More in Culture

4οι Δελφικοί Διάλογοι: Όταν στους Δελφούς οι επιστήμονες άρχισαν να μιλούν σαν... φιλόσοφοι

Τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος σε έναν κόσμο όπου οι μηχανές αρχίζουν να γράφουν, να δημιουργούν, να αποφασίζουν και, ίσως κάποτε, να μας ξεπερνούν.

Έλενα Ντάκουλα
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Όλα όσα συζητήθηκαν στους 4ους Δελφικούς Διαλόγους για την τεχνητή νοημοσύνη και το μέλλον της ανθρωπότητας

Στην αρχαιότητα οι άνθρωποι πήγαιναν στους Δελφούς για να πάρουν απαντήσεις από το Μαντείο. Στις 3 και 4 Ιουλίου η αίθουσα Φρύνιχος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών ήταν κατάμεστη από ακροατές που πήγαν εκεί για να ακούσουν παγκοσμίου βεληνεκούς εισηγητές να μιλούν για το μέλλον της ανθρωπότητας και πιο συγκεκριμένα για την τεχνητή νοημοσύνη. Και έφυγαν με ερωτήσεις. Ίσως περισσότερες, αλλά σίγουρα καλύτερες απ' όσες είχαν όταν μπήκαν στην αίθουσα.

Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών © Έλενα Ντάκουλα

Στους Δελφούς ήταν χαραγμένα δύο παραγγέλματα: «Γνώθι σαυτόν» και «Μηδέν άγαν». Ύστερα από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, μοιάζουν να είναι οι πιο επίκαιρες συμβουλές και για την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Πριν δημιουργήσεις μια νέα νοημοσύνη, κατάλαβε τη δική σου. Και μην παραδοθείς ούτε στον φόβο ούτε στη λατρεία της τεχνολογίας.

Για δύο ημέρες δεν συζητήθηκε απλώς η τεχνητή νοημοσύνη, το διάστημα ή το μέλλον της τεχνολογίας. Συζητήθηκε κάτι πολύ πιο απτό και προσωπικό: τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος σε έναν κόσμο όπου οι μηχανές αρχίζουν να γράφουν, να δημιουργούν, να αποφασίζουν και, ίσως κάποτε, να μας ξεπερνούν.

Κάποια στιγμή συνειδητοποιούσες ότι ο αστροφυσικός, ο φιλόσοφος, ο νομικός, ο ειδικός στη δημόσια διακυβέρνηση και ο νευροεπιστήμονας, παρότι προέρχονταν από εντελώς διαφορετικά πεδία, κατέληγαν σχεδόν στο ίδιο σημείο. Δεν προσπαθούσαν να δώσουν οριστικές απαντήσεις. Προσπαθούσαν να διατυπώσουν σωστά τα ερωτήματα. Και, κυρίως, δεν μιλούσαν τελικά για την τεχνητή νοημοσύνη. Μιλούσαν για τον άνθρωπο. Για το τι είναι εκείνο που δεν πρέπει να χάσουμε.

«Η ανθρώπινη συνείδηση θεμελιώνεται πρωτίστως στο αίσθημα του να είσαι ζωντανός», είπε ο Lenart Škof. Ίσως αυτή να ήταν η πιο δύσκολη φράση ολόκληρου του διημέρου. Αν η συνείδηση αρχίζει από το βίωμα της ζωής και όχι από την επεξεργασία πληροφοριών, μπορεί ένας αλγόριθμος να τη συναντήσει ποτέ ή θα παραμένει για πάντα μια εξαιρετική απομίμηση;

Λίγο αργότερα, ο Marcello Ienca υπενθύμισε ότι «η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να αναβαθμίζει και όχι να υποβαθμίζει τους ανθρώπους». Η φράση ακούγεται αυτονόητη. Μέχρι να αναρωτηθεί κανείς αν έχουμε ήδη αρχίσει να κάνουμε το αντίθετο, αναθέτοντας στις μηχανές ολοένα και περισσότερες αποφάσεις που μέχρι χθες θεωρούσαμε αποκλειστικά ανθρώπινες.

Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η Ofrit Liviatan, προειδοποιώντας ότι «η τεχνητή νοημοσύνη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αλάνθαστη ψηφιακή μαντεία». Η παρατήρησή της αποκτούσε έναν σχεδόν συμβολικό χαρακτήρα, ειπωμένη στους Δελφούς. Στον τόπο όπου επί αιώνες οι άνθρωποι αναζητούσαν χρησμούς, η προειδοποίηση ήταν σαφής: ας μην αντικαταστήσουμε ένα μαντείο με ένα άλλο, αυτή τη φορά ψηφιακό, χωρίς προηγουμένως να έχουν τεθεί δεσμευτικοί νομικοί και δημοκρατικοί κανόνες για τη λειτουργία του.

