμε να το κάνουμε σωστά- σαν κάπως να ενοχλούσε αυτό, τελικά δεν ήμασταν αποδεκτοί από κανέναν. Κυρίως από τους μουσικούς. Ενώ όλοι έρχονταν στις συναυλίες μας, πάντα κάθονταν πίσω, κάπου για να μη φανούν, αλλά πάντα έρχονταν να πάρουνε μάτι, πως παίζει ο ντράμερ, τι κάνει ο σαξοφωνίστας... Τελικά, έχουμε μάθει το καλό να το αισθανόμαστε σαν απειλή.

- Φαντάζομαι πως δεν ήταν αυτός ο λόγος που διέλυσε τη μπάντα...

- Όχι, καμία σχέση. Με τη μουσική που παίζαμε τότε -εκείνη τη μουσική έπρεπε να την παίζουμε σήμερα κανονικά- καταφέραμε να κάνουμε τρεις δίσκους ως Scraptown. Πήγαμε για συναυλίες στο εξωτερικό, παίξαμε στις Κάννες για τέσσερις μήνες σε κάποιο κλαμπ. Κάναμε αρκετά πράγματα, αλλά δεν ήταν τόσο αρκετά ώστε να κάνουμε διεθνή καριέρα. Ήθελε κάτι παραπάνω. Όχι στη μουσική μας, αλλά στην προσπάθειά μας. Έπρεπε να αφήσουμε την Ελλάδα για όσο διάστημα χρειαζόταν και να πάμε να ζήσουμε εκεί που ήταν τα πράγματα, εκεί που ήταν η καρδιά της μουσικής. Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται δι’αλληλογραφίας.

- Και κάπου εκεί εσύ ξεκινάς σόλο...

- Ξεκινάω σόλο γιατί το συγκρότημα διαλύεται με την επιστροφή μας από τη Γαλλία. Δεν έχει νόημα από εκεί και παρακάτω. Κι εγώ πρέπει να πάρω μια μεγάλη απόφαση: ή να αλλάξω πορεία μουσικά, να γίνω πιο εμπορικός, δηλαδή να απευθυνθώ σε περισσότερο κόσμο, ή να πάω να οδηγάω αεροπλάνα, που το’χα σπουδάσει κιόλας, ή μηχανολόγος. Δεν μπορούσα όμως να διανοηθώ ότι μπορώ να απομακρυνθώ από τη μουσική. Σαν μουσικός θα το καταλαβαίνεις κι εσύ. Μπορεί να κάνεις ο,τιδήποτε, μπορεί να δουλεύεις στην τράπεζα ας πούμε, αλλά θα περιμένεις την ώρα που θα τελειώσεις να’ρθεις να παίξεις μουσική. Κι έτσι, πολύ διστακτικά έκανα την πρώτη μου δουλειά με ελληνικό στίχο, που δεν είχα τραγουδήσει ποτέ μέχρι εκείνη τη μέρα. Αναρωτιόμουν πως θα φανεί, «είμαι ή δεν είμαι εγώ αυτό;», είχα διάφορες αναστολές. Σημειωτέον ότι επί Scraptown, οι στίχοι ήταν κατά 90% πολιτικοί. Όχι «ελληνικά πολιτικοί», αλλά σε μια πιο διεθνοποιημένη κουλτούρα, όπως και άλλα συγκροτήματα της εποχής όπως οι Clash. Όλοι τότε περνούσαν κάποια μηνύματα, ακόμα και μέσα από ερωτικά τραγούδια. Έκανα λοιπόν το πρώτο μου πείραμα με το «Μωρό μου φάλτσο». Κι επειδή πραγματικά το φοβόμουνα, έβγαλα ένα maxi single το οποίο ήταν ανώνυμο. Είχε μια κότα με ακουστικά απ’έξω, φτιαγμένη με αερογράφο, ένα πολύ ωραίο εξωφυλλάκι, και από πίσω έγραφε ότι αυτός ο δίσκος είναι ένα κοινό καταναλωτικό προϊόν και όπως διάφορα προϊόντα δεν χρειάζονται όνομα δημιουργού, έτσι ούτε κι αυτός ο δίσκος χρειάζεται. Κολλήματα αυτά, του εγκεφάλου. Είχε τεράστια επιτυχία αυτό τότε και κανείς δεν ήξερε ποιανού είναι. Παιζόταν παντού, σε μπαράκια, σε κλαμπ... Ήταν το μοναδικό ελληνικό κομμάτι που παιζότανε, γιατί τα κλαμπ παίζανε μόνο ξένη μουσική και πολύ καλά κάνανε.

