Ντέιβιντ Λιντς: Ο Αλέξανδρος Κώτσης είναι ο πλέον φανατικός Έλληνας θαυμαστής του
Ο Αλέξανδρος Κώτσης με ένα μικρό μέρος της Ντέιβιντ Λιντς συλλογής του
More in Culture

Ο Αλέξανδρος Κώτσης έχει τη μεγαλύτερη Ντέιβιντ Λιντς συλλογή που θα δεις σήμερα

Μιλήσαμε με τον Νεοσμυρνιώτη θαυμαστή και συλλέκτη του μεγάλου σκηνοθέτη
Μπάμπης Καλογιάννης
Μπάμπης Καλογιάννης
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο δικηγόρος Αλέξανδρος Κώτσης εκφράζει την αγάπη του για τον Ντέιβιντ Λιντς μέσα από μια ιδιαίτερα πλούσια συλλογή από memorabilia του σκηνοθέτη

Είναι αρκετοί οι ηθοποιοί και οι κινηματογραφιστές που μέσα από το συνολικό τους έργο απέκτησαν το status ενός ροκ σταρ, ξεφεύγοντας από τα όρια της τέχνης τους. Το status ενός ανθρώπου δηλαδή του οποίου η δουλειά έδινε πλήθος αναφορών στην ποπ κουλτούρα της εποχής, ώστε αυτή να διαμορφώσει αφήγημα και αισθητική. Από τις διάσημες τριλογίες όπως αυτές του Νονού και του Ιντιάνα Τζόουνς (μέχρι τις δύο μεταγενέστερες ταινίες), μέχρι το franchise του Τζέιμς Μποντ, τον κόσμο του Star Wars και τη μεταφορά του σύμπαντος του Τόλκιν στη μεγάλη οθόνη. Είναι πολλές λοιπόν οι περιπτώσεις όπου ο θεατής γίνεται θαυμαστής, φανατικός ακόλουθος και στην ουσία «μελετητής». Η προσμονή για τις κατά καιρούς νέες ταινίες των Μάρτιν Σκορσέζε και Κουέντιν Ταραντίνο είναι ενδεικτική, με τους σκηνοθέτες να γίνονται ουσιαστικά οι «frontmen» μιας συγκεκριμένης κινηματογραφικής κουλτούρας. Ο σπουδαίος Ντέιβιντ Λιντς, ο οποίος έφυγε από τη ζωή τον Ιανουάριο του 2025, ήταν σίγουρα ένας τέτοιος frontman, ένας σκηνοθέτης του οποίου η επιρροή και η κληρονομιά μας άφησαν να θέλουμε πολλά περισσότερα. Ο Νεοσμυρνιώτης δικηγόρος Αλέξανδρος Κώτσης το γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα μας, έχοντας δημιουργήσει ένα μικρό «Λιντς» σύμπαν στο σπίτι και στην καθημερινότητά του. 

Ο Αλέξανδρος - σαν κάθε συνεπής θαυμαστής του Ντέιβιντ Λιντς - εχει εντρυφήσει βαθιά στο αινιγματικό, σκοτεινό και ονειρικό ύφος των έργων του σκηνοθέτη. Από τις δημοφιλείς και λιγότερο γνωστές ταινίες του, μέχρι τον σουρεάλ κόσμο του Twin Peaks, ο σκηνοθέτης σχεδίαζε λαβύρινθους σε μια πολύ ξεχωριστή κινηματογραφική γλώσσα, βασιζόμενη στο κριτήριο και την αισθητική εκείνων των θεατών που αφιερώνουν χρόνο και ουσία, ώστε να μάθουν τα μυστικά της κάθε δημιουργίας του. Ο Αλέξανδρος Κώτσης είναι επί χρόνια ένας από αυτούς, ένας άνθρωπος με τον οποίο απολαμβάνεις τις συζητήσεις για κάθε θέμα με το οποίο καταπιάνεται και παθιάζεται. Τους Depeche Mode, την περιοχή της Νέας Σμύρνης ανά τα χρόνια, τον αγαπημένο του Πανιώνιο. Και φυσικά τον Λιντς, του οποίου συλλέγει φανατικά κάθε είδους memorabilia εδώ και δεκαετίες, όντας ταυτόχρονα ο διαχειριστής της σελίδας «David Lynch - Greece» στο Facebook. Μιλώντας στην Athens Voice, ξετυλίγει το κουβάρι των αναμνήσεων από την πρώτη του επαφή με τον σκηνοθέτη, την είσοδο στον κόσμο του Twin Peaks, ενώ επίσης μοιράζεται πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες που σίγουρα θα ενδιαφέρουν τους θαυμαστές του σκηνοθέτη και όχι μόνο. 

