Κινηματογραφος

Πίτερ Σέλερς: Ο άνθρωπος χωρίς εαυτό

Πίσω από τον επιθεωρητή Κλουζό κρυβόταν ένας άνθρωπος που ένιωθε παγιδευμένος στον πιο διάσημο ρόλο της ζωής του

Στέφανος Δάνδολος
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πίτερ Σέλερς: Ο άνθρωπος χωρίς εαυτό - Ο ηθοποιός και η χρυσή φυλακή του επιθεωρητή Ζακ Κλουζό

Τον Νοέμβριο του 1963, ο διάσημος κωμικός Πίτερ Σέλερς μπαίνει στα στούντιο της MGM στο Μπόρχαμγουντ της Αγγλίας, έχοντας υπογράψει το πιο επικερδές μέχρι τότε συμβόλαιο της ζωής του. Φοράει μαύρα γυαλιά, είναι απόμακρος, δεν μιλάει σε κανέναν. Η ταινία που πρόκειται να γυρίσει είναι το A Shot in the Dark (Λαγωνικό 24 Καρατίων), το δεύτερο φιλμ με ήρωα τον γκαφατζή επιθεωρητή Κλουζό. Η συμπεριφορά του Πίτερ Σέλερς, όταν αρχίζουν τα γυρίσματα, είναι υστερική: συγκρούεται διαρκώς με τον σκηνοθέτη Μπλέικ Έντουαρτς, απαιτεί αλλαγές στο σενάριο, δεν δέχεται να προβάρει σκηνές με τα υπόλοιπα μέλη του καστ. Σύμφωνα με τους βιογράφους του, το φιλμ αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί η αρχή του τέλους για τον σπουδαίο ηθοποιό, ακόμα κι αν υπολείπονταν δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια μέχρι τον θάνατό του. Διότι είναι τότε, στα παρασκήνια του A Shot in the Dark, που ο Σέλερς συνειδητοποιεί ότι θα είναι για πάντα δέσμιος του επιθεωρητή Κλουζό και η προοπτική αυτή έρχεται να διαταράξει τον έτσι κι αλλιώς περίπλοκο ψυχικό του κόσμο. Δεν τον συμπαθούσε τον ρόλο, τον θεωρούσε ανόητο, γράφει ο Εντ Σίκοβ στο Mr. Strangelove. Όμως, η επιτυχία του πρώτου Ροζ Πάνθηρα δημιούργησε ένα φαινόμενο και ο Πίτερ δεν είχε άλλη επιλογή από το να ακολουθήσει το πρόσταγμα του Χόλιγουντ.

Συμφωνεί και ο Εντ Λιούις στο The Life and Death of Peter Sellers: η σχέση του ηθοποιού με τον χαρακτήρα «Κλουζό» ήταν τρικυμιώδης. Υπήρχαν περίοδοι που ο Σέλερς τον απεχθανόταν. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η περσόνα του ξεκαρδιστικού ντετέκτιβ, την οποία ο ίδιος είχε δημιουργήσει με το παίξιμό του, έμελλε να γίνει η χρυσή φυλακή που θα τον εγκλώβιζε για πάντα. Και το κατάλαβε τον χειμώνα του ’63, δεχόμενος να επαναλάβει τον ρόλο. Το The Pink Panther, που είχε ολοκληρωθεί λίγους μήνες νωρίτερα (ο Σέλερς πήρε τη θέση του Πίτερ Ουστίνοφ την τελευταία στιγμή), ήταν η απρόσμενη επιτυχία της κινηματογραφικής σεζόν, έσπαγε ταμεία, αποθεωνόταν από τους κριτικούς. Ο Σέλερς υπέκυψε στο χρήμα, έπλασε για ακόμα μια φορά έναν υπέροχο Κλουζό (ίσως πιο αστείο και από το πρώτο φιλμ) και γύρισε σπίτι του, στο Λονδίνο, διακηρύσσοντας παντού ότι τέρμα, αρκετά με αυτόν τον Κλουζό, δεν επρόκειτο να ξανασχοληθεί με σαχλαμάρες, εξάλλου κι ο Μπλέικ Έντουαρτς του καθόταν στον λαιμό.