- Γιατί πολύ καλά κάνανε;

- Γιατί δεν ήταν όλα μια σαλάτα. Ήθελα να ακούσω ελληνική μουσική, ήξερα ότι έπρεπε να πάω εκεί. Ήθελα να ακούσω κλαμπ μουσική, θα πήγαινα στο κλαμπ. Κάθε μέρος ήταν χαρακτηρισμένο για ένα είδος μουσικής. Δεν υπήρχε αυτός ο αχταρμάς που έγινε μετά και στα κλαμπ και στα ραδιόφωνα, που παίζει από τη μία Sting και το επόμενο κομμάτι είναι νησιώτικο. Αυτός ο μύλος που όλα τ’αλέθει για να τους μαζέψουμε όλους, το βρίσκω και λίγο φτηνό.

- Το τραγούδι λοιπόν έκανε αίσθηση. Κι εσύ βγαίνεις με ένα κομμάτι που δηλώνει κάτι πολύ άμεσο και καθημερινό, όπως «μου λείπουν τα στηθάκια σου» ή το ακατανόητο αν δεν είσαι μουσικός «είσαι το σι μπεμόλ ακόρντο στην καρδιά μου». Και στη συνέχεια όμως, σε όλη τη δισκογραφία σου, υπάρχει μια καθαρή ειλικρίνεια και αμεσότητα στους στίχους που γράφεις, η οποία γενικά σπανίζει στο τραγούδι.

- Δεν θεώρησα ποτέ τον εαυτό μου στιχουργό, μου τη δίνουν αυτοί οι όροι. Πάντα κατέγραφα τον εαυτό μου μέσα από τα τραγούδια μου. Εφ’όσον εγώ τα γράφω, εγώ τα τραγουδάω, πρέπει να είμαι εγώ. Κι εγώ ήμουν το παιδί που μίλαγε μ’αυτόν τον τρόπο, που έκανε τις πλάκες του με συγκεκριμένο τρόπο, που σκέφτεται ίσως πολύ βαθιά, αλλά μόνος του, χωρίς να εκδηλώνεται και να το μοιράζεται. Επειδή υπήρξα πάντα πολύ ειλικρινής και με τον κόσμο και με όσους συμμετείχαν τότε και μέχρι σήμερα στα events που έκανα, υπήρχε μόνο αυτό: μια ειλικρίνεια. Κάποιοι έβρισκαν κοινά σημεία και το μοιραζόμασταν αυτό το πράγμα όμορφα κι ωραία, χωρίς βεντετισμούς και «κοιτάξτε εγώ τι κάνω». Ίσως αυτή η ειλικρινής σχέση να είναι ο λόγος που έχω κρατήσει τόσους φίλους μέχρι και σήμερα.

- Δεν ξεχνάω ότι έχεις γράψει κομμάτια -ακόμα και σχετικά άγνωστα και όχι χιτς- όπου δεν φοβάσαι να τραγουδήσεις π.χ. το στίχο «να’σουνα η παντοφλίτσα που φοράω και πάω για τσίσα». Για μένα αυτό έχει μια ποιητική ειλικρίνεια που δεν τολμάει κάποιος σήμερα να εκφέρει στο στίχο του, ίσως από φόβο μήπως αυτό είναι ασόβαρο...