«Ο Ντέιβιντ Λιντς ήταν ο σκηνοθέτης που μας έκανε να κοιτάξουμε κατάματα τα όνειρα και τους εφιάλτες μας. Αυτός που μας χάρισε τις μεγαλύτερες στιγμές του παράδοξου, του σουρεαλιστικού, του μεταφυσικού, αλλά ταυτόχρονα και του βαθέος ανθρωπισμού στο σινεμά. Άνοιξε πόρτες στο όνειρο αλλά και στο «μέσα» μας, μας έμαθε να τρώμε ντόνατς και να πίνουμε καφέ και να λατρεύουμε τις βαθιά πορφυρές κουρτίνες. Σε προσωπικό επίπεδο είναι εκείνος ο άνθρωπος από τον οποίο άκουσα για τον υπερβατικό διαλογισμό, τον οποίο και διδάχθηκα και ασκώ μέχρι και σήμερα. Είναι ο μοναδικός σκηνοθέτης του οποίου ταινία έχω δει σε πρεμιέρα στον κινηματογράφο αλλά και τις δυο επόμενες μέρες, περί Mulholland Drive ο λόγος. Το καλοκαίρι του 2017, όταν και επέστρεψε στη ζωή μας το Twin Peaks, ήμουν τόσο ευτυχισμένος, από το τόσο απλό αυτό πράγμα, ότι δηλαδή περίμενα κάθε Δευτέρα πρωί να δω το καινούριο επεισόδιο λίγο μετά την προβολή του στην Αμερική! Και μιλούσα διαρκώς γι’ αυτό, το σκεφτόμουν, το βίωνα. «Βουτούσα» μέσα του, βυθιζόμουν στον μαγικό του κόσμο, διάβαζα και ανέπτυσσα θεωρίες, ανέλυα τις πιθανές εξηγήσεις, σαν να ήμουν εγώ ο πρωταγωνιστής Dale Cooper. Κόλλησα το μικρόβιο μέχρι και στους γονείς μου».

«Πάντα είχα μια περίεργη αίσθηση ότι κάπως θα γινόταν και κάπου, κάποτε, θα τύχαινε να τον γνώριζα. Ίσως επειδή αισθανόμουν σαν να τον γνώριζα, τόσο συχνά και τόσο βαθιά που βυθιζόμουν - και βυθίζομαι - στον κόσμο του. Για όλα αυτά, και για πολλά άλλα, αισθάνομαι - όπως είμαι σίγουρος και εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι στον κόσμο - πως όταν πέθανε έχασα έναν άνθρωπο που τον γνώριζα και αγαπούσα, έναν δικό μου άνθρωπο. Άγγιξε τόσους πολλούς, χωρίς καν να τους γνωρίζει. Ήταν και θα είναι για πάντα πραγματικά σπουδαίος», θα πει χαρακτηριστικά ο Αλέξανδρος, κάνοντας μια αποτίμηση της επιρροής του Λιντς στην προσωπικότητά του.

Welcome to Twin Peaks. Population, 51.201

Η σειρά Twin Peaks έκανε πρεμιέρα στις 8 Απριλίου 1990. Το ιστορικό καρέ της 24ης Φεβρουαρίου με τον ειδικό πράκτορα του FBI, Dale Cooper, είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στιγμιότυπα της τηλεόρασης των 90s, καθώς και συνολικά της ποπ κουλτούρας της εποχής. Μεταγενέστερες σειρές όπως X-Files, Lost, The Leftovers, The Sopranos, Riverdale, Severance, American Gods, True Detective και διάφορες άλλες, χρωστάνε πολλά στο δημιούργημα του Λιντς, τόσο σε επίπεδο ατμόσφαιρας και σκηνικών, όσο και στο λεγόμενο «character development». Ο Αλέξανδρος θυμάται με νοσταλγία εκείνα τα χρόνια.

