More in Culture

Η Χοντρομπαλού του Γκυ ντε Μωπασσάν και η Ντόλι Παρτον των στρας

Οι «έντιμοι αχρείοι» και οι γυναίκες που αρνήθηκαν να τους μοιάσουν

Επιστήμη Μπινάζη
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Από τη Χοντρομπαλού του Μωπασσάν στη Ντόλι Πάρτον: Δύο γυναίκες που αρνήθηκαν να προσαρμόσουν τον εαυτό τους στις προσδοκίες των άλλων

Ένας από τους αγαπημένους μου λογοτεχνικούς ήρωες είναι η Χοντρομπαλού του Γκυ ντε Μωπασσάν. Εννοείται πως έχω κάνει δώρο το βιβλίο άπειρες φορές.

Είχα διαβάσει το διήγημα πριν από πολλά χρόνια και, όπως συμβαίνει με τα βιβλία που μας έχουν πραγματικά επηρεάσει, είχα ξεχάσει αρκετά από την πλοκή αλλά όχι το συναίσθημα που μου είχε αφήσει η ηρωίδα του. Η Ελιζαμπέτ Ρουσέ, η περίφημη Boule de Suif, Χοντρομπαλού στα ελληνικά, είναι μια πόρνη που ταξιδεύει με μια άμαξα μέσα στην κατεχόμενη από τους Πρώσους Γαλλία του 1870. Η Χοντρομπαλού δεν βρίσκεται τυχαία ανάμεσα στους αστούς και τους αριστοκράτες της άμαξας. Η Ρουέν έχει καταληφθεί από τους Πρώσους και όσοι μπορούν προσπαθούν να φύγουν από την πόλη προς ασφαλέστερες περιοχές, με κατεύθυνση τη Χάβρη. Οι περισσότεροι από τους συνταξιδιώτες της έχουν χρήματα, συμφέροντα και γνωριμίες που τους επιτρέπουν να εξασφαλίσουν άδεια αναχώρησης. Η Ελιζαμπέτ Ρουσέ, αν και κοινωνικά περιφρονημένη επειδή είναι πόρνη, διαθέτει και η ίδια οικονομική ανεξαρτησία και τα μέσα για να ταξιδέψει. Πρόκειται για μια συνύπαρξη που ο Μωπασσάν χρησιμοποιεί για να δείξει από την πρώτη στιγμή ότι τα χρήματα μπορούν να αγοράσουν μια θέση στο ταξίδι, όχι όμως και την κοινωνική αποδοχή.

Συνταξιδεύει λοιπόν μέσα στην άμαξα με όλη την καλή κοινωνία: με αστούς, εμπόρους, αριστοκράτες και κάποιες καλόγριες. Αυτοί που θα λέγαμε σήμερα καθωσπρέπει. Από την αρχή του ταξιδιού την περιφρονούν ακραία.

Στην πρώτη μεγάλη δοκιμασία του ταξιδιού αποδεικνύεται ότι η Χοντρομπαλού πόρνη είναι ο πιο αξιοπρεπής άνθρωπος της άμαξας. Οι καθωσπρέπει έχουν ξεκινήσει το ταξίδι απροετοίμαστοι χωρίς τρόφιμα. Εκείνη έχει μαζί της ένα καλάθι γεμάτο φαγητό. Θα μπορούσε πολύ εύκολα να κρατήσει το φαγητό για τον εαυτό της. Δεν το κάνει όμως. Ανοίγει το καλάθι της και μοιράζεται το φαγητό της με τους ανθρώπους που λίγο νωρίτερα την κοιτούσαν σαν να ήταν κάτι βρώμικο.

Αυτό θυμόμουν τόσα χρόνια από τη Χοντρομπαλού. Την απουσία του κόμπλεξ. Την ικανότητα ενός ανθρώπου να μην προσαρμόζει τη δική του ηθική στο πόσο άσχημα του συμπεριφέρονται οι άλλοι.

Γιατί έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε σχεδόν φυσιολογικό ότι ο ταπεινωμένος θα ταπεινώσει, ο αδικημένος θα θελήσει κάποτε να αδικήσει, ο αποκλεισμένος, όταν βρεθεί στην άλλη πλευρά της πόρτας, θα την κλείσει πίσω του. Η πληγή γίνεται ταυτότητα και η ταυτότητα δικαίωμα εκδίκησης. Το θύμα κινδυνεύει να αντιγράψει ακριβώς τον μηχανισμό που το έκανε θύμα. Η Χοντρομπαλού δεν τον αντιγράφει.