- Μπα, δεν υπολογίζω ποτέ τίποτα, είμαι έτσι σαν χαρακτήρας. Δεν σκέφτηκα ποτέ αν κάτι μου κάνει καλό ή κακό. Θεωρούσα ότι από τη στιγμή που καθόμουν να γράψω, έπρεπε να είμαι ελεύθερος να γράψω ό,τι θέλω. Δεν σου κρύβω ότι πολλές φορές το αντιμετώπισα και με την εταιρεία που είμαι τόσα χρόνια, που προσπαθούσαν να μου επιστήσουν την προσοχή ότι προσπαθώ κάθε φορά ό,τι φτιάχνω να το χαλάω. Ενώ με τους επόμενους δίσκους «Μωρό μου φάλτσο», «Απαγωγή», «Να είσαι εκεί», κάπου φαινόταν το καλό γλυκό παιδί, ξαφνικά εγώ μετά σκάω μύτη με συγκροτήματα, σκισμένα παντελόνια, μαλλιά μακριά, άρχιζα να επανέρχομαι στον εαυτό μου, που ανατρέπει την εικόνα που έχεις μέχρι τότε και που ξέρεις ότι πουλάει. Ή όταν έβγαλα το «Ethnic». Ξαφνικά, σου λέει τι, λαϊκά κάνεις; Ναι, έτσι ξύπνησα σήμερα. «Μα δεν είσαι εσύ αυτό το πράγμα». Ναι, είμαι εγώ. Ό,τι κάνω είμαι εγώ, γιατί δεν κάνω κάτι με καθοδήγηση. Άλλοι μου’χουν πει «μα πως έγραψες για τον Καρρά;». Ναι, έγραψα για τον Καρρά, έτσι γούσταρα εκείνη την εποχή, έτσι μου βγήκε. Ή το κλασικό «έχεις μετανιώσει για πράματα που έχεις κάνει;». Φυσικά, όπως όλοι οι άνθρωποι μετανιώνουμε για πράγματα, μπορεί να έχω μετανιώσει γιατί π.χ. έχω πικράνει κάποιον άνθρωπο, είτε άθελά μου είτε επειδή ήμουν πολύ αυθόρμητος είτε επειδή δεν το σκέφτηκα καλά. Για τη μουσική μου όμως όχι, δεν έχω μετανιώσει. Ούτε για τις επιλογές μου. Όλα είναι κομμάτι από τη ζωή μας.

- Μιας και λες για τα λαϊκά, είναι γεγονός ότι οι καλλιτέχνες της γενιάς σου βλέπουν αυτή τη στροφή και βάζουν μπουζούκι. Εσύ όμως δεν το ακολουθείς αυτό...

- Οι καλλιτέχνες της γενιάς μου έκαναν ένα τεράστιο λάθος. Ενώ ξεκινήσαμε μια μουσική σκηνή πολύ δυνατά -με αποτέλεσμα να έχουμε και το 80% της πίτας των πωλήσεων- μάλλον επειδή δεν εμπιστεύονταν τον εαυτό τους να εμφανίζονται είτε σε χώρους μόνοι τους είτε σε χώρους συναυλιών, πήγανε και μπλέξανε μέσα σε πίστες. Έτυχε να δω καλλιτέχνες που πουλούσαν πολύ περισσότερο από κάποιον λαϊκό που δουλεύανε μαζί. Ο κόσμος όμως που πήγαινε εκεί πέρα, πήγαινε για τον λαϊκό τραγουδιστή. Και έβγαινε ο «μοντέρνος» και έλεγαν όλοι «άντε τελείωνε», τρώγανε όσο τραγουδούσε. Νομίζω ότι αυτοκτονήσανε, μαζί και όλο εκείνο το ρεύμα. Μετά το μπλέξανε με τα βαρελάδικα κι αυτές τις ιστορίες, το «ποπ λαϊκό», βρήκανε διάφορες ονομασίες... Ξέρεις, ο καθένας μέσα στην ασχετοσύνη του, βρίσκει ονομασίες για να υποστηρίξει αυτό που κάνει. Όταν κάνεις κάτι και το πιστεύεις, δεν χρειάζεται καμία ονομασία. Άσε τον άλλο να το ονομάσει όπως θέλει.

- Η επιλογή σου λοιπόν να μην παίξεις κι εσύ σε μαγαζιά νύχτα ήταν συνειδητή.

