- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Η Θεσσαλονίκη, το Μπέη Χαμάμ και τα νερά που στέρεψαν
Το αναστηλωμένο Μπέη Χαμάμ και η Θεσσαλονίκη που συνεχίζει να θυμάται
Το Μπέη Χαμάμ, η μνήμη της Θεσσαλονίκης και η αναζήτηση μιας ζωντανής κληρονομιάς της πόλης. Πώς διατηρείς την ιστορία χωρίς να την κλείνεις σε μια προθήκη.
Αυτή η πόλη δεν έχει ίσκιο.
Αυτό σκέφτομαι κάθιδρη καθώς διασχίζω το πάρκο της Πλατείας Αρχαίας Αγοράς, σπαρμένο με ελάχιστα κουρασμένα πεύκα που δεν καταφέρνουν να προσφέρουν πραγματική σκιά. Είναι 11:30 το πρωί και κατευθύνομαι προς το νέο στολίδι της Θεσσαλονίκης που παρέδωσε πριν από λίγες μέρες το Υπουργείο Πολιτισμού στο κοινό: το Μπέη Χαμάμ, γνωστό στους παλιότερους Θεσσαλονικείς και ως «Λουτρά Παράδεισος».
Λίγο πριν την είσοδο χαζεύω το άγαλμα του Ελευθερίου Βενιζέλου. Το δεξί του χέρι δείχνει προς την πλευρά της θάλασσας. Σκέφτομαι πως ίσως αυτή είναι η μοίρα των μεγάλων πολιτικών: να ξεκινούν με οράματα μεγέθους Συνθήκης των Σεβρών και τελικά να καλούνται να διαχειριστούν τους σκληρούς συμβιβασμούς μιας Συνθήκης της Λωζάνης.
Η πόλη που γεννήθηκα θα ήταν άλλη αν δεν ξεσπούσε η μεγάλη πυρκαγιά του 1917. Θα είχε περισσότερα τζαμιά, περισσότερους μιναρέδες, περισσότερα ορατά ίχνη από όλες τις ζωές που πέρασαν από εδώ.
Διάβαζα στη «Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων» του Μαρκ Μαζάουερ ότι ο Μουράτ Β΄, ο σουλτάνος της κατάκτησης, παρότι στρατιωτική ιδιοφυΐα, είχε τη φήμη ανθρώπου που δεν αγαπούσε τον πόλεμο.
«Σαν είδε μια πολιτεία τόσο μεγάλη και σε τέτοια θέση και δίπλα στη θάλασσα και κατάλληλη για όλα, τη λυπήθηκε και θέλησε να βάλει να την ξανακατοικήσουν».
Και ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε ήταν να απομακρύνει τους πλιατσικολόγους, τους αμάχους που ακολουθούσαν τον στρατό και τους καταληψίες.
Στέκομαι στην είσοδο πίσω από δύο κυρίες ώριμης ηλικίας. Ρωτούν στα ελληνικά αν χρειάζεται εισιτήριο. Ο φύλακας τις ενημερώνει πως προς το παρόν η είσοδος είναι δωρεάν. Χαμογελούν και σχολιάζουν μεταξύ τους σε μια γλώσσα που δεν μπορώ να αναγνωρίσω. Κάτι μου θυμίζει από τα αρωμουνικά, τα βλάχικα που μιλούσαν πολλοί Έλληνες της ευρύτερης περιοχής του Μοναστηρίου.
Η Θεσσαλονίκη ακόμα βράζει από Βαλκάνια. Η Αθήνα, η πόλη όπου ζω σήμερα, παρότι γεωγραφικά βαλκανική πρωτεύουσα, δεν έχει αυτή την καθημερινή αίσθηση διασταύρωσης λαών, γλωσσών και μνημών.
Γυρίζω νοερά πίσω στην εποχή του Μουράτ. Πολλά από τα κατάλοιπα των πρώτων οθωμανικών χρόνων της πόλης συνδέονται με εκείνη την περίοδο. Ο θεσμός του βακουφιού, της αφιέρωσης δηλαδή ιδιωτικής περιουσίας για κοινωφελείς σκοπούς, άφησε πίσω του τζαμιά, σχολεία, λουτρά, αγορές, βρύσες και χώρους περίθαλψης.
Τηρουμένων πάντα των ιστορικών και θρησκευτικών διαφορών, η ιδέα ότι ένας ιδιώτης διαθέτει μέρος της περιουσίας του για ένα έργο που θα ξεπεράσει τον ίδιο και θα υπηρετήσει την κοινωνία μάς είναι γνώριμη μέχρι σήμερα. Από το Βαρβάκειο, το Μετσόβιο και το Ζάππειο μέχρι το Ωνάσειο και το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, απολαμβάνουμε ακόμη χώρους γνώσης, πολιτισμού, υγείας και δημόσιας ζωής που γεννήθηκαν μέσα από αυτή τη σχέση ιδιωτικής προσφοράς και συλλογικής ωφέλειας.
