Κινηματογραφος

Άλογο και αναβάτης: Είδαμε το ντοκιμαντέρ του Παναγιώτη Ευαγγελίδη

Η ερωτική σχέση δυο ανθρώπων με μηδενική ορατότητα στον δημόσιο χώρο

Κωνσταντίνος Ματσούκας
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Άλογο και αναβάτης: Είδαμε το ντοκιμαντέρ του Παναγιώτη Ευαγγελίδη στο 7ο Athens Porn Film Festival στο Ρομάντσο

Το τελευταίο ντοκιμαντέρ του σκηνοθέτη, συγγραφέα, μεταφραστή και ακτιβιστή Π. Ευαγγελίδη, «Άλογο και αναβάτης» έκανε πρεμιέρα στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης τον Μάρτιο του 2026. Εμείς το παρακολουθήσαμε στο 7ο Athens Porn Film Festival στο Ρομάντσο (21-24 Μαίου) όπου και συζητήσαμε με τον σκηνοθέτη.

Γνωστός για το σενάριο (μαζί με τον Πάνο Κούτρα) της cult πλέον Στρέλλας, ο Ευαγγελίδης είναι επίσης γνωστός για το σκηνοθετικό ύφος των ντοκιμαντέρ του, που καταλέγονται στο observational cinema. Ταινίες, δηλαδή, χωρίς σχολιασμό, όπου οι σχέσεις εμπιστοσύνης που κτίζει με τους πρωταγωνιστές του επιτρέπουν την καταγραφή της καθημερινότητάς τους μαζί με στιγμές εξαιρετικά ευάλωτες ή προσωπικές (συναισθηματικά, σεξουαλικά) χωρίς ίχνος ηδονοβλεψίας ή διδακτισμού. Ένα άλλο διακριτό στοιχείο είναι η απουσία οποιασδήποτε ωραιοποίησης – μέσω του φυσικού φωτισμού και του ακατέργαστου ήχου, το προβάδισμα έχουν τα πρόσωπα και ο λόγος τους. Κανείς εδώ, ούτε ο σκηνοθέτης, δεν προσπαθεί να φαίνεται ελκυστικός. Τέλος, από το πρώτο κιόλας ντοκιμαντέρ, Chip & Ovi (2007), τα πορτραίτα αυτά ανήκουν ανεξαιρέτως σε outsiders, που ζουν την ιστορία τους με την σοκαριστική απλότητα και αλήθεια που τους επιφύλαξε η ίδια η ζωή.

Μέσα από την ίδια σκηνοθετική προσέγγιση, στον Αναβάτη παρακολουθούμε εκ του σύνεγγυς την ερωτική σχέση δυο ανθρώπων με μηδενική ορατότητα στον δημόσιο χώρο. Ο ένας είναι ο Γιάννης, ένας τριαντατριάχρονος γεννημένος με συγγενή τετραπληγία δηλαδή με σχεδόν ανύπαρκτο έλεγχο του μυϊκού του συστήματος, εξαρτώμενος λοιπόν από τους άλλους για τα πολύ βασικά και στοιχειώδη, όπως π.χ. η μετακίνηση του από το κρεβάτι στο αναπηρικό αμαξίδιο. Το άλλο πρόσωπο είναι η Σύλβια, μια θηλυκότητα με μακριά μαλλιά και εφηβικά στήθη που κατά τα άλλα, εδρεύει σ’ ένα δασύτριχο ανδρικό σώμα με γενειάδα, η οποία δηλαδή δεν προσπαθεί στο ελάχιστο να προσδώσει στον κοινωνικό της φαινότυπο θηλυκά χαρακτηριστικά. Η συνάντηση τους είναι ένα στοίχημα ενάντια σε κάθε κανονικότητα, ακραίο όσο και επιβαλλόμενο, κάτι που και οι δυο ήθελαν διακαώς να συμβεί.