Όταν ένας Πρώσος αξιωματικός απαιτεί να κοιμηθεί μαζί της για να επιτρέψει στην άμαξα να συνεχίσει, εκείνη αρχικά αρνείται. Αρνείται επειδή ο άνδρας είναι αξιωματικός του στρατού κατοχής.

Τότε οι καθωσπρέπει συνταξιδιώτες της αρχίζουν σιγά σιγά να την πείθουν. Επικαλούνται το κοινό καλό, τη θυσία, την Ιστορία, ακόμη και τη θρησκεία. Με δυο λόγια, κατασκευάζουν μια ανώτερη ηθική θεωρία για να εξηγήσουν γιατί είναι απολύτως λογικό κάποιος άλλος να πληρώσει το τίμημα της δικής τους ελευθερίας.

Και η Χοντρομπαλού τελικά υποχωρεί. Την επόμενη ημέρα μπορούν όλοι να φύγουν. Η συνέχεια δεν είναι ευχάριστη.

Οι ίδιοι άνθρωποι που την πίεσαν να κοιμηθεί με τον Πρώσο αξιωματικό αρχίζουν ξανά να την αποφεύγουν, σαν να έχει μολυνθεί. Και ενώ εκείνοι έχουν τώρα μαζί τους φαγητό, εκείνη, μέσα στην αναστάτωση, δεν έχει προλάβει να πάρει τίποτε. Και κανείς δεν της προσφέρει ούτε μια μπουκιά. Εκείνη που τους τάισε όταν πεινούσαν, μένει πεινασμένη δίπλα τους.

Ο Μωπασσάν τούς αποκαλεί «έντιμους αχρείους». Ο Φλωμπέρ, όταν διάβασε τη Χοντρομπαλού, έγραψε στον νεαρό τότε συγγραφέα ότι θεωρούσε το διήγημα αριστούργημα.

Αυτό το κορίτσι σκέφτηκα χθες, όταν έμαθα ότι πέθανε η Ντόλι Πάρτον.

Εκ πρώτης όψεως δεν υπάρχει απολύτως καμία σχέση. Μια πόρνη σε γαλλική άμαξα του 1870 και μία από τις μεγαλύτερες σταρ που γέννησε ποτέ η αμερικανική μουσική βιομηχανία.

Κι όμως, στο δικό μου μυαλό συναντιούνται.

Η Ντόλι Πάρτον πέρασε μεγάλο μέρος της καριέρας της ακούγοντας σχόλια για την εμφάνισή της. Πολύ ξανθιά, πολύ βαμμένη, πολύ πληθωρική, πολύ ντεκολτέ, πολύ στρας, πολύ επαρχία. Υπήρξε ολόκληρη περίοδος που το περιτύλιγμα έκανε πολλούς να μην αντιλαμβάνονται πόσο σημαντική συνθέτρια και πόσο έξυπνη επιχειρηματίας βρισκόταν από κάτω.

Η Ντόλι ήξερε ακριβώς τι έκανε.

Έχει διηγηθεί πολλές φορές ότι ως παιδί είχε εντυπωσιαστεί από μια γυναίκα στην πόλη της. Μία γυναίκα με οξυζενέ ξανθά μαλλιά, κατακόκκινα χείλη και νύχια, ψηλά τακούνια, στενές φούστες, βαθύ ντεκολτέ. Οι μεγάλοι την αποκαλούσαν «trash», την «πόρνη της πόλης». Η μικρή Ντόλι την έβρισκε υπέροχη και σκεφτόταν: «Αυτό θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω».

Αργότερα της είπαν ότι ίσως να είχε προχωρήσει περισσότερο αν δεν έδειχνε τόσο «cheap and gaudy». Εκείνη δεν άλλαξε. Έλεγε ότι, αν υπήρχε αρκετό ταλέντο, αργά ή γρήγορα θα φαινόταν. Χρειάστηκε, όπως παραδεχόταν η ίδια, περισσότερο χρόνο για να την πάρουν στα σοβαρά. Δεν θεώρησε όμως ότι το τίμημα της σοβαρότητας ήταν να μεταμορφωθεί σε αυτό που θεωρούσαν σοβαρό οι άλλοι.

Και το έκανε, όπως όλα σχεδόν στη ζωή της, με χιούμορ. «It costs a lot of money to look this cheap». Χρειάζονται πολλά λεφτά για να δείχνεις τόσο φτηνή.