Έτσι ο Μουράτ Β΄ έχτισε το Μπέη Χαμάμ το 1444, λίγα μέτρα από το Χαμζά Μπέη Τζαμί, πάνω στην Εγνατία Οδό. Έναν χώρο καθαριότητας, κοινωνικότητας αλλά και προετοιμασίας για τη θρησκευτική λατρεία.
Γράφει σχετικά ο Μαρκ Μαζάουερ:
«Τα γεμάτα ατμό δωμάτια και οι υπηρεσίες του, όπου νεαροί μασέρ έτριβαν με λάδι τους ξαπλωμένους πάνω στις καυτές πέτρες πελάτες τους, ήταν επίσης τόποι σεξουαλικής και κοινωνικής αλληλεπίδρασης, σε ένα αστικό περιβάλλον με λιγοστούς δημόσιους χώρους. Οι εργαζόμενοι στα λουτρά είχαν πάντα αμφιλεγόμενη υπόληψη, αλλά η δουλειά στα χαμάμ έδινε πρόσβαση στους ισχυρούς και αποτελούσε σκαλοπάτι προς την κλίμακα της αυτοκρατορικής δημόσιας υπηρεσίας.
Το Μπέη Χαμάμ της Θεσσαλονίκης, με τα χωριστά του λουτρά για άντρες και γυναίκες, αποτελεί εξαίρετο δείγμα της πρώιμης οθωμανικής αρχιτεκτονικής στα Βαλκάνια. Ώστε τη δεκαετία του 1960, οι ταξιδιώτες μπορούσαν ακόμα να πλυθούν στα λουτρά “Παράδεισος”, όπως ονομάζονταν στην τελευταία τους περίοδο.
Σήμερα τα καυτά και κρύα νερά που έτρεχαν αδιάκοπα, όπως ανέφεραν οι περιηγητές του 17ου αιώνα, έχουν πια στερέψει, αλλά χάρη στην ελληνική αρχαιολογική υπηρεσία, μπορεί κανείς να εισχωρήσει από δωμάτιο σε δωμάτιο μέσα από τα στενά περάσματα και να θαυμάσει τον περίτεχνο εσωτερικό διάκοσμο, τις μαρμάρινες πλάκες όπου δέχονταν το μασάζ οι πελάτες και τα δροσερά θολωτά δωμάτια με τους γύψινους και ψελωτούς μουκαρνάδες, τα οποία φωτίζονταν μόνο από δυνατές δέσμες φωτός που ξεχύνονταν από τρύπες ανοιγμένες βαθιά μέσα στη θολωτή οροφή.»
Μπαίνω από δωμάτιο σε δωμάτιο. Τα ανδρικά λουτρά εντυπωσιάζουν με την κλίμακα, την άνεση των χώρων και την πιο πλούσια διακόσμηση, ενώ ο γυναικείος χώρος εμφανίζεται πιο λιτός και περιορισμένος.
Αυτό το πρωινό είμαστε ελάχιστοι. Και τολμώ να πω πως μάλλον είμαι η μόνη Ελληνίδα επισκέπτρια. Ένας νεαρός Αμερικανός φοιτητής και κάποια ζευγάρια τουρίστες. Τούρκοι και Ιταλοί.
Είμαι ευγνώμων για την αποκατάσταση του μνημείου ως Θεσσαλονικιά και Ελληνίδα. Αλλά αν το χαμάμ λειτουργούσε μέχρι τη δεκαετία του 1960, γιατί δεν θα μπορούσε να επαναλειτουργήσει χρηστικά;
Αν τα τρεχούμενα νερά ήταν και κρύα, ίσως οι ορδές των Θεσσαλονικέων που συνάντησα λίγο πριν στο αντίθετο ρεύμα της Εγνατίας, με κατεύθυνση προς Χαλκιδική, να επέλεγαν το Μπέη Χαμάμ για λίγη δροσιά.
Σε άλλες πόλεις της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από το Σαράγεβο μέχρι την Κωνσταντινούπολη, ιστορικά λουτρά του 15ου αιώνα αποκαταστάθηκαν όχι μόνο ως μνημεία αλλά και ως ζωντανοί χώροι.
Βέβαια, ένα χαμάμ δεν χρειάζεται μόνο να αναστηλωθεί. Χρειάζεται καθημερινή λειτουργία, προσωπικό, συντήρηση, υπηρεσίες, επιχειρησιακό σχέδιο.
Η πρόκληση για τέτοια μνημεία είναι ακριβώς αυτή: πώς προστατεύεις την ιστορία τους χωρίς να τα μετατρέπεις μόνο σε χώρους μνήμης, αφήνοντάς τα να συνεχίσουν, όπου είναι δυνατόν, να κάνουν αυτό για το οποίο δημιουργήθηκαν.
Βγαίνω ξανά στην καυτή άσφαλτο της Εγνατίας. Αύριο επιστρέφω στην Αθήνα.
Θέλω να ζητήσω από τους φίλους μου την επόμενη φορά που θα ανέβουν στη Θεσσαλονίκη για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, εκτός από τις επισκέψεις στους γαστρονομικούς παραδείσους της πόλης, να κάνουν μια επίσκεψη και σ’ αυτόν τον ιστορικό παράδεισο.