Κινηματογραφος

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων: Ταινίες που σε ξεβολεύουν

Από τις ταινίες για την αναπηρία και τη Γάζα μέχρι τις συζητήσεις για τα Όσκαρ και το αφιέρωμα στον Μάνο Χατζιδάκι

Ευάννα Βενάρδου
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Από τη «Σιωπηλή αγάπη» στον Μάνο Χατζιδάκι: Όσα ξεχωρίσαμε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται αυτές τις μέρες το Φεστιβάλ των Χανίων, μία πολύ ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία του Ματθαίου Φραντζεσκάκη στην όμορφη πόλη της Κρήτης. Το φεστιβάλ ολοκληρώνεται αύριο, Κυριακή, με την απονομή των βραβείων. Αν και μετρά ήδη 14 χρόνια, το επισκεφθήκαμε για πρώτη φορά και διαπιστώσαμε πως έχει εξελιχθεί σε έναν πλούσιο θεσμό, με πολύ διαφορετικές μεταξύ τους δράσεις που εμπλέκουν ενεργά τους Χανιώτες. Αν πρέπει να προτάξουμε κάτι, αυτό είναι τα εκπαιδευτικά του προγράμματα, στα οποία συρρέουν καθημερινά εκατοντάδες μαθητές, αλλά και το έντονα κοινωνικό-συμπεριληπτικό του προφίλ: τόσο οι ταινίες που είδαμε όσο και οι ομιλίες που ακολούθησαν με έναυσμα την προβολή έθιγαν κάποια πολύ καυτά ζητήματα των καιρών μας.

Τα Χανιά, όπως μας είπε ο Μ. Φραντζεσκάκης, διαθέτουν 10 κλειστές αίθουσες και 3 θερινά σινεμά. Διόλου άσχημα για επαρχία (ειδικά τον χειμώνα), αλλά δύσκολα οι Χανιώτες θα έχουν την ευκαιρία να δουν ταινίες σαν κι αυτές που φέρνει το Φεστιβάλ.

© Chania Film Festival

Παράδειγμα: η εκπληκτική ισπανική ταινία Sorda της Εύα Λιμπερτάδ, που απέσπασε το βραβείο LUX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Sorda σημαίνει «Κουφή» (αν και ο ελληνικός τίτλος, μάλλον για λόγους εμπορικότητας, έγινε «Σιωπηλή αγάπη»). Πρωταγωνιστεί μια (όχι εκ γενετής) κωφή γυναίκα, ερωτευμένη με έναν γεμάτο κατανόηση, τρυφερό άντρα που ξέρει νοηματική. Όταν μένει έγκυος, μαθαίνουν πως το παιδί έχει 50-50 πιθανότητες να γεννηθεί κωφό. Το παιδί γεννιέται, όμως όλα αλλάζουν. Η γυναίκα συνειδητοποιεί περισσότερο από ποτέ πως ζει σε έναν κόσμο ακουόντων και η σύνδεσή της με το παιδί δεν είναι αυτονόητη. Ο γάμος της περνά κρίση. Το άκρως ενδιαφέρον με την ταινία είναι πως δεν χαρίζεται στην πρωταγωνίστρια, η οποία, νιώθοντας αποξενωμένη από το ίδιο της το παιδί, γίνεται σχεδόν επιθετική. Η ταινία υπαινίσσεται τις θεσμικές ελλείψεις (π.χ. στη σκηνή του μαιευτηρίου, όπου στη δύσκολη γέννα κανείς από το νοσηλευτικό προσωπικό δεν ξέρει νοηματική για να δώσει στη γυναίκα οδηγίες), αλλά δεν στέκεται σε αυτές: ασχολείται κυρίως με τις βαθύτερες ψυχολογικές και υπαρξιακές διεργασίες που ταλανίζουν έναν άνθρωπο με αναπηρία, εξερευνώντας τις λεπτές αποχρώσεις της επικοινωνίας του με τους άλλους (κυρίως με τον ιδιαίτερα υποστηρικτικό εδώ σύζυγό της και βέβαια με το μωρό). Το ενδιαφέρον επίσης με την ταινία είναι πως στο πρώτο μισό η δράση εκτυλίσσεται με τους πραγματικούς ήχους που ακούμε εμείς οι ακούοντες, αλλά στη συνέχεια ο θεατής ακούει ό,τι ακούει η ηρωίδα (δηλαδή σχεδόν τίποτα). Σε κάποια φάση, μάλιστα, υφίσταται και ο ίδιος τον θόρυβο των ακουστικών που η ίδια δεν αντέχει για πολύ.