Μα τώρα πια δεν υπάρχει επιστροφή, το «Λαγωνικό 24 Καρατίων» γίνεται κι αυτό hit, ο Κλουζό είναι, πλέον, αναπόσπαστο κομμάτι της ποπ κουλτούρας. Όταν αρχίζει να κάνει παρέα με τους Μπιτλς, μέσω του παραγωγού Τζορτζ Μάρτιν, ο Λένον και ο ΜακΚάρτνεϊ πρώτα του ζητούν να τους κάνει μιμήσεις αλά Κλουζό και έπειτα μνημονεύουν το The Goon Show, την ιδιοφυή ραδιοφωνική σειρά που με αγάπη και μεράκι είχε δημιουργήσει τη δεκαετία του ’50 στο BBC. Όταν σε συνεντεύξεις τον ρωτούν για τον Γάλλο inspector, σκοτεινιάζει, προσπαθεί να αλλάξει την κουβέντα. Αυτός είναι πλασμένος για άλλα πράγματα. Θέλει να παίξει δραματικούς ρόλους, όπως έκανε στη Λολίτα του Ναμπόκοβ. Θέλει να δουλέψει ξανά με τον Κιούμπρικ. Θέλει να σκηνοθετήσει. Θέλει να κάνει θέατρο. Τα sixties κυλούν και ο Σέλερς μένει τελικά μακριά από τον Κλουζό, επιλέγοντας ταινίες καλές και λιγότερο καλές, προσπαθώντας να ξεφύγει από την άχαρη τυποποίηση που τόσο πολύ φοβάται. Στο μεταξύ, γίνεται όλο και πιο αινιγματικός, όλο και πιο αλλοπρόσαλλος. Κυριευμένος από βασανιστικές ανασφάλειες, καθιστά την κυκλοθυμία πρώτη φύση του και μεταμορφώνεται από τη μια στιγμή στην άλλη σε άγιο ή σε τέρας ή σε οτιδήποτε άλλο εμπεριέχει η ανθρώπινη ψυχοπαθολογία. Είναι ξεκάθαρα διπολικός και, με τη βοήθεια των ναρκωτικών και του αλκοόλ, παρεκτρέπεται συχνά σε καβγάδες με σκηνοθέτες, συμπρωταγωνιστές, συζύγους, ερωμένες και φίλους. Πίσω από τον αχαλίνωτο τρόπο ζωής, το μόνο που θέλει είναι να υπηρετεί την τέχνη του με τρόπο υπερβατικό, αναλαμβάνοντας δραματουργικές αποστολές που διαπνέονται από υψηλά υποκριτικά ιδεώδη. Δεν τα καταφέρνει, γιατί ο κόσμος περιμένει απλώς από αυτόν μία ακόμα αστεία γκάφα στην εξιχνίαση ενός μυστηρίου. Όταν του προτείνουν να υποδυθεί τον Τζέιμς Μποντ στην παρωδία Casino Royale, εκείνος θεωρεί ότι πρέπει να προσεγγίσει τον χαρακτήρα με άκρα σοβαρότητα, όπως ο Σον Κόνερι, θαρρείς και η ταινία δεν είναι κωμωδία, αλλά επίσημο φιλμ της σειράς του 007. Του εξηγούν περί τίνος πρόκειται. Αν και διατηρεί τις επιφυλάξεις του, δέχεται. Την ημέρα του πρώτου γυρίσματος, μπαίνοντας στο σετ, σκοντάφτει σε ένα σκαλί. Δεκάδες τεχνικοί ξεσπούν σε γέλια. Νομίζουν ότι βλέπουν Κλουζό. Ενθουσιώδεις τού επιφυλάσσουν μια ομοβροντία από επευφημίες και χειροκροτήματα. Μα ο Σέλερς, έχοντας αφιχθεί στο σκηνικό με σκοπό να αποφύγει τις μανιέρες για τις οποίες λατρεύεται από τους πάντες, νιώθει εξοργισμένος που έκανε τον κόσμο να γελάσει έστω και άθελά του και αποχωρεί φουριόζος χωρίς να δώσει εξηγήσεις. Μπαίνει στο καμαρίνι του και μένει εκεί για δύο μέρες, αρνούμενος να δουλέψει. Η λέξη «ιδιότροπος» δεν φτάνει για να αποδώσει τον χαρακτήρα του, γράφει ο Εντ Λιούις. Ήταν ένας σκοτεινός άνθρωπος, γεμάτος τρομαχτικές αντιφάσεις. Ή μπορεί να ίσχυε και αυτό που έλεγε πάντα, ότι δεν ήταν τίποτα. Ότι δεν είχε εαυτό.

