- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
«Φιόρδ» του Cristian Μungiu: Ακραίες ιδεολογίες σε ακραίο βόρειο τοπίο
Ο Cristian Mungiu επιστρέφει με ένα ιδεολογικά φορτισμένο δράμα για την πολιτιστική μεταμφύτευση
«Φιόρδ»Μια οικογένεια, δύο κόσμοι και τα όρια της ανεκτικότητας - ο πολιτισμένος Βορράς και ο ανορθολογικός Νότος
Με το «Φιόρδ» ο Cristian Μungiu βραβεύτηκε για δεύτερη φορά στις Κάννες: το 2007 ο Ρουμάνος σκηνοθέτης είχε τιμηθεί με τον Χρυσό Φοίνικα για το «4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες» που έθιγε με χαρακτηριστική απόσταση και αμφισημία το ζήτημα της άμβλωσης. Το «Φιόρδ» επιστρέφει σε ένα θέμα που έχει ξανααπασχολήσει τον Mungiu («Occident», 2002): την ευρωπαϊκή μεταναστευτική εμπειρία —ωστόσο, τώρα, επεκτείνει την προβληματική του στα όρια της ανεκτικότητας και στον ιδεολογικό εξτρεμισμό που σαρώνει τις σύγχρονες κοινωνίες. Ο Mungiu στοχάζεται πάνω στον αντίκτυπο του ηφαιστείου των γνωμών στον κόσμο, στο ότι ο καθένας από μας θεωρεί τον εαυτό του αρμόδιο να εκφέρει γνώμη για τον τρόπο της ζωής του γείτονά του και προσπαθεί να τον φέρει στον ίσιο δρόμο. Τι συμβαίνει λοιπόν όταν οι άνθρωποι μετατρέπουν τις πεποιθήσεις τους σε νόμο που πρέπει να επιβληθεί σε όλους, ισοπεδώνοντας τις διαφορές στην πρόσληψη της ίδιας της ύπαρξης; Μήπως η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία που δείχνει αλληλεγγύη, προστατεύει τα παιδιά, εφαρμόζει κατά γράμμα την κοσμικότητα του κράτους και αντιμετωπίζει τα ήθη με «ανοιχτό πνεύμα» οδηγείται σε τυφλό, γραφειοκρατικό αυταρχισμό; Το «Φιόρδ» θέτει ένα ερώτημα δύσκολο να απαντηθεί: Θα υπερασπιζόσασταν τα δικαιώματα κάποιου με τον οποίον διαφωνείτε ριζικά;
Η Λίσμπετ (Renate Reinsve: την είδαμε προσφάτως στο «Backrooms») και ο Μιχάι Γκεοργκίου (Sebastian Stan) φεύγουν από το Βουκουρέστι και εγκαθίστανται σε μια μικρή πόλη στην περιοχή της βόρειας Νορβηγίας από όπου κατάγεται η Λίσμπετ. Είναι ένα ζευγάρι ευσεβών (φονταμενταλιστών) χριστιανών που δεν έχουν σαφή εικόνα για τη νορβηγική κοινωνία· ακόμα και η Λίσμπετ, μολονότι τα νορβηγικά είναι η μητρική της γλώσσα, φαίνεται τόσο ξένη στον Βορρά ώστε δεν έχει τις σωστές λέξεις για να υπερασπιστεί τον εαυτό της· κοντολογίς, δεν κατανοεί, ή δεν λαμβάνει υπόψη, πόσο διαφέρουν η κοσμοθεώρηση και ο τρόπος ζωής της οικογένειάς της από τα νορβηγικά δεδομένα τα οποία περιλαμβάνουν ελευθερία της αυτοχειρίας, ευθανασία, σεξουαλικές αναζητήσεις και, προπάντων, κοινωνικό έλεγχο στην ανατροφή των παιδιών.
Οι Γκεοργκίου έχουν πέντε παιδιά —δύο είναι έφηβοι, δύο προέφηβοι· υπάρχει κι ένα μωρό που θηλάζει ακόμα— τα οποία μεγαλώνουν με προσευχές, μικρές τιμωρίες και μικρές απαγορεύσεις, όπως η μη πρόσβαση στο Διαδίκτυο και στα κινητά τηλέφωνα. Ως ευσεβείς χριστιανοί, μελετούν καθημερινά την Αγία Γραφή κι όταν βρίσκονται μπροστά σε ένα πιάνο παίζουν θρησκευτικά άσματα. Είναι μια οικογένεια από την οποία δεν λείπει ούτε ο έρωτας μεταξύ των συζύγων, ούτε η στοργή για τα παιδιά, τα οποία, αν και εκφράζουν τις συντηρητικές απόψεις των γονιών τους στον δημόσιο χώρο, δείχνουν ευχαριστημένα· οι διαφωνίες δεν τα πτοούν. Τα δύο μεγαλύτερα, ιδιαίτερα η Έλλα (Vanessa Ceban), συνδέονται στενά με μια συμμαθήτριά τους, τη Νούρα, η οποία αντιπροσωπεύει, στα μάτια του Ρουμάνου Mungiu, τη «βόρεια» εφηβεία με την τάση για αυτοτραυματισμούς, εξέγερση, ακρότητες και ροπή στην ομοφυλοφιλία: η Νούρα, αν και φαίνεται να προέρχεται από διαφορετικό σύμπαν, αλλά και εξαιτίας αυτού, ενσαρκώνει τη δυνατότητα του στενού συναισθηματικού δεσμού ανάμεσα στους οικοδεσπότες και τους νεοφερμένους· οι μεν έχουν ανάγκη τους δε· ο προκαταληπτικός, συντηρητικός ευρωπαϊκός Νότος έλκεται από τον απελευθερωμένο αλλά ψυχικά πολυσύνθετο και πολυβασανισμένο Βορρά και τούμπαλιν. Η τελευταία, συγκλονιστική σκηνή της ταινίας, επισφραγίζει αυτή την ακαταμάχητη δυνατότητα.