- Συνειδητά ναι, δεν έπαιζα σε μαγαζιά. Έπαιζα πάντα σε συναυλίες και αν έπαιξα κάποιες εποχές σε μαγαζιά, ήμουνα μόνος μου, μία φορά με τη Σοφία Αρβανίτη, μία είχα φέρει κάτι ξένους και τους O.P.A. Ήθελα να’ναι ξεκάθαρα τα πράματα. Το ποπ πάνω που ήταν στην καλύτερή του εποχή, δεν μπορούσε να γίνει ο μαϊντανός μιας άλλης μουσικής.

- Δεν έχεις αυτή την παρουσία στη νύχτα, παρ’όλα αυτά τα τραγούδια σου «πιάνουν». Παίζονται τότε παντού, παίζονται στα πάρτι, παίζονται ακόμα στα πάρτι -κι αυτό είναι το ένα σκέλος. Το άλλο είναι τα βιντεοκλίπ, με τα οποία ξέρω πως έχεις μια αμφιλεγόμενη σχέση. Πολλά δεν έγιναν όπως ήθελες και από ένα σημείο κι έπειτα το παίρνεις επάνω σου και τα φτιάχνεις ακριβώς όπως θες.

- Δεν αισθάνομαι πολύ καλά με τα βiντεοκλίπ. Αν δεν ήταν δηλαδή μέρος της δουλειάς, θα προτιμούσα να μην έχω κάνει καθόλου. Έχουν παίξει βέβαια το ρόλο τους, σίγουρα. Μετά αγόρασα το πρώτο non-linear editing system στην Ελλάδα. Και ξεκίνησα να κάνω μόνος μου τα κλιπ, χαζά βέβαια γιατί δεν είχα καμία ιδέα, τελείως ερασιτεχνικά. Ίσα ίσα για να λέω «δεν μ’αρέσει που δεν μ’αρέσει, καλύτερα να μην μ’αρέσει επειδή το έφτιαξα εγώ και να τα βάζω με τον εαυτό μου, παρά να τα βάζω με άλλους και να μαλώνω και με τον κόσμο».

- Λύσε μου όμως μια απορία. Ο «Πουφ» είναι γυρισμένος στα Χανιά, αλλά ο στίχος περιγράφει μια αναζήτηση στην Ύδρα και στις Σπέτσες...

- Έπρεπε να επιλέξουμε ένα μέρος που θα κάναμε τέσσερα βίντεο κλιπ μαζί. Η Κρήτη είναι ένα μεγάλο νησί που μπορείς ν’αλλάξεις παραστάσεις, να κάνεις γυρίσματα σε πολλά διαφορετικά μέρη. Οι Σπέτσες είναι πάρα πολύ όμορφες, τις λατρεύω, αλλά είναι και πολύ μικρές. Έχω κάνει όμως βίντεο και στις Σπέτσες.

- Δεν συνδυάστηκε δηλαδή ποτέ ο στίχος με το σενάριο...

- Οπτικά όχι. Αλλά κοίτα, ο στίχος λέει για μια ανάμνηση. Δεν είναι καταγραφή του ίδιου του τραγουδιού, είναι καταγραφή της ανάμνησης. Όταν το θυμάσαι εκείνο στις Σπέτσες και στην Ύδρα, μπορείς να είσαι οπουδήποτε και να το σκέφτεσαι.

- Θα επιμείνω στους στίχους κι ας μην νιώθεις στιχουργός και θα σταθώ σε ένα κομμάτι σου που ξεχωρίζω, τους «Ρώσους». Τόσο σε σχέση με αυτό που έλεγες πριν για το στίχο των Scraptown και των γκρουπ της εποχής, όσο και αναφορικά με το πολιτικό τραγούδι στην Ελλάδα –που τη δεκαετία του ’90 ήδη είχε αρχίζει ίσως να ξεφτίζει- θεωρώ πως «Οι Ρώσοι» είναι το πρώτο τραγούδι πολιτικής υπέρβασης στον τόπο αυτό. Γιατί η απάντηση, όπως το θέτεις στο ρεφρέν, είναι ο έρωτας, «η μόνη ελπίδα είναι να’μαστε μαζί». Και αφού στα κουπλέ, περιγράφεις τους πόλους του πολιτικού θέματος, όπως το εκλάμβανε κάποιος που τα ακούει όλα είτε ως πιθανή λύση είτε ως ενδεχόμενη καταστροφή. Είμαι κοντά στην εξήγηση;