«Ο άνθρωπος χωρίς εαυτό» ήταν διάγνωση του ιδίου. Θεωρούσε ότι κάτω από το δέρμα του ελλόχευε το απόλυτο κενό. «Ο Πίτερ Σέλερς υπάρχει μόνο στις υπογραφές», διατεινόταν. «Δεν έχω την παραμικρή υπόσταση. Είμαι ένα δοχείο εντελώς άδειο, γι’ αυτό και χρειάζομαι κινηματογραφικούς ρόλους. Χάρη σε αυτούς γεμίζω το δοχείο». Η απόλυτη σχιζοφρένεια, είπαν κάποιοι. Όταν ο διάσημος τηλεοπτικός δημοσιογράφος Μάικλ Πάρκινσον τον κάλεσε στην εκπομπή του, ο Σέλερς απάντησε: «Δεν μπορώ να έρθω ως ο εαυτός μου». Ο Πάρκινσον του είπε ότι μπορεί να παραστεί ως όποιος άλλος εαυτός θέλει. Ο Σέλερς έφτασε στο στούντιο της εκπομπής φορώντας την κατάμαυρη στολή της ναζιστικής Γκεστάπο, προκαλώντας ανησυχία στους εργαζόμενους του BBC. Και την ίδια ώρα με όλα αυτά, έκανε τη μεγάλη ζωή, συνεχίζοντας να απολαμβάνει την τεράστια φήμη και τον πλούτο που είχε αποκτήσει. Χωρίζει με την πρώτη του γυναίκα και παντρεύεται τη νεαρή καλλονή Μπριτ Έκλαντ. Οι καβγάδες είναι ανελέητοι. Όπως και το πάθος. Ένα βράδυ του 1964 τιγκάρει τον οργανισμό του με νιτρώδες αμύλιο, που προκαλεί διαστολή των αιμοφόρων αγγείων, στην προσπάθειά του να το χρησιμοποιήσει ως σεξουαλικό βοήθημα προκειμένου να πετύχει τον απόλυτο οργασμό. Το στήθος του δεν αντέχει, εκρήγνυται ξανά και ξανά, καταγράφοντας οκτώ καρδιακές ανακοπές σε διάρκεια δύο ωρών. Σώζεται από θαύμα. Μένει τέσσερις μήνες στο νοσοκομείο. «Slow down, Peter», του λένε οι φίλοι του. «Άλλαξε ζωή αλλιώς θα πεθάνεις νέος», του λένε οι γιατροί. Τίποτα αυτός. Η ζωή του γίνεται ακόμα πιο αχαλίνωτη. Περισσότερα ναρκωτικά, περισσότερο αλκοόλ, περισσότερα ξενύχτια. Ο χάρτης της ευτυχίας του είναι η καλοπέραση, οι υπέρογκες αγορές και τα κορίτσια. «Πάντα έχω ανάγκη μια πανέμορφη γυναίκα», υποστήριζε, «και τις περιόδους που δεν βρίσκεται τριγύρω το μόνο που έχω να κάνω είναι να βγω έξω και να τη βρω». Ως σύζυγος είναι άπιστος. Ως πατέρας, σκληρός και απόμακρος. Μια ανοιξιάτικη μέρα του 1967 έχει παραγγείλει το τελευταίο σπορ μοντέλο της Τζάγκουαρ. Του το φέρνουν στο σπίτι. Γίνεται έξω φρενών γιατί δεν είναι βαμμένο με το χρώμα που ήθελε, αυτός είχε ζητήσει να υπάρχει μια οριζόντια γραμμή στις πόρτες, όπως ακριβώς είναι σχεδιασμένα τα αγωνιστικά αμάξια στο ράλι του Μόντε Κάρλο. Τα βάζει με τους μεταφορείς. Όταν εκείνοι αποχωρούν έντρομοι, ο ανήλικος γιος του, Μάικλ Σέλερς, αποφασίζει, για να τον ευχαριστήσει, να προσθέσει αυτός τη λεπτή γραμμή στις πόρτες και το κάνει με το πινελάκι του σχολείου και με λεπτή κόκκινη μπογιά. Κατόπιν, καλεί τον πατέρα του για να του δείξει ότι το αυτοκίνητο είναι πια όπως το είχε ζητήσει στην παραγγελία. «Σου αρέσει, μπαμπά; Έτσι δεν το ήθελες;» Ο μικρός έχει υποβάλει εκείνο ακριβώς το αίτημα της επιβεβαίωσης που μόνο τα παραμελημένα παιδιά νιώθουν την ανάγκη να εγείρουν. Ο ηθοποιός κοιτάζει ανέκφραστος τη Τζάγκουαρ και φεύγει καρφί για το εσωτερικό του σπιτιού. Μπαίνει στο δωμάτιο του γιου του, βγάζει τα αυτοκινητάκια και το ηλεκτρικό τρενάκι από το ράφι και τα ποδοπατεί έξαλλος μέχρι να γίνουν θρύψαλα.