Είναι δύσκολο να βρεις καλύτερο τρόπο για να ακυρώσεις την προσβολή. Να την οικειοποιηθείς τόσο πολύ, ώστε να πάψει να έχει οποιαδήποτε εξουσία πάνω σου.

Αλλά αυτό που με γοητεύει περισσότερο στην Πάρτον είναι ότι, όσο μεγάλωνε η περιουσία και η επιτυχία της, δεν φαίνεται να μεγάλωσε μαζί τους η ανάγκη της να αποδείξει στους άλλους πόσο σημαντική είχε γίνει.

Το 2020 έδωσε ένα εκατομμύριο δολάρια στο Vanderbilt για την έρευνα κατά της COVID-19. Η δωρεά χρηματοδότησε, μεταξύ άλλων, πρώιμη έρευνα που συνδέθηκε με την ανάπτυξη του εμβολίου της Moderna.

Από το 1995 λειτουργεί μέσω του ιδρύματός της η Imagination Library, που στέλνει δωρεάν βιβλία σε παιδιά. Μέχρι τον θάνατό της το πρόγραμμα είχε διανείμει εκατοντάδες εκατομμύρια βιβλία σε όλο τον κόσμο. Και υπάρχει εκείνη η ιστορία με το I Will Always Love You. Το τραγούδι ήταν δικό της. Το έγραψε το 1973. Όταν όμως η Γουίτνεϊ Χιούστον το τραγούδησε για το The Bodyguard, το μετέτρεψε σε παγκόσμιο φαινόμενο και τα δικαιώματα απέφεραν στην Πάρτον εκατομμύρια. Με μέρος αυτών των χρημάτων αγόρασε ένα μεγάλο συγκρότημα σε μια τότε κυρίως αφροαμερικανική περιοχή του Νάσβιλ. Δεν το βάφτισε «Dolly Parton Center» αλλά «the house that Whitney built». Το σπίτι που έχτισε η Γουίτνεϊ.

Γιατί, όπως εξηγούσε, μπορεί το τραγούδι να ήταν δικό της, αλλά εκείνη η εκτέλεση ήταν της Γουίτνεϊ Χιούστον.

Αυτό μου φαίνεται σχεδόν ριζοσπαστικό σε έναν κόσμο όπου όλοι διεκδικούμε διαρκώς λίγο περισσότερο credit. Ένα όνομα μεγαλύτερο στα γράμματα. Ένα «εγώ το έκανα». Μια φωτογραφία μπροστά από τη δωρεά. Μια φωτογραφία στο κόψιμο της κορδέλας.

Υπάρχει μια παλιά αντίληψη, θρησκευτική αλλά και βαθιά ανθρώπινη, ότι ο πλούτος δεν είναι μόνο ιδιοκτησία. Είναι και διαχείριση. Αυτό που οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν stewardship. Για ένα διάστημα βρίσκονται στα χέρια σου χρήματα, γη, εξουσία, ταλέντο, δυνατότητες. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα απέκτησες. Είναι τι έκανες με αυτά όσο τα είχες. Και μέσα σε όλα όσα γράφονται αυτές τις ημέρες για τα τραγούδια, τα βραβεία, τα εκατομμύρια των δίσκων, τις περούκες, τα στρας, το Jolene, το 9 to 5, εγώ ξανασκέφτομαι τη Χοντρομπαλού. Δύο γυναίκες που οι καθωσπρέπει θα μπορούσαν κάποτε να κοιτάξουν λίγο αφ’ υψηλού. Η μία επειδή ήταν πόρνη. Η άλλη επειδή έμοιαζε επίτηδες με την πόρνη της πόλης. Και οι δύο, με εντελώς διαφορετικό τρόπο, μας αναγκάζουν να αναρωτηθούμε ποιος τελικά έχει κύρος και κυρίως ποιος έχει ηθική.

Η Ντόλι Πάρτον, μέσα στα ξανθά μαλλιά, τα τεράστια ντεκολτέ και τα εκατομμύρια στρας, κουβαλούσε κάτι από την αγαπημένη μου Χοντρομπαλού.

Τελικά, μπορεί να χρειάζονται πράγματι πολλά χρήματα για να δείχνεις τόσο φτηνή. Για να είσαι γενναιόδωρος όμως χρειάζεται κάτι πολύ ακριβότερο.