Κινηματογραφος

Ανεμοδαρμένα Ύψη: Ναι, αλλά η Μπροντέ δεν έγραψε το βιβλίο για έναν μεγάλο έρωτα

Οι διαχρονικές παρεξηγήσεις για τη μεγαλύτερη ιστορία αγάπης που, τελικά, δεν ήταν τέτοια

A.V. Team
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δεν είναι η πρώτη φορά που τα Ανεμοδαρμένα Ύψη γίνονται αφορμή για σκανδαλώδη σχόλια – και μάλλον δεν θα είναι η τελευταία

«Ξέθαψε το πτώμα της για να κρατήσει το σώμα της που ήδη βρισκόταν σε προχωρημένη αποσύνθεση