Μάιος 1968. Με τους κωμικούς Χάρι Σέκομπ και Σπάικ Μίλιγκαν κατά τη διάρκεια προβών για το «Goon Show» το 1968, στα στούντιο της Thames Television στο Λονδίνο © STF / EPA

Οι σκηνοθέτες Τζον και Ρόι Μπάουλτινγκ που γύρισαν με τον Σέλερς το Ένα κορίτσι στο πιάτο μου (το κορίτσι του τίτλου ήταν η μπριόζα δεσποινίς Γκόλντι Χόουν) δήλωσαν αργότερα ότι ήταν «ένας βαθιά διαταραγμένος άντρας, δύσπιστος, εγωκεντρικός και απόλυτα αυτοκαταστροφικός». Μετά το διαζύγιό του με την Έκλαντ, φίλοι της Σουηδέζας μίλησαν δημοσίως για τα απρόβλεπτα ξεσπάσματά του και τη ζήλια του, περιγράφοντας έναν γάμο με άφθονα περιστατικά βίας. Ο Ρότζερ Μουρ, δικός του φίλος, τον περιέγραψε ως άνθρωπο που έπασχε από βαριά κατάθλιψη. Σύμφωνα με τους βιογράφους του, κουβαλούσε ακόμα ένα σκοτεινό φορτίο: ήταν πεπεισμένος ότι άκουγε στο μυαλό του τη φωνή του κωμικού Νταν Λένο, ο οποίος είχε πεθάνει εξήντα χρόνια νωρίτερα. «Ο Λένο με πιέζει να ξαναπαίξω τον Κλουζό, αλλά εγώ του λέω όχι», είχε εκμυστηρευτεί σε μια από τις ερωμένες του. Και τα χρόνια περνούν, το άδειο δοχείο γεμίζει από ρόλους, μα οι ταινίες γίνονται όλο και πιο αδιάφορες. Όταν ο Μπλέικ Έντουαρτς του χτυπάει την πόρτα για να ξανασυνεργαστούν, ο Σέλερς δεν θέλει ούτε να ακούσει περί Ροζ Πάνθηρα. Ωστόσο, η πρόταση που του κάνει ο σκηνοθέτης αφορά ένα άλλο project: την ιστορία ενός Ινδού κομπάρσου που κάνει γης μαδιάμ ένα χολιγουντιανό πάρτι. Ο ηθοποιός διστάζει. Θυμάται τους άσχημους τσακωμούς με τον Έντουαρτς στα γυρίσματα του A Shot in the Dark και επίσης βρίσκει αποκρουστική την εξάρτησή του από τον εν λόγω σκηνοθέτη. «Μπορώ να κάνω επιτυχία και χωρίς αυτόν», λέει στο περιβάλλον του. Όλοι όμως τον πιέζουν να δεχτεί. Ο ρόλος του Χουρούντι Μπάξι γεννήθηκε για να παιχτεί από εκείνον, κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να τον ερμηνεύσει. Κι έτσι, αφού πρώτα βγάζει το λάδι στους παραγωγούς με τις οικονομικές του απαιτήσεις, σύρεται απρόθυμα σε μια άλλη, πολύ πετυχημένη, εκδοχή του Κλουζό και θριαμβεύει. Το Party γίνεται ένα από τα σπουδαιότερα slapstick όλων των εποχών.