Μια μέρα, μια καθηγήτρια στο σχολείο παρατηρεί μώλωπες στο σώμα της Έλλα, πυροδοτώντας μια σειρά από γεγονότα όπως οι χιονοστιβάδες που απειλούν συχνά το παγωμένο Ålesund. Ο Μιχάι παραδέχεται ότι περιστασιακά «’’χαστούκιζε’’ στον ποπό» (χρησιμοποιεί λανθασμένα την αγγλική λέξη slap επιβαρύνοντας τη θέση του) ως τιμωρία ή για να αποτρέψει τα παιδιά από κάτι επικίνδυνο, ενώ η Λίσμπετ ομολογεί ότι μια φορά τούς έδωσε μια σπρωξιά για να μην πέσει πάνω τους βραστό νερό στην κουζίνα. Οπωσδήποτε, αυτές οι χειρονομίες είναι απολύτως φυσιολογικές στη Ρουμανία, είτε πρόκειται για θρησκευτικές κοινότητες, είτε όχι: όπως σε όλες τις βαλκανικές χώρες, αλλά και στη Βρετανία μέχρι το 1986 (όταν άλλαξε ο νόμος για τις σωματικές τιμωρίες στα σχολεία), «το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο» ή «spare the rod, spoil the child». Αλλά, στη σημερινή Νορβηγία, συνιστούν σκάνδαλο. Αφού ο Μιχάι αναγκάζεται να υπογράψει δήλωση ότι σχεδόν κακοποιούσε τα παιδιά του, «οι αρχές» της Πρόνοιας τα παίρνουν με συνοπτικές διαδικασίες και τα τοποθετούν σε ανάδοχες οικογένειες: όλο το χωριό είναι εναντίον των Γκεοργκίου που έρχονται από «αλλού», κάνουν πλύση εγκεφάλου στα παιδιά τους μέσω των Ευαγγελίων και τα «χαστουκίζουν» στον ποπό. Από αυτό το σημείο το «Φιόρδ» μετατρέπεται σε πολιτικό και δικαστικό δράμα, σε ένα είδος «Ανατομίας ενός Μώλωπα».
Οι Γκεοργκίου, παρά τη θρησκοληψία τους, παρουσιάζονται υπομονετικοί, σεμνοί, σεβαστικοί προς το περιβάλλον —αλλά κοινωνικά αδέξιοι. Αν και καταφέρνουν να βρουν μια δικηγόρο, το μοναδικό άτομο που καταλαβαίνει το ηθικό δίλημμα και τους υπερασπίζεται μολονότι δεν μοιράζεται τις ιδέες τους— είναι ανίκανοι να αναγνωρίσουν τους κώδικες επικοινωνίας της νορβηγικής κοινότητας. Από την πλευρά τους, οι Νορβηγοί θεωρούν τις ιδέες των Γκεοργκίου επιβλαβείς όχι μόνο για τα δικά τους παιδιά, αλλά για ολόκληρη την κοινότητα: η θρησκοληψία τους εκλαμβάνεται ως μίασμα και απαιτούν από τη Λίσμπετ και τον Μιχάι να μετανοήσουν και να αλλάξουν, να συμμορφωθούν. Το νορβηγικό χωριό κάνει αυτό που δεν κάνουν οι θρησκόληπτοι μετανάστες: προσπαθεί να τους προσηλυτίσει στην αθεΐα. Η δικηγόρος (Lisa Carlehed), μια γειτόνισσα, είναι, όπως είπα, η μοναδική εξαίρεση: στις περίπλοκες και αρκετά οδυνηρές σκηνές του δικαστηρίου, αναδύεται ως ηθικό υπόδειγμα· είναι εύκολο να υπερασπίζεσαι τα δικαιώματα εκείνων με τους οποίους συμφωνείς· πολύ δυσκολότερο και σημαντικότερο είναι να το κάνεις για όσους έχουν διαφορετικές και ίσως απωθητικές πεποιθήσεις.