- Νομίζω δεν μπορώ να προσθέσω τίποτα παραπάνω. Είναι πολύ απλός ο στίχος, είναι τόσο απλός που δεν θέλει καμία επεξήγηση, δεν έχει hidden points μέσα. Είναι όμως μια πραγματικότητα. Στην Ελλάδα κρατούσε ο απόηχος του ’70 και της χούντας και οι περισσότεροι –πλην εμού- ήταν έντονα πολιτικοποιημένοι. Αυτά τα ψηστήρια «αυτοί είναι καλοί, οι άλλοι είναι κακοί», φαντάζομαι ότι έχουν περάσει από τα αυτιά όλων, είναι μια πολύ γνωστή υπόθεση. Απλά στο τραγούδι, το συνειδητοποιείς και το αποτυπώνεις. Πάντα προσπαθούσα να βάλω αυτές τις σκέψεις στα τραγούδια μου. Όμως οι καλοθελητές πάντα υπήρχαν και προσπαθούσαν να μείνουν στο «Κουνέλι», για να σου πουν ότι αυτός μέχρι εκεί φτάνει, να γράψει για το κουνέλι.

- Οι στίχοι σου όμως δεν είναι ασκήσεις ύφους. Αναφέρονται πράγματι σε ερωτικές περιπέτειες, υπαρκτές...

- Υπαρκτές και διαχρονικές... Σε κάθε τραγούδι όμως ξεκινάς από μία αφορμή. Από εκεί και μετά μπαίνει και η φαντασία για να συμπληρώσει το στίχο. Υπάρχει μια αλήθεια, αλλά υπάρχει και η φαντασία που αρχίζει και απλώνεται γύρω από αυτή την αλήθεια. Δεν σημαίνει ότι είναι δημοσιογραφικά καταγεγραμμένο, σαν ρεπορτάζ.

- Ξαναγυρίζω στο πολιτικό, σε κάτι που βρήκα θεωρητικά αυτονόητο μιας και όλοι μιλάμε σήμερα γι’αυτό, αλλά κανείς δεν το’χει κάνει. Και αναφέρομαι στο «Ουζάκι», το τελευταίο τραγούδι που έφτιαξες πέρσι, για τους Έλληνες που φεύγουν μετανάστες λόγω της κατάστασης εδώ και το διέθεσες δωρεάν μέσω του youtube, ως μια γενναιόδωρη κίνηση. Χωρίς μάλιστα να κρίνει, χωρίς να τα χώνει για την κρίση, αλλά ως ένα «καλό ταξίδι»...

- Νομίζω ότι πάντα έτσι γράφω. Κάποια κομμάτια παλιότερα από τον δεύτερο δίσκο αναφέρονται σε κάποια πράγματα που δεν τα αγγίζω, γιατί καταντάει σαν εκμετάλλευση. Τα όρια για μένα είναι πολύ διακριτά και πρέπει να προσέχω -εγώ σαν Μιχάλης- δεν θέλω να χαρακτηριστώ ότι εκμεταλλεύομαι μία κατάσταση, «και καλά» -επειδή γίνεται κατά κόρον αυτό. Είναι έτσι, ένα απλό «καλή τύχη», γιατί έχουν φύγει και δικοί μου φίλοι.

- Γράφεις όμως πάνω σε μια πάρα πολύ υπαρκτή κατάσταση, ακόμα και ως συναίσθημα. Αισθάνεσαι κοντά τους, θέλεις κάτι να τους πεις. Δεν είναι αυτό μια θέση;

- Αυτό το συναίσθημα που περιγράφω το έχω νιώσει όχι σαν μετανάστης, αλλά σαν φοιτητής εξωτερικού. Όποτε έφευγα με το αεροπλάνο, Σεπτέμβριο, πάνω που οι άλλοι έκαναν τα μπάνια τους, πήγαινα σε μια χώρα μέσα στη μαύρη καταχνιά, καταχείμωνο ήδη εκεί πέρα. Ακόμα κι αν πηγαίνεις ως φοιτητής και όχι για δουλειά, πάντα σου αφήνει μια στεναχώρια το να φεύγεις από δω.