Τον συγκρίνουν με τον Τσάρλι Τσάπλιν και τον Μπάστερ Κίτον. Λένε ότι είναι η μεγαλύτερη ιδιοφυΐα της σύγχρονης κωμωδίας. Ωστόσο, αυτός δεν αλλάζει. Προτιμάει άλλου είδους ρόλους, πιο σύνθετους, πιο απαιτητικούς, ενίοτε και πιο δραματικούς. Επιστρέφει, λοιπόν, στις εμπορικές αποτυχίες. Γυρίζει βαριά φιλμ, όπως το Χόφμαν και το The Blockhouse, ασήμαντες φάρσες, όπως το Παρακαλώ πού πονάτε, μελαγχολικά μανιφέστα, όπως το Οι αισιόδοξοι. Κάποια εξ αυτών δεν βρίσκουν καν διανομή. Ένα βιβλίο του Τζέρσυ Κοζίνσκι με τίτλο Being There (Να είσαι εκεί, κύριε Τσανς) γίνεται η επόμενη εμμονή του. Ψάχνει να βρει χρηματοδότη που θα το μεταφέρει στο σινεμά, έτσι ώστε να μπορέσει να υποδυθεί τον γλυκύτατο κηπουρό που έχει τη δική του απάντηση σε όλα τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής. Μα κανείς δεν τολμάει να ακουμπήσει τα λεφτά του σε μια συμβολική δραμεντί με πρωταγωνιστή τον Πίτερ Σέλερς. Μοιραία, καταβυθίζεται όλο και περισσότερο στην προσωπική του άβυσσο. Η ροή των seventies τον μεταμορφώνει οριστικά σε έναν άνθρωπο εκτός ελέγχου. Γάμοι. Διαζύγια. Κοκαΐνη. Ξενύχτια με νεότερους party animals, όπως ο Άλις Κούπερ, ο Κιθ Μουν και ο Ρίνγκο Σταρ. Το κακό όνομα που έχει βγάλει, χάρη στα παιδιάστικα καμώματά του on set, έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να βρει δουλειά ούτε καν ως τρίτο όνομα σε ακριβές παραγωγές. Στα γυρίσματα ενός δευτεροκλασάτου πειρατικού φιλμ στην Κύπρο, απειλεί με ξυλοδαρμό τον σκηνοθέτη, αρνείται να γυρίσει σκηνές, σαμποτάρει με διάφορα τρικ τους συμπρωταγωνιστές του. «Νομίζω ότι ο Πίτερ ήταν πραγματικά ψυχοπαθής», θα πει δεκαετίες αργότερα ο Μπλέικ Έντουαρτς. «Και η μεγαλύτερη τραγωδία του ήταν ότι δεν βρέθηκε κανείς να τον βοηθήσει. Έπρεπε να εισαχθεί σε κάποια κλινική. Μόνο έτσι θα μπορούσε αυτός ο άνθρωπος να χαλιναγωγήσει τα προβλήματά του».