Και αν η μία πλευρά της συζήτησης αφορούσε τους κινδύνους, η άλλη αφορούσε τη διακυβέρνηση. Από την Hellen Margets ακούστηκε η άποψη ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γίνει εργαλείο καλύτερων δημόσιων υπηρεσιών, αποτελεσματικότερων πολιτικών και μεγαλύτερης λογοδοσίας, αρκεί να λειτουργεί υπό δημοκρατικό έλεγχο και όχι υπό τον αποκλειστικό έλεγχο των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών που ήδη διαμορφώνουν το ψηφιακό περιβάλλον της εποχής μας.

Άποψη Αίθουσας των Δελφικών Διαλέξεων © Πάνος Πραγιάννης

Το επίπεδο των συζητήσεων ήταν υψηλό και, σε ορισμένα σημεία, κάποιος που δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με την τεχνητή νοημοσύνη ίσως δυσκολευόταν, να το παρακολουθήσει. Ακούστηκαν δε περιπτώσεις, σκέψεις και προτάσεις που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζαν εξωπραγματικές. Ότι σε ένα σχολείο στην Κίνα τοποθέτησαν, πιλοτικά, στα κεφάλια των παιδιών ειδικά headbands που καταγράφουν αν προσέχουν στο μάθημα ή όχι. Ότι οι κυβερνήσεις θα βασίζονται όλο και περισσότερο στην τεχνητή νοημοσύνη για τη λήψη αποφάσεων και τον έλεγχο του πληθυσμού. Ότι οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες αποκτούν δύναμη αντίστοιχη με εκείνη των κρατών. Ότι ίσως χρειαστεί να θεσπιστούν «νευροδικαιώματα», ώστε κανείς να μην μπορεί να παρεμβαίνει στις σκέψεις και στη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Οι ερωτήσεις όμως που ακολουθούσαν εξέφραζαν με σχεδόν απλοϊκό τρόπο την απορία, την ανησυχία, τον φόβο και τον προβληματισμό.

Μπορεί μια μηχανή να αποκτήσει συνείδηση ή θα παραμείνει για πάντα ένας εξαιρετικά εξελιγμένος υπολογιστής; Πώς απειλείται από αυτήν ο άνθρωπος και ποιες είναι οι επιπτώσεις για το περιβάλλον; Ποιοι είναι οι κίνδυνοι όταν η εξουσία της γνώσης και της ενημέρωσης συγκεντρώνεται στα χέρια λίγων πολιτικών ή οικονομικών φορέων; Θα μπορέσει ποτέ η τεχνητή νοημοσύνη να νιώσει ή θα μιμείται διαρκώς το συναίσθημα; Αν αύριο η τεχνητή νοημοσύνη γνωρίζει περισσότερα από εμάς, ποιος θα παίρνει τις αποφάσεις; Οι άνθρωποι ή οι αλγόριθμοι; «Τι θα είμαστε αν δεν έχουμε αγάπη; Θα είμαστε ένα τίποτα;» Η ερώτηση τέθηκε με αφορμή το κείμενο του Αποστόλου Παύλου προς Κορινθίους για την αγάπη, το οποίο χρησιμοποίησε στην παρουσίασή του ο Markus Gabriel.

Κι όταν νόμιζες ότι η συζήτηση είχε φτάσει στα όριά της, τέθηκε το ερώτημα που συνοδεύει τον άνθρωπο από τότε που σήκωσε για πρώτη φορά το βλέμμα στον νυχτερινό ουρανό. Είμαστε μόνοι στο Σύμπαν; «Η πιο ρομαντική ερώτηση της επιστήμης», σύμφωνα με τον Avi Loeb. Αλλά και μία ερώτηση που οδηγεί αμέσως σε μία άλλη: «Το πιο σημαντικό ερώτημα παραμένει: σε ποιον πρέπει να ανήκει το διάστημα ή, εν τέλει, αν πρέπει να τίθεται θέμα ιδιοκτησίας του;», διερωτήθηκε ο Παναγιώτης Ροϊλός.

Παναγιώτης Ροϊλός © Πάνος Πραγιάννης

Είναι ερωτήσεις που οι περισσότεροι έχουμε κάνει κοιτώντας έναν καθαρό ουρανό, διαβάζοντας επιστημονική φαντασία ή τα βιβλία του Έριχ φον Νταίνικεν. Στους Δελφούς, όμως, δεν τις έθεσαν συγγραφείς ή σεναριογράφοι. Τις έθεσαν κορυφαίοι αστροφυσικοί, οι οποίοι αντιμετωπίζουν πλέον την αναζήτηση εξωγήινης νοημοσύνης ως πραγματικό επιστημονικό αντικείμενο και όχι ως σενάριο κινηματογράφου. Για κάποιους, μάλιστα, η πιθανότητα ύπαρξης νοημοσύνης κάπου αλλού στο Σύμπαν αγγίζει το 100%. Το εμπόδιο των αποστάσεων, όμως, παραμένει ένας σοβαρός ανασταλτικός παράγοντας για να την ανακαλύψουμε ποτέ, όπως ανέφερε ο κος Κριμιζής.