Ακολούθησε συζήτηση με παρόντες ένα νέο παιδί και τη μητέρα του, η οποία μίλησε για τον τεράστιο αγώνα της να μεγαλώνει ένα παιδί στο φάσμα του αυτισμού στην επαρχία. Ο νεαρός μίλησε γεμάτος ενθουσιασμό για την εμπειρία του στο Summer School του Φεστιβάλ των Χανίων, που, όπως είπε, τον μύησε στο σινεμά και τον έκανε να ανακαλύψει τη χαρά της κινηματογραφικής δημιουργίας.

Παίρνοντας τον λόγο, μια άλλη μητέρα που βρισκόταν στο κοινό μίλησε για τον δικό της γολγοθά να μεγαλώνει ένα παιδί με αναπηρία στην Κρήτη: για το απίστευτο μπούλινγκ που υφίσταται το παιδί, αλλά και τις μεγάλες ελλείψεις σε προσωπικό στα σχολεία, στις δομές κ.λπ.

Στο ίδιο πνεύμα, λίγο νωρίτερα, προβλήθηκε και η συγκλονιστική ταινία του Σιαμάκ Ετεμάντη «Από τι είμαστε φτιαγμένοι», με θέμα την αναπηρία και τη σεξουαλικότητα, την οποία επίσης ακολούθησε μία ουσιαστική συζήτηση για τη σεξουαλικότητα των ατόμων με αναπηρία, ένα θέμα που εξακολουθεί να περιβάλλεται από στερεότυπα και προκαταλήψεις. Στα Χανιά, χάρη στη συστηματική προετοιμασία και την κινητοποίηση που προηγήθηκε, την προβολή παρακολούθησαν πολλά άτομα με αναπηρία. Ο Άρης, ένας νεαρός τετραπληγικός φοιτητής ψυχολογίας, ξεκινά τη διπλωματική του εργασία πάνω στα στερεότυπα που περιβάλλουν τη σεξουαλικότητα των ατόμων με αναπηρίες, μια μελέτη που εξελίσσεται σε ένα πενταετές προσωπικό ταξίδι. Αναζητώντας απαντήσεις σχετικά με την επιθυμία, την οικειότητα και τον ερωτισμό, συναντά ανθρώπους που αλλάζουν την οπτική του: από την Κατερίνα Βρανά μέχρι τον Δημήτρη Ζώρζο, τον πρώτο επαγγελματία σεξουαλικό βοηθό στην Ελλάδα. Και από νεαρά ζευγάρια που κάνουν τα πρώτα τους βήματα σε μια σχέση μέχρι συντρόφους ζωής που έχουν βιώσει την απώλεια των αγαπημένων τους προσώπων.

Στη συζήτηση συμμετείχε η Ειρήνη Μαυροματάκη, άτομο με αναπηρία από τα Χανιά, η οποία, μέσα από τον χορό και την ενεργή παρουσία της στον χώρο του πολιτισμού γενικότερα, έχει συμβάλει στην αλλαγή των αντιλήψεων για την αναπηρία στην τοπική κοινωνία. Η ίδια επισήμανε ότι στα Χανιά εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες στην αποδοχή των ΑμεΑ, υπογραμμίζοντας παράλληλα τη σημασία της αυτοαποδοχής: «Έχει μεγάλη σημασία οι ίδιοι να αποδεχόμαστε τον εαυτό μας και το σώμα μας, για να μπορέσουμε να αλλάξουμε τις αντιλήψεις των ανθρώπων».