Το 1973 είναι τόσο φθαρμένος καλλιτεχνικά που αναγκάζεται να καταφύγει σε τηλεοπτικές διαφημίσεις. Αυτός που πήρε ένα εκατομμύριο δολάρια για το Πάρτυ πριν από πέντε χρόνια, τώρα συμβιβάζεται με μερικές χιλιάδες για να διαφημίζει τα τσιγάρα Benson & Hedges και την αεροπορική εταιρεία Trans World Airlines. Περί τα μέσα της δεκαετίας του ’70 παθαίνει ακόμα ένα έμφραγμα και νοσηλεύεται για τρεις εβδομάδες. Τα έξοδα μεγαλώνουν. Από τη μία οι γιατροί, από την άλλη οι διατροφές στις πρώην συζύγους. Ξέρει ότι η καρδιά του είναι άρρωστη, ξέρει ότι δεν θα προλάβει να γεράσει. Πλέον, δέχεται όποιον ρόλο του προτείνουν και συμμετέχει σε ταινίες που σήμερα είναι ολότελα ξεχασμένες. Μα ονειρεύεται πάντα εκείνον τον κηπουρό με το όνομα Τσανς. «Πρέπει να βρω τρόπο να το κάνω, αυτός ο χαρακτήρας είναι το πεπρωμένο μου», λέει διαρκώς στην Λυν Φρέντρικ, το τελευταίο του συζυγικό απόκτημα. Η κατά τριάντα χρόνια νεότερή του ενζενί έχει δίπλα της ένα φάντασμα. «Σπανίως χαμογελούσε πια», θα πει ο γιος του στον βιογράφο Εντ Λιούις. «Έμοιαζε ολότελα νικημένος από τους δαίμονές του».

Τότε, λοιπόν, έρχεται η χείρα βοηθείας από τον ουρανό, και ο από μηχανής Θεός έχει τη μορφή του Μπλέικ Έντουαρτς. Δώδεκα χρόνια έπειτα από τον τελευταίο Κλουζό, προτείνει στον Σέλερς έναν νέο Ροζ Πάνθηρα. Τίτλος: The Return of the Pink Panther. Η αμοιβή είναι υπέρογκη, αγγίζει τα παλιά νούμερα. Οι συμπρωταγωνιστές έξοχοι: ο Κρίστοφερ Πλάμερ, η Κάθριν Σελ και ο παλιός γνώριμος Χέρμπερτ Λομ ως επιθεωρητής Ντρέιφους. Η υπόθεση ξεκαρδιστική. Και το επιχείρημα, για να απαντήσει το ναι, αυτονόητο: «Με αυτό το φιλμ», του λέει ο Έντουαρτς, «θα επιστρέψεις στην κορυφή, θα βγάλεις λεφτά και μετά θα μπορέσεις ίσως να κάνεις πραγματικότητα το Να είσαι εκεί, κύριε Τσανς». Ο Σέλερς νιώθει ταπεινωμένος διότι διαπιστώνει για άλλη μια φορά ότι η μοίρα του είναι άμεσα συνυφασμένη με τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη, όπως και με τον γκαφατζή ήρωα που μαζί δημιούργησαν. Βυθίζεται σε απελπισία. «Να ερμηνεύσω ξανά αυτόν τον βλάκα ντετέκτιβ;» θα αποκαλύψει ο γιος του ότι έλεγε εκείνη την περίοδο. «Να προκαλώ γέλιο με χαζές γκάφες;» Κάποτε, ο Άλεκ Γκίνες είχε πει ότι ο Πίτερ Σέλερς ήταν ίσως ο μοναδικός κωμικός στην παγκόσμια ιστορία του θεάματος που δεν ευχαριστιόταν όταν έκανε τους άλλους να γελούν. Τελικά, απαντάει θετικά στον Έντουαρτς και με βαριά καρδιά φοράει την καμπαρντίνα, το καπέλο και το αθώο βλέμμα του αγαθού αστυνομικού. Το κάνει για τον κύριο Τσανς. Για να καταφέρει να διασκευάσει το βιβλίο του Κοζίνσκι.