Υπάρχουν δύο προϋποθέσεις για την ανεκτικότητα της χώρας που φιλοξενεί «διαφορετικές» ως προς την κοσμοθεωρία κοινωνικές ομάδες: η πρώτη είναι αυτές οι ξένες ομάδες να υπακούουν στους νόμους του κράτους· η δεύτερη να μην προσπαθούν, με κανένα μέσο, να επιβάλουν τις θρησκευτικές, πολιτικές και ηθικές απόψεις τους στο καινούργιο περιβάλλον. Οι Γκεοργκίου εργάζονται έντιμα, προσφέρουν στην κοινότητα από το υστέρημά τους και επιδεικνύουν, σύμφωνα με τις χριστιανικές επιταγές, αγάπη προς τον πλησίον. Με λίγα λόγια, δεν πειράζουν κανέναν —κι όμως, η παραφωνία τους εκλαμβάνεται ως κοινωνικά επικίνδυνη και ίσως κακοποιητική. Το αποτέλεσμα είναι, σύμφωνα με την οπτική του Mungiu, ένα σύστημα επιβολής του «προοδευτισμού» (οι λέξεις «προοδευτικός» και «συντηρητικός» ακούγονται αρκετές φορές) που περιλαμβάνει συζητήσεις περί ρευστότητας του φύλου στη δευτέρα δημοτικού και ανοιχτή περιφρόνηση για τον Μιχάι που πιστεύει ότι ο γάμος είναι η ένωση ενός άνδρα και μιας γυναίκας.
Το «Φιόρδ» είναι ένα ιδεολογικά φορτισμένο μανιφέστο, φωτογενές λόγω του βόρειου σκηνικού και γεμάτο διφορούμενα. Ίσως αξίζει να σημειωθεί ότι το σενάριο και η εκτέλεσή του εμφανίζουν κάποιες ασάφειες πέραν εκείνης που προανέφερα για τη Λίσμπετ, η οποία, παραδόξως, αν και γεννημένη και μεγαλωμένη στη Νορβηγία, δεν γνωρίζει τους κοινωνικούς κανόνες, το νομικό πλαίσιο και τα αυστηρά συστήματα παιδικής μέριμνας της χώρας της. Ο Stan Sebastian, αν και παίζει ρόλο βέρου Ρουμάνου, μιλάει ρουμανικά με ελαφρά ξενική προφορά· η αιτία του μώλωπα της Έλλα δεν ξεκαθαρίζεται (μάλλον οφείλεται σε τσακωμό με τον αδελφό της)· επίσης, ενώ στην αρχή αναφέρεται ότι τα παιδιά δεν έχουν μάθει νορβηγικά —παράλογο, δεδομένου ότι έχουν Νορβηγίδα μητέρα— λίγους μήνες αργότερα, ξαφνικά μιλούν σε άπταιστα νορβηγικά χωρίς καμιά αφηγηματική εξήγηση για αυτή την εν μία νυκτί αποκτηθείσα μαεστρία.
Στο τέλος, ο θεατής μένει με την απορία: γιατί αυτή η υπερ-παραδοσιακή οικογένεια πήρε τη συνειδητή απόφαση να μετακομίσει σε μια από τις πιο woke κοινωνίες στον κόσμο; Αν και πολλοί θεώρησαν ότι ο Mungiu «δεν παίρνει θέση», νομίζω ότι παίρνει: οι Γκεοργκίου είναι συμπαθείς άνθρωποι, έχουν αισθήματα· οι Νορβηγοί παρουσιάζονται σαν ρομπότ που εφαρμόζουν κανόνες, όχι χωρίς μια δόση ξενοφοβίας —αν και, πράγματι, το κυρίαρχο στοιχείο της επιθετικότητάς τους δεν είναι η ξενοφοβία· το κυρίαρχο στοιχείο είναι ότι αυτοί οι αλλόκοτοι Ρουμάνοι συνδέονται με έξαλλες θεούσες που φοβούνται τον Σατανά. Οπότε, το πράγμα γίνεται πολύ πιο περίπλοκο από την «ξενοφοβία» ή από τον «ρατσισμό» —έννοιες που έχουν, έτσι κι αλλιώς, υπερχρησιμοποιηθεί και ξεχειλώσει. Ο «προοδευτικός» θεατής μπορεί να καταλογίσει στον Mungiu εξωραϊσμό της φανατικής θρησκευτικής ανατροφής —τα παιδιά των Γκεοργκίου δεν φαίνεται να υποφέρουν από τον τρόμο και την κλειστοφοβία που συνοδεύει τέτοιες οικογενειακές συνθήκες— καθώς κι από διάθεση καταγγελίας της βορειοευρωπαϊκής, «δυτικής», νομολατρίας. Ίσως το κεντρικό του επιχείρημα είναι η παλιά αντίθεση μεταξύ Βορρά και Νότου: ο πολιτισμένος Βορράς έχει χάσει την ψυχή του· ο ακραίος ανθρωπισμός του τον έχει αποστειρώσει· όσο για τον Νότο, σέρνει πίσω του την παράδοση του ανορθολογισμού σύμφωνα με την οποία επιτρέπονται όσα απαγορεύονται στον Βορρά, απαγορεύονται όσα επιτρέπονται κι όσα επιτρέπονται είναι υποχρεωτικά.