- Γιουροβίζιον, 2002. Είχε συζητηθεί, με διάφορους τρόπους –το’χες ζήσει... Παρατηρώ όμως τότε ότι η στολή με την οποία εμφανίζεστε στον τελικό θυμίζει καθαρά αυτό που συζητιέται τότε στην Ευρώπη ως σχέδιο: ο ευρωστρατός. Ήταν άραγε κάτι που ήθελες να συνδεθεί; Ποια είναι η ιστορία πίσω από το στυλιστικό της εμφάνισης;

- Ναι, αλλά κοίταξε... Ποτέ δεν μου άρεσε είτε από τα τραγούδια είτε από άλλα που κάνω, να εξηγώ γιατί τα κάνω. Πάντως ό,τι κάνω, πάντα είχε ένα σκοπό, δεν γινόταν ποτέ κάποια επιλογή τυχαία. Και αν θέλεις, δεν είχε και καμία σχέση με τις στυλιστικές διαθέσεις κάποιου. Δηλαδή δεν νομίζω κάποιος να διάλεγε εκείνη τη στολή... Αν και γενικά σαν κόνσεπτ, είναι κάτι που παίζει σε όλες τις science fiction ταινίες. Αυτές τις στολές δεν τις είχαμε φτιάξει, ήταν ορίτζιναλ στολές που είχαν βγει δοκιμαστικά για τη Europol. Τις είχα ζητήσει από το εργοστάσιο στη Γαλλία που τις έφτιαχνε, απαγορευόταν όμως να δοθούν σε ιδιώτες, ήταν μόνο για σώματα ασφαλείας. Το’βαλα πείσμα και τις πήρα τελικά.

- Κι εγώ ως μουσικός, αισθάνομαι ότι σε ρωτάω περισσότερα απ’όσα θέλω να μάθω, απ’όσα χρειάζεται να εξηγηθούν...

- Ειλικρινά δεν θέλω να εξηγώ αυτό που κάνω. Σε ένα κομμάτι που ίσως δεν μπορείς να το περιμένεις ποτέ, εγώ θα πω μια φράση που κάτι σημαίνει –για μένα ίσως, πάρα πολλά. Ποτέ δεν έχω μπει στον κόπο να την εξηγήσω. Μου φαίνεται σαν να πουλάς εξυπνάδα. Το 2004 είχα φτιάξει ένα κομμάτι μ’ένα γκρουπάκι που’χαμε κάνει τότε, παρέα περισσότερο -τα Ταλέντα Δίχως Αύριο- το οποίο λεγόταν «Κόσμος». Ένα καθαρά πολιτικό τραγούδι, από διάφορα πράγματα που μ’ενοχλούσαν. Δεν το έβαλα ποτέ στη δισκογραφία, κάπου ανέβηκε μετά από κάποια χρόνια στο ίντερνετ και μάλιστα όχι από μένα. Απλά περιγράφει τη σημερινή κατάσταση, αν το ακούσεις. Ακριβώς. Το να τα φωνάξεις όμως και να τα εξηγήσεις αυτά, μου φαίνεται εξυπνάδα. Το κάνεις για τον εαυτό σου, βγάζεις τις σκέψεις σου, τις αποτυπώνεις και το αφήνεις. Δεν θέλω να’χει σχέση με την «εμπορική» δουλειά που κάνω, με ένα δίσκο που βγάζω, γι’αυτό και το αφήνω λίγο στην άκρη και βγαίνει απλώς σαν μία σκέψη.