Στο νέο ντοκιμαντέρ της «Εκεί που χάνονται οι σκιές», η Μαριάννα Οικονόμου παρακολουθεί τον συμπαθή κύριο Κώστα, που πασχίζει να δώσει μια νέα ζωή σε ένα ναυάγιο στην Ελευσίνα. Στον περιβαλλοντικά πληγωμένο κόλπο της Ελευσίνας, ο 75χρονος δύτης ανελκύει με γυμνά χέρια τεράστια ναυάγια, ενώ δίπλα ένας εύθυμος «χορός» ντόπιων γυναικών σχολιάζει την καθημερινότητα κολυμπώντας στα μολυσμένα νερά. Λίγο πριν, όμως, το ναυάγιο παρουσιαστεί ως δράση στην Τελετή Έναρξης της διοργάνωσης «Ελευσίνα 2023», συνδέοντας την ιστορία του ναυαγίου με τον μύθο της Περσεφόνης και δημιουργώντας έναν συμβολικό παραλληλισμό ανάμεσα στην κατάβαση στον Κάτω Κόσμο και την εκ νέου βύθιση του πλοίου, η δράση κόβεται αιφνίδια όταν γίνεται γνωστή η σχέση του κυρίου Κώστα με τη Χρυσή Αυγή… Η αποκάλυψη αυτή προσδίδει στην ιστορία της Οικονόμου μια απρόσμενη διάσταση και προκαλεί αμηχανία στον θεατή.

Ένα είδος εύθυμης αμηχανίας δημιούργησε στους θεατές και η ταινία του ταλαντούχου Δημήτρη Κατσιμίρη «Γελοίοι έρωτες». Στη σπονδυλωτή αυτή ταινία, μέσα από μερικές απίθανες ιστορίες σεξ και αγάπης, αποκαλύπτεται περίτρανα πως ο σφοδρός έρωτας πράγματι φλερτάρει πολλάκις με τη γελοιότητα. Σκηνή ανθολογίας το πρώτο «επεισόδιο», όπου δύο ζευγάρια (ένα νεότερο κι ένα πιο ηλικιωμένο) συναντιούνται με στόχο την ερωτική ανταλλαγή συντρόφων (swinging). Μόνο που ο σύζυγος της πολύ πρόθυμης κυρίας δεν συμμερίζεται την ίδια προθυμία και «τα παίρνει», βλέποντας τη συμβία του σε ερωτικές περιπτύξεις με τον νεαρό του τετραγώνου. Χιούμορ, πανέξυπνες ατάκες, καλοστημένες σκηνές: έχουμε τόσο ανάγκη μια καλή κωμωδία... Αναρωτιόμαστε γιατί ο Δημήτρης Κατσιμίρης συνεχίζει να γυρίζει ουσιαστικά μόνος του τις ταινίες του, χωρίς τη στήριξη που του αξίζει.

Η Αμέρισσα Μπάστα ξεδιπλώνει το ταλέντο της στις «Μικρές ανάσες», το ντεμπούτο της στη μεγάλου μήκους, και εκπλήσσει με την αμεσότητα και τη φρεσκάδα με την οποία προσεγγίζει μερικά καυτά ζητήματα: το δικαίωμα στη μητρότητα, την εγκυμοσύνη σε νεαρή ηλικία, τη στεγαστική κρίση στην Αθήνα (με τα νοίκια στον Θεό), την εργασιακή ασυδοσία, ιδιαίτερα σε επιχειρήσεις που περνάνε στα χέρια πολυεθνικών, τα προβλήματα επιβίωσης που δεν σε βοηθούν ακριβώς να αποκτήσεις παιδί, τη ΔΕΗ που σου κόβουν. Αλλά και τις προσωπικές παραμέτρους που καθορίζουν εξίσου τη ζωή μας: επιπολαιότητα, γονεϊκή ανεπάρκεια, προδομένοι έρωτες. Αλλά και η δύναμη της φιλίας και της αλληλεγγύης… Η σκηνοθέτρια τα λέει όλα —κι όμως δεν κουράζει ούτε φλυαρεί. Μία ταινία γλυκόπικρη σαν τη ζωή.

Το δε «ΝΑΖΑ», το συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ για τη Γάζα των Ισραηλινών δημιουργών Γιουβάλ Άμπραχαμ και Ρέιτσελ Σορ, δεν σε ξεβολεύει απλά. Σου κόβει τον ύπνο. Δύο απανωτά sold out στο Φεστιβάλ…

Από τα Όσκαρ στον Μάνο Χατζιδάκι

Το CFF14 παρουσίασε και το νέο βιβλίο «Όσκαρ» (εκδόσεις Πεδίο) του κριτικού κινηματογράφου Παναγιώτη Τιμογιαννάκη, ενός φοβερού γνώστη του σινεμά που παράτησε τη νομική και (ευτυχώς) αφοσιώθηκε στο σινεμά.