Στρογγυλή Τράπεζα © Πάνος Πραγιάννης

Οι ομιλητές δεν συμμερίζονταν όλοι την ίδια άποψη για την εξωγήινη ζωή και το κατά πόσο θα πρέπει να επικεντρωθούμε στην αναζήτησή της.

Όπως τόνισε με έμφαση ο Martin Rees, «είναι επικίνδυνη αυταπάτη να πιστεύει κανείς ότι το διάστημα προσφέρει μια διέξοδο από τα προβλήματα της Γης». Και, σύμφωνα με τον ίδιο, «η ιδέα του Μασκ για μια "πόλη" που θα φιλοξενεί 100.000 απλούς ανθρώπους στον Άρη είναι, φυσικά, εξαιρετικά φουτουριστική».

Κι όμως, ούτε εκείνο ήταν το σημαντικότερο συμπέρασμα. Ο Avi Loeb μίλησε για την ανάγκη «κοσμικής ταπεινότητας». Ο Martin Rees, κλείνοντας την ομιλία του, είπε κάτι που έμεινε να αιωρείται στην αίθουσα: «Πρέπει να γίνουμε καλοί πρόγονοι». Μια φράση που δεν μιλά ούτε για εξωγήινους ούτε για υπολογιστές. Μιλά για ευθύνη. Γιατί όσο περισσότερο μιλούσαν για το μέλλον, τόσο περισσότερο επέστρεφαν στο παρόν.

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι μια υπόθεση του αύριο. Είναι ήδη εδώ. Γράφει κείμενα, δημιουργεί εικόνες, επηρεάζει τι διαβάζουμε, τι αγοράζουμε, ακόμη και τι πιστεύουμε.

Και κάπου εκεί συνειδητοποιούσες πως η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι να δημιουργήσουμε πιο έξυπνες μηχανές. Είναι να μη γίνουμε εμείς πιο παθητικοί άνθρωποι. Είναι να μπορέσουμε να συνεργαστούμε με τις νέες τεχνολογίες χωρίς να χάσουμε την ικανότητα να σκεφτόμαστε ελεύθερα — τη γνωστική μας ελευθερία.

Δεν ξέρω αν κάποιος έφυγε από τους Δελφούς με βεβαιότητες ή με μπλοκάκια γεμάτα σημειώσεις. Σίγουρα όμως πολλοί έφυγαν εντυπωσιασμένοι και αισιόδοξοι. Αρκετοί προβληματισμένοι. Και, για να είμαστε ειλικρινείς, κάποιοι λίγο... φρικαρισμένοι. Γιατί για πρώτη φορά δεν συζητούσαμε για το αν το μέλλον έρχεται. Συζητούσαμε αν έχει ήδη αρχίσει.

Ίσως γι' αυτό αποκτά ιδιαίτερο νόημα μια φράση του Ηράκλειτου: «Ὁ ἄναξ, οὗ τὸ μαντεῖόν ἐστι τὸ ἐν Δελφοῖς, οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει». Ο Ηράκλειτος αναφέρεται στον Απόλλωνα και τους χρησμούς του. Ο θεός δεν δίνει έτοιμες, ξεκάθαρες και κυριολεκτικές απαντήσεις. Δεν κρύβει την αλήθεια, αλλά ούτε και την αποκαλύπτει άμεσα. Σημαίνει. Δίνει σημάδια, σύμβολα και υπαινιγμούς.

Η αντιπαραβολή αυτής της ρήσης με την τεχνητή νοημοσύνη αναδεικνύει τη διαφορά ανάμεσα στο θεϊκό αίνιγμα και τη στατιστική πιθανότητα, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η ΤΝ λειτουργεί και «σημαίνει» στον σύγχρονο κόσμο.

Αδιαμφισβήτητα, η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα πολύτιμο εργαλείο που λίγα χρόνια πριν θα φάνταζε εξωπραγματικό ή ακόμη και... εξωγήινο. Δεν παύει όμως να είναι ένας καθρέπτης των δικών μας δεδομένων. Αντανακλά τη γλώσσα μας, τις πρακτικές μας, τη γνώση αλλά και τα λάθη μας και λειτουργεί μέσα σε έναν δυναμικό και διαδραστικό λογικό χώρο. Δεν είναι όμως ένα υπεράνθρωπο μυαλό. Ούτε μία θεϊκή νοημοσύνη. Δεν έχει συναίσθημα, δεν έχει βιώματα, δεν στοχάζεται. Το αν θα αποτελέσει εργαλείο χειραφέτησης ή εργαλείο ελέγχου δεν είναι τεχνολογικό ζήτημα. Είναι βαθιά πολιτικό, κοινωνικό και ανθρώπινο. Και ίσως αυτό να ήταν το σημαντικότερο μήνυμα που άφησαν πίσω τους οι Δελφικοί Διάλογοι.

Η δημοσιογραφική αποστολή με εισηγητές των 4ων Δελφικών Διαλόγων.