Για να προλάβει να παίξει τον κηπουρό, προτού τον προδώσει η καταφαγωμένη καρδιά του. Και πράγματι. Το Η επιστροφή του Ροζ Πάνθηρα είναι ένας θρίαμβος εμπορικά. Η επιστροφή του Πίτερ Σέλερς στην πρώτη γραμμή της δημοσιότητας αποτελεί το κινηματογραφικό γεγονός του 1976. Συνεντεύξεις. Αφιερώματα. Μα και το τίμημα που ενυπάρχει σε κάθε καλό. Πρέπει να γυρίσει κι άλλους Ροζ Πάνθηρες. Δέχεται ξανά. Το άδειο δοχείο γίνεται έρμαιο του Κλουζό. Χωρίς να το θέλει πραγματικά, μονάχα για τη δύναμη και τα χρήματα που θα τον οδηγήσουν στον Τσανς, ο Σέλερς θα υποδυθεί ακόμα δύο φορές τον ντετέκτιβ που τόσο απεχθάνεται. Και το 1979, όντας εκ νέου στην αφρόκρεμα του Χόλιγουντ, θα υλοποιήσει το όνειρό του. Θα ενσαρκώσει επιτέλους τον σοφό κηπουρό, δίνοντας μια συγκλονιστική ερμηνεία που θα τον οδηγήσει στην πεντάδα των υποψηφίων για Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου. Δεν το κερδίζει. Μα τα έχει καταφέρει. Έφτασε εκεί που ήθελε, χωρίς να προκαλεί το ξέφρενο γέλιο του κοινού, χωρίς γκάφες, χωρίς καράτε με τον Κέιτο, χωρίς παρεξηγήσεις με τον Ντρέιφους, χωρίς μεταμφιέσεις. Μόνο με ένα λιγομίλητο δωρικό προσωπείο που ακούει στο όνομα Chance the Gardener. Μόλις τρεις μήνες μετά την εν λόγω απονομή των Όσκαρ, θα εισαχθεί για τελευταία φορά στο νοσοκομείο με πόνους στην καρδιά και θα ξεψυχήσει λίγες μέρες αργότερα σε ηλικία 55 ετών. «Ο καημένος ο Πίτερ», θα πει ο Ντέιβιντ Νίβεν σε μια από τις βιογραφίες για τον Σέλερς. «Όταν έπαιζε έναν κινηματογραφικό ρόλο, κουβαλούσε αυτόν τον ρόλο μέσα του για έξι μήνες μετά το τέλος της κάθε ταινίας. Ήταν Ινδός για έξι μήνες, ντετέκτιβ για έξι μήνες, κλέφτης για έξι μήνες, πειρατής για έξι μήνες. Έπειτα, ο ρόλος ξεχνιόταν, εξανεμιζόταν. Τι έμενε; Τίποτα. Κανένας εαυτός. Έτσι, χρειαζόταν σύντομα έναν νέο κινηματογραφικό ρόλο».