- Και τώρα θα προσπαθήσω να κλείσω όλες σου τις σκέψεις, σε σχέση και με το πως σε βρίσκουν σε αυτή τη φάση, που έχεις στην πλάτη κάποιες δεκαετίες παρουσίας στη μουσική με διάφορους τρόπους, αλλά και μια συναυλία στο Gagarin 205 –την τρίτη κατά σειρά- σε ένα χώρο με τον οποίο πρόσφατα απέκτησες μια σχέση. Σε βρίσκει σε διάθεση ρετρό ή με μια αισιοδοξία για το μέλλον για πράγματα που θέλεις να κάνεις;

- Το ρετρό σε μένα δεν υπάρχει σε καμία περίπτωση -σαν χαρακτήρας δηλαδή, σε καμία έκφανση της ζωής μου. Από μικρός βιαζόμουν για το μέλλον, σε όλα τα πράγματα. Δεν είμαι καθόλου παραδοσιακός, δεν με ενδιαφέρουν οι παραδόσεις. Θεωρώ ότι όλα αυτά, η παραδοσιακή μουσική, η ενδυμασία, έχουν απλά μουσειακό χαρακτήρα. Πρέπει να τα μαθαίνουμε, όπως πρέπει να μαθαίνουμε και Ιστορία, να ξέρουμε τι γινόταν στο παρελθόν για να μπορούμε να προχωρήσουμε στο μέλλον. Όταν ασχολούμαστε συνέχεια με παραδόσεις, εμποδίζουμε το μέλλον –έρχεται πιο αργά. Πρέπει να έρχεται στην ώρα του, γιατί μας βρίσκει πάντα καθυστερημένους. Άρα το ρετρό το ξεχνάμε, καμία ρετρό διάθεση. Τα κομμάτια είναι φτιαγμένα όπως θα ήταν αν τα έγραφα σήμερα και αυτό είναι όλο. Δεν έχω μουσικούς, γιατί παίζω η-λε-κτρο-νι-κή μουσική. Έχω computers, τα δουλεύω εδώ πέρα για μήνες, τα’χω ξαναφτιάξει όλα μου τα κομμάτια ειδικά για το Gagarin, είναι σαν να έχω κάνει πέντε-έξι δίσκους μαζί από την αρχή. Δεν νομίζω ότι υπάρχει καλύτερο από το να πας να ακούσεις έναν καλλιτέχνη στο 100% του. Ό,τι ακουστεί από την πρώτη μέχρι την τελευταία νότα, είμαι εγώ.

- Και πως επιλέγεις τα τραγούδια που θα παίξεις; Έχεις στο νου σου ποια αγαπάει ο κόσμος;

- Είναι κάποια στάνταρ κομμάτια τα οποία δεν γίνεται να μην τα πεις. Το «Δικός σου για πάντα» δεν γίνεται να μην το πεις, τον «Πουφ» δεν γίνεται να μην το πεις, το «S.A.G.A.P.O.» δεν γίνεται...

- Κάτι θα σου αρέσει όμως και σένα για να τα λες...

- Με το «S.A.G.A.P.O.» πάντα πέφτει το μαγαζί. Όλο το κλίμα που δημιουργείται όταν λες αυτά τα κομμάτια, είναι εκρηκτικό. Πως να τ’αφήσεις απ’έξω;

- Είναι λοιπόν μια απαίτηση που την έχεις ενσωματώσει κι εσύ στον εαυτό σου.

- Ναι, βέβαια. Κοίταξε, ο κόσμος θέλει ν’ακούσει κάποια κομμάτια που έχει αγαπήσει, που του είναι γνώριμα. Για μένα όμως είναι πολύ μεγάλο ρίσκο αυτό που κάνω, με το είδος μουσικής που παίζω τώρα. Είναι τόσο επικίνδυνο που στο πέμπτο-έκτο κομμάτι, να μην υπάρχει κανένας εκεί μέσα, να αδειάσουν το χώρο. Επίσης θα πω δυο-τρία κομμάτια που δεν τα έχω πει ποτέ, μέσα σ’αυτά κι ένα από τον πρώτο μου δίσκο. Το ρισκάρω όμως.

- Αλλά το «Κουνέλι» θα το πεις, σωστά;...

Δεν θα αποκαλύψω την απάντηση του Μιχάλη Ρακιντζή. Θα μείνει ως ερώτημα -μαζί με την υπόλοιπη εμπειρία που είναι μια συναυλία του- για την ερχόμενη Παρασκευή, «14 Φλεβάρη, όταν γιόρταζαν οι άλλοι...». Στη Λιοσίων στον αριθμό 205, που πάντα βρισκόμαστε εκεί για καλό.

image