«Ήταν αρχές του 1991 κι ενώ δεν ήμουν καν 14 ετών, κάποιος μερακλής στην ΕΡΤ εξασφάλισε την προβολή του Twin Peaks, λίγο μετά την προβολή της πρώτης σεζόν στις ΗΠΑ. Ένα απόγευμα σε μια εφημερίδα το μάτι μου έπεσε σε ένα παράξενο τίτλο: «Ο ύποπτος κόσμος του Twin Peaks». Σαγηνεύτηκα, αιχμαλωτίστηκα. Κάποια βράδια έβλεπα στα κρυφά αποσπασματικά επεισόδια στην ασπρόμαυρη τηλεόραση, εφεδρική στο δωμάτιο πια. Λίγα χρόνια μετά, προβλήθηκε και στο θρυλικό Seven X, και πάλι ωστόσο έμεινα με την απορία: ποιός σκότωσε τη Λόρα Πάλμερ; Η απορία έγινε εμμονή και μιλάμε για εποχές πριν μπει το internet για τα καλά στη ζωή μας. Η παγκόσμια φρενίτιδα για το Twin Peaks δεν είχε ακόμα φτάσει στα μέρη μας και η μόνη ελπίδα ήταν καμιά βιντεοκασέτα (προ dvd εποχής), που κι αυτές όμως ήταν κάτι παραπάνω από δυσεύρετες. Προσωπικά, εκείνη την εποχή δεν βρήκα καμία για αγορά, ενώ και για ενοικίαση τα πράγματα δεν ήταν πολύ καλύτερα.

Το 1996, όταν ξεκίνησα στο foundation course προετοιμασίας για τα βρετανικά πανεπιστήμια, άκουσα από ένα πηγαδάκι κάποιες γνώριμες λέξεις: Λόρα Πάλμερ, ημερολόγιο, Λιντς. Χωρίς δεύτερη σκέψη, μπήκα στη συζήτηση, αφού πρώτη φορά συναντούσα κάποιον ομοϊδεάτη, κάποιον που να εμφορείται από την ίδια εμμονή με εμένα. Μια εμμονή που ξαφνικά θέριεψε ξανά κι έκτοτε γιγαντώθηκε. Άρχισα λοιπόν εκ νέου την αναζήτηση, αλλά αυτή τη φορά σκεφτόμουν ότι σε λίγους μήνες θα βρισκόμουν στη Μεγάλη Βρετανία, με πολύ περισσότερες επιλογές και πολύ περισσότερες πιθανότητες να σταθώ τυχερός στην αναζήτησή μου. Λίγο πριν φύγω μεσολάβησε η προβολή του «Lost Highway» στις αθηναϊκές αίθουσες. Είχα δει την αφίσα της ταινίας στην οποία αναγραφόταν το εξής: «Οι ταινίες του Λιντς δεν είναι για να τις εξηγείς, αλλά για να τις βιώνεις». Όσοι ξέρουν, ξέρουν. Όσοι δεν ξέρουν, ας σπεύσουν να μάθουν και, αν αγαπούν το σινεμά, δεν θα το μετανιώσουν! Το σύμπαν του Λιντς λοιπόν συνοψίζεται στις εξής λέξεις:

Παράδοξο, ανεξήγητο, ονειρικό, υπερβατικό, υποδόριο, δυσερμήνευτο, μη γραμμικό».

«Χρόνια αργότερα, το 2017, όταν μας χάρισε την τελευταία "δόση" του Twin Peaks, που όχι μόνο ήταν το magnum opus του, αλλά έμελλε να είναι και το "κινηματογραφικό" κύκνειο άσμα του, (γυρίστηκε ως ταινία και όχι ως σειρά και στο post production έγινε ο διαχωρισμός των επεισοδίων), άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ένα αόρατο και υπόγειο νήμα,συνδέει το σύνολο του έργου του, όσον αφορά τα Eraserhead, Twin Peaks, Lost Highway, Mulholland Drive και Inland Empire».

Συλλογές. Κι άλλες συλλογές

Η αφοσίωση του Αλέξανδρου στον Ντέιβιντ Λιντς δεν περιορίζεται φυσικά στο πλήθος των γνώσεων και των αναμνήσεών του. Είναι φανατικός συλλέκτης οποιασδήποτε μορφής merchandise και memorabilia σχετίζεται με τον σκηνοθέτη, με τη συλλογή του να είναι όπως ακριβώς οι δημιουργίες του «Maestro». Πλούσια και πολυεπίπεδη, με την αίσθηση ότι πάντα κάτι καινούργιο υπάρχει να ανακαλύψεις και να κάνεις κτήμα σου.

«Ξεκίνησα να συλλέγω ό,τι έπεφτε στα χέρια μου το 1997, όταν πρωτοπήγα Αγγλία για σπουδές και βρήκα σε dvd την πρώτη σεζόν του Twin Peaks και σε βιντεοκασέτα το Eraserhead. Το 2007 ευτύχησα να βρω σε dvd και τη δεύτερη σεζόν του Twin Peaks, που μόλις είχε κυκλοφορήσει, ενώ ενδιάμεσα - αλλά και μετά - μάζευα τις ταινίες του και τα soundtrack των ταινιών. Γενικώς, σχεδόν όλα, με 4-5 εξαιρέσεις ταινιών και δίσκων έχουν αγοραστεί από το εξωτερικό (κυρίως Αμερική και Αγγλία). Πλέον 35 χρόνια μετά την πρώτη επαφή με τον Λιντς, η συλλογή μου συνεχίζεται να αυξάνεται. Θα ξεχώριζα τις 10 μεγάλου μήκους ταινίες του σε DVD, Blu-Ray και VHS, το απόλυτo box set Twin Peaks - From Z to A, τα DVD σειρών όπως Hotel Room και On The Air, τα 25 βινύλια με μουσική από το έργο του, τα βιβλία του. Καθώς φυσικά και τις μπλούζες και μια πυτζάμα...».

«Στη συλλογή μου θα βρεις επίσης θήκες κινητού, κάρτες, καρτ ποστάλ από το Twin Peaks και αυτοκόλλητα Directed By David Lynch, φιγούρα Ντεηλ Κούπερ - Λόρα Πάλμερ, διακοσμητικό φωτιστικό, flyer προγράμματος προβολών, μέχρι και μαγνητάκι ψυγείου. Μπορώ να πω ότι είμαι λίγο περισσότερο περήφανος και χαρούμενος για όσα δεν είναι σχεδόν καθόλου γνωστά στην Ελλάδα, γιατί είναι τα πιο σπάνια και δυσεύρετα. Όσον αφορά αυτά που μου λείπουν, είναι οι βιντεοκασέτες του Twin Peaks, το soundtrack του Mulholland Drive σε βινύλιο, και κάποια βινύλια/cd από διάφορες συνεργασίες του. Σιγά σιγά όμως, δεν βιαζόμαστε!

What just happened?

Γίνεται φανερό πως το Twin Peaks είναι για τον Αλέξανδρο η κορυφή του Λιντς, ίσως και για την πλειοψηφία των θαυμαστών του. Και σε κάθε περίπτωση, είναι η σημαντικότερη ίσως απόδειξη πως ο σκηνοθέτης ήταν μια «love or hate» περίπτωση. Από αυτές που είτε θα γινόσουν ένας φανατικός ακόλουθος, είτε ένας φανατικός πολέμιος ή αρνητής. Πολύ σπάνια κάτι το ενδιάμεσο. Ο Αλέξανδρος Κώτσης είναι μάλλον ιδανικός ώστε να εξηγήσει γιατί συμβαίνει αυτό.

«Βλέπω και ξαναβλέπω τις ταινίες του και το Twin Peaks, το οποίο ξεκινάω εκ νέου κάθε χρόνο στις 24 Φεβρουαρίου. «Ζω» στο Twin Peaks πριν την προβολή, όταν και προετοιμάζω το σκηνικό κατά τη διάρκεια της προβολής, μετά από αυτήν, όταν ξαπλώνω για ύπνο, το πρωί που ξυπνάω, όλη την επόμενη μέρα, όταν οδηγώ. Χωρίς υπερβολή, μέχρι και όνειρο έχω δει με τον Λιντς! Ταυτίζομαι με τους ήρωες, είμαι κι εγώ ένας κάτοικος της πόλης, πίνω τον καφέ μου και τρώω την κερασόπιτά μου στο RR Diner της Νόρμα (παρεμπιπτόντως στη Νέα Σμύρνη έχουμε εξαιρετική κερασόπιτα), πίνω τη μπύρα μου και παρακολουθώ τα live στο Roadhouse (aka The Bang Bang Bar). Δεν τους βλέπω στην οθόνη, τους βλέπω μπροστά μου, δίπλα μου, μπορώ σχεδόν να τους αγγίξω. Αν μπορούσα να εισέλθω σε ένα έργο του Λιντς, θα ήταν σίγουρα ο κόσμος του Twin Peaks.

Η σειρά δημιούργησε παγκόσμια φρενίτιδα, αλλά σίγουρα ο Λιντς δεν είναι mainstream. Αδιάψευστη απόδειξη είναι το ότι αρκετά projects του δεν πραγματοποιήθηκαν δυστυχώς ποτέ γιατί δεν εξασφάλισαν χρηματοδότηση. Θεωρώ ότι, παρά το γεγονός ότι έχουν υπάρξει έργα του που έκαναν crossover στο mainstream - από πολύ νωρίς κιόλας στη σταδιοδρομία του με τον «Άνθρωπο Ελέφαντα» - το γεγονός ότι οι ταινίες του πρέπει να έχουν αμέριστη την προσοχή σου είναι που δυσκολεύει αρκετούς. Κυρίως όσους θέλουν όλα να εξηγούνται, τους κάνει να νιώθουν ότι δεν καταλαβαίνουν και ότι αυτό που βλέπουν δεν έχει νόημα, δηλαδή θεωρούν ότι είναι, κατά κυριολεξία, ανόητο. Αυτό, ωστόσο, δεν είναι ούτε ακριβές, ούτε αληθές. Όπως η παύση (η σιωπή) είναι πολύ σημαντική για τη μουσική, έτσι και η «απουσία νοήματος», χρησιμοποιείται από τον Λιντς για να (προσ)δώσει και να επιτείνει το νόημα που διαπνέει το έργο του. Υπάρχουν, λοιπόν, οι άνθρωποι που δεν το αντέχουν αυτό. Αλλά υπάρχουμε κι εμείς που όχι μόνο δεν φοβόμαστε, αλλά, αντιθέτως, απολαμβάνουμε να αφηνόμαστε στην περιδίνηση της απουσίας νοήματος και του «παραληρηματικού» βιώματος που προξενεί η εμπειρία της θέασης ενός έργου του Λιντς, μέσα από την αίσθηση του ονείρου που δημιουργεί, την έλλειψη χρονικής γραμμικότητας της αφήγησης και φυσικά το παιχνίδι των διπλών ταυτοτήτων των χαρακτήρων».

Ο Ντέιβιντ Λιντς μέσα από τις συνεργασίες του

Όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, το έργο του Ντέιβιντ Λιντς θα ήταν πολύ διαφορετικό αν δεν είχε επιλέξει σχολαστικά τους συνεργάτες του όλα αυτά τα χρόνια. Από τους ηθοποιούς που υποδύθηκαν πολλαπλούς ρόλους στο «λιντσικό» σύμπαν, μέχρι τη συνεργασία του με τον σπουδαίο Αμερικανό συνθέτη, Άντζελο Μπανταλαμέντι. Ο Αλέξανδρος Κώτσης εξηγεί, μιλώντας ταυτόχρονα για την πολυσχιδή προσωπικότητα του καλλιτέχνη Λιντς στο σύνολό της:

«Ο Λιντς σπούδασε ζωγραφική στην Pennsylvania Academy of the Fine Arts της Φιλαδέλφειας, συνεπώς η πρώτη του ενασχόληση με την τέχνη ήταν η ζωγραφική και ήθελε πρωτίστως να γίνει ζωγράφος. Αφηγείται, μάλιστα, ότι όταν ήταν παιδί, η μητέρα του του αγόραζε χρώματα και χαρτιά ζωγραφικής χωρίς σκίτσα ή γραμμές, γιατί πίστευε ότι θα περιόριζε τη δημιουργικότητά του. Και πόσο δίκιο είχε και τι καλά που δεν έκανε το αντίθετο! Θέλησε, λοιπόν, κάποια στιγμή, να προσθέσει στις ζωγραφιές του ήχο και κίνηση, με σκοπό να δημιουργήσει «κινούμενες ζωγραφιές». Κι έτσι, μπήκε μέσα του η ιδέα της σκηνοθεσίας και μάλιστα το Eraserhead επρόκειτο αρχικά να αποτελέσει τη διπλωματική του εργασία για τη σχολή».

«Ως ηθοποιός, έκανε εμφανίσεις αρχικά σε κάποιες από τις μικρού μήκους ταινίες του, ή πολύ αργότερα cameo, όπως στην ταινία Nadja του Michael Almereyda το 1994, ήταν. Ωστόσο, ο ρόλος του βαρήκοου (ή και όχι;) αρχηγού του FBI Gordon Cole στο Twin Peaks που μας έκλεψε την καρδιά και μας έκανε να τον αγαπήσουμε λίγο παραπάνω. Αξιομνημόνευτη η εμφάνισή του στο Lucky του Τζον Κάρολ Λιντς (απλή συνωνυμία) και φυσικά η διόλου τυχαία επιλογή του από τον Στίβεν Σπίλμπεργκ για να ενσαρκώσει τον θρυλικό σκηνοθέτη Τζον Φορντ στην αυτοβιογραφική ταινία The Fabelmans, που ήταν και η τελευταία του εμφάνιση. Τέλος, ως μουσικός συνεργάστηκε πρωτίστως με τον «διόσκουρό» του Άντζελο Μπανταλαμέντι στο ντεμπούτο άλμπουμ της Τζούλι Κρουζ «Floating in the Night» από όπου, άλλωστε ξεπήδησε το μουσικό θέμα του Twin Peaks, αλλά και άλλα τραγούδια που ερμήνευσε η ίδια η Κρουζ στη σειρά, ενώ με τον Μπανταλαμέντι κυκλοφόρησαν μαζί και το μουσικό project «Thought Gang», ένα free jazz άλμπουμ. Επίσης κυκλοφόρησε και δύο προσωπικούς avant garde δίσκους, που κινούνται στα όρια της εναλλακτικής και της ψυχεδελικής ροκ, αναμιγνύοντας, ταυτόχρονα, στοιχεία blues και electronica».

«Μιλώντας για συνεργασίες, ο Λιντς πραγματικούς λάτρευε τους ηθοποιούς του και ήθελε να έχει σταθερές συνεργασίες μαζί τους. Αξίζει φυσικά να αναφερθώ στον Κάιλ Μακλάχλαν, ο οποίος στον τελευταίο κύκλο του Twin Peaks υποδύεται όχι έναν, όχι δύο, αλλά τέσσερις ρόλους συνολικά. Ο Μακλάχλαν είναι, ίσως, κάτι σαν το alter ego του Λιντς, είναι ο άνθρωπος που ήθελε να ενσαρκώνει το όραμά του στην οθόνη. Τον ανακάλυψε και τον «έμπασε» στον σύμπαν του στο Blue Velvet, μαζί με τη Λόρα Ντερν. Η οποία ήταν επίσης σταθερή του συνεργάτιδα και αγαπημένη του φίλη. Πρωταγωνίστησε και στην Ατίθαση Καρδιά, αλλά και στην επιστροφή του Twin Peaks το 2017. Τέλος, ο σπουδαίος Χάρυ Ντην Στάντον ήταν επίσης ένας regular του Λιντς». 

Δειτε περισσοτερα