Αν και η ταινία προβάλλεται στο πλαίσιο ενός φεστιβάλ πορνογραφίας, εδώ βλέπουμε κάτι στον αντίποδα των λαχταριστών κορμιών με τις ζηλευτές σεξουαλικές επιδόσεις. Ήδη από τις ερωτικές τους περιπτύξεις στις πρώτες σκηνές της ταινίας, οποιαδήποτε παγιωμένη ιδέα για τις μορφές της ερωτικής επιθυμίας εκπαραθυρώνεται με συνοπτικές διαδικασίες.

Θα ήταν απόλυτα κατανοητή η παρόρμηση να αποστρέψει κάποιος το βλέμμα, τουλάχιστον μέχρι ο εγκέφαλος να επεξεργαστεί τα ανοίκεια δεδομένα: το οργασμικό τρέμουλο του ανεξέλεγκτου σώματος του Γιάννη, την δασύτριχη θηλυκότητα της Σύλβια και, ιδίως, την μεταξύ τους σχέση. Είμαστε, ωστόσο, ήδη στο άδυτο της ιδιωτικής ζωής των πρωταγωνιστών και εδώ θα παραμείνουμε για τα επόμενα 80 λεπτά, μάρτυρες του τι σκέφτονται, τι απολαμβάνουν, πώς κινούνται. Η queer θεματική διαπροσωπικών δεσμών ισχυρότερων από κάθε κοινωνική σύμβαση είναι καθόλα αντιπροσωπευτική του Ευαγγελίδη. Σε μια από τις καταληκτικές προτάσεις του πρώτου του μυθιστορήματος, Το Χέρι κάτω από το Ρούχο (1993), διαβάζουμε: «Όπως δυο ζώα που αναγνωρίζουν με την όσφρηση δεσμούς που κανείς εκτός από τα ίδια δεν είναι σε θέση να συλλάβει».

Παναγιώτης Ευαγγελίδης

Ούτε και να τους διεκδικήσει, θα προσθέταμε, καθώς οι δυο πρωταγωνιστές αναθυμούνται πώς γνωρίστηκαν μέσω internet, και πώς, μόνο μετά από μήνες επικοινωνίας, αποτόλμησαν να βρεθούν ενώπιος ενωπίω και να περάσουν μερικές ημέρες μαζί σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Στην εξοικείωση με τα «παράξενα ζώα» στην οθόνη συντελεί υπόρρητα ο ρυθμός με τον οποίο ξεδιπλώνεται η γνωριμία μας μαζί τους. Οι ερωταποκρίσεις τους είναι αργές, οι σιωπές εύγλωττες, οι χειρονομίες αναγνωριστικές… Ο σκηνοθέτης είναι μια μύγα στον τοίχο που αραιά και πού υλοποιείται π.χ. όταν η Σύλβια χρειάζεται βοήθεια για να μετακινήσει τον Γιάννη. Υπάρχει ένα ολόκληρο πεντάλεπτο όπου εκείνος την παρακολουθεί να κοιμάται με τον σκηνοθέτη να έχει βγει από τον χώρο, ενώ η κάμερα συνεχίζει να ρολάρει. «Δεν υπάρχει ένταση στην ταινία», είχε προειδοποιήσει ο Π.Ε. το ακροατήριο. «Γι’ αυτό θέλει κι εσείς να ησυχάσετε». Νομίζω μας έλεγε να κατεβάσουμε το volume στις σκέψεις μας.

Το δωμάτιο του ξενοδοχείου γίνεται έτσι ένας μικρόκοσμος με τον δικό του αιωρούμενο χρόνο και χωρίς καμία ανάγκη συντονισμού με τον περιρρέοντα χρόνο της πόλης. Εντός του, οι πρωταγωνιστές εξερευνούν τα όρια της δικής τους συνύπαρξης με τρυφερότητα, περιέργεια και μεγάλη γενναιότητα.

«Δεν το λέω "αγάπη" αυτό που νιώθω εδώ, τώρα», λέει κάποια στιγμή ο Γιάννης. «Γιατί πώς ονομάζεις κάτι που δεν έχει προηγούμενο;». Όπως είναι χωρίς προηγούμενο το άνοιγμα στο ανοίκειο στο οποίο μας προσκαλεί η ταινία.