Προσκεκλημένος στην κουβέντα για το βιβλίο, που συντόνισε η δημοσιογράφος Αλεξάνδρα Χριστακάκη, ήταν ο ηθοποιός Γιάννης Κοκιασμένος, ο μοναδικός Έλληνας που έπαιξε στην πολυσυζητημένη «Οδύσσεια» του Νόλαν και γνωστός μας κυρίως από τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στη «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα. Ένας πραγματικός κάουμποϊ (με το καπέλο και τις μπότες…), ο Κοκιασμένος, που εργάζεται ως εκπαιδευτής ιππασίας, είπε πως αγαπά να μεταπηδά από το σινεμά στα άλογα, γιατί έτσι καταφέρνει να μην μετατρέψει τα χόμπι του σε ρουτίνα. «Έτσι, δεν βαριέμαι ποτέ». Μιλώντας για τη «Στρέλλα», αναφέρθηκε στη φιλία του, από παιδιά, με τον Π. Κούτρα και είπε πως ανέλαβε τον ρόλο μετά από πολλές αρνήσεις γνωστών ηθοποιών, «οι οποίοι δεν ήθελαν να στιγματιστούν».

© Chania Film Festival

Αναφορικά με τη συμμετοχή του στην «Οδύσσεια», είπε πως τον επέλεξαν μετά από κάστινγκ, οι πρόβες ήταν μηδαμινές («νέα άποψη, γεγονός που σε βοηθά να πάρεις αποφάσεις γρήγορες και πιο αντανακλαστικές, αν και εγώ είμαι της παλιάς σχολής») και, όταν ήρθε η ώρα του γυρίσματος, «με έβαλαν να γράψω τα λόγια μου ο ίδιος. Ρε παιδιά, σκέφτηκα, τόσο μπάτζετ έχετε και όμως βάζετε τους ηθοποιούς να σας γράψουν το κείμενο;» (γέλια).

Ο Π. Τιμογιαννάκης έδωσε τη δική του εξήγηση: «Τον θέλουν συνένοχο τον ηθοποιό. Και ήταν και το θέμα της γλώσσας». Με την ευκαιρία, αναφέρθηκε στην τεράστια σημασία των casting directors για τις ταινίες. «Αν και δεν τους ήθελε η Ακαδημία σε ξεχωριστή, διακριτή κατηγορία, τελικά το κέρδισαν το δικό τους Όσκαρ». Τα Όσκαρ, όπως εξήγησε, ήταν ο μόνος θεσμός που συνεχίστηκε αδιάλειπτα —ακόμα και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ούτε καν οι Ολυμπιακοί δεν το πέτυχαν αυτό. Η Ακαδημία αριθμεί 11.000 μέλη σωματείων όλων των ειδικοτήτων. Υπό αυτή την έννοια, η απονομή των Όσκαρ είναι μία άκρως δημοκρατική διαδικασία. Εμείς οι κριτικοί ξέρουμε σινεμά αλλά δεν κάνουμε σινεμά. Στην Ακαδημία κάνουν σινεμά… Και δεν έχουν λόγο μόνο οι σκηνοθέτες. Όλες οι ειδικότητες έχουν».

Στα Όσκαρ σημείο αναφοράς είναι ο Αριστοτέλης και η Ποιητική του, εξήγησε. «Για τα μέλη της Ακαδημίας το έργο δεν ταυτίζεται με τον σκηνοθέτη του. Δεν τους ενδιαφέρει το πρόσωπο αλλά το επίτευγμα. Γι’ αυτό και ο Αγγελόπουλος δεν ανταποκρίνεται σε αυτή τη λογική. Είναι οτέρ. Απευθύνεται σε φεστιβάλ. Εκεί αναγνωρίστηκε. Οι άλλοι τον προσπέρασαν».

«Ο Λάνθιμος δεν κάνει ελληνικό σινεμά. Οι Έλληνες είναι πολύ ελληνοκεντρικοί. Πάρτε τον Σακελλάριο που απευθυνόταν στους Έλληνες. Οι Ιταλοί μπορούν να πιάσουν το ίδιο θέμα, αλλά είναι παγκόσμιοι. Ναι, πήραν Όσκαρ κάποιοι Έλληνες καλλιτέχνες, π.χ. Χατζιδάκις. Αλλά ως ειδικότητες, όχι ως ταινίες συνολικά».

Το Φεστιβάλ Χανίων έχει κάτι για όλους. Δεν ενδιαφέρεται για την πρωτιά, δεν βασίζεται στις πρεμιέρες και στις αποκλειστικότητες ή στην γκλαμουριά, αλλά ρίχνει τον σπόρο στα σχολεία και παίζει ταινίες που παίρνεις μαζί σου και σε κάνουν να σκέφτεσαι.

Οι παράλληλες δράσεις του φετινού Φεστιβάλ Χανίων περιλαμβάνουν μέχρι και φωτογραφικά ντοκουμέντα του Δημήτρη Αλατά από τις Μαραθώνιες Πορείες Ειρήνης, τα οποία παρουσιάζονται για πρώτη φορά αυτές τις μέρες σε έκθεση στα Χανιά, μεταφέροντας εικόνες και στιγμές μιας ολόκληρης εποχής και της κοινωνικής και πολιτικής κινητοποίησης που τη σημάδεψε.

Μαζί μας τις πρώτες μέρες της διοργάνωσης ήταν και ο εμβληματικός μουσικός του σπουδαίου Ούγγρου auteur Μπέλα Ταρ, ο Μιχάλι Βιγκ (σαν να λέμε Καραΐνδρου-Αγγελόπουλος, τέτοια σχέση), τον οποίο απολαύσαμε στο πιάνο, την κιθάρα και το τραγούδι.

Εκδηλώσεις και εκθέσεις για τον Νίκο Κούνδουρο, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Νίκο Καβουκίδη και πολλές ακόμα δράσεις συμπληρώνουν ένα πολύ πλούσιο πρόγραμμα, από το οποίο εμείς ξεχωρίσαμε το αφιέρωμα στον Μάνο Χατζιδάκι και στην ιδιαίτερη σχέση του με την Κρήτη, μέσα από μια ειδική εκδήλωση με ανθρώπους που γνώρισαν, μελέτησαν ή συνδέθηκαν μαζί του, την οποία συντόνισε ο Ματθαίος Φραντζεσκάκης.

© Chania Film Festival

Μάλιστα, στην έκθεση «Το Πέρασμα του Μάνου από την Κρήτη», στο ισόγειο του ΕΒΕ Χανίων, φωτογραφίες και τεκμήρια ιχνηλατούν την παρουσία του Μάνου Χατζιδάκι στο Ηράκλειο, τα Ανώγεια και τα Χανιά.

Κουβεντιάζοντας με ντόπιους συνειδητοποιήσαμε πως, αν και ο Χατζιδάκις υπήρξε Κρητικός από πατέρα (ο οποίος σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα), ελάχιστα παιδιά στα σχολεία του νησιού τον γνωρίζουν σήμερα (σε αντίθεση με τον Θεοδωράκη). Κι όμως, η σχέση του με την Κρήτη υπήρξε σημαδιακή. Στο Ηράκλειο, το 1980, έστησε τον Μουσικό Αύγουστο, ενώ στα Ανώγεια, το 1979, μάζεψε σπουδαίες προσωπικότητες της διανόησης και της τέχνης και διατύπωσε ρηξικέλευθες (και ενίοτε ενοχλητικές) απόψεις ως προς τη σύνδεσή μας με την παράδοση. Ο Χατζιδάκις, τότε διευθυντής του Γ΄ Προγράμματος της Ραδιοφωνίας, τάχθηκε κατηγορηματικά εναντίον του φολκλόρ, της μουσειακής αναπαράστασης και της τυφλής υποταγής στο παρελθόν, τονίζοντας ότι η παράδοση έχει αξία μόνο όταν είναι ζωντανή, εξελισσόμενη και δεν μας εγκλωβίζει. «Ποια είναι τα ηθικά στοιχεία μέσα απ’ την παράδοση για να τα συλλέξουμε και πώς θα επιτευχθεί η απόρριψη του γραφικού;» αναρωτιόταν (και πόσο δίκιο είχε…).

Με αυτές τις σκέψεις του Χατζιδάκι αποχαιρετήσαμε τα Χανιά —τα πανέμορφα μα και τόσο παραδομένα στον τουρισμό και στην «αξιοποίηση» του βαριού παρελθόντος της λεβεντογέννας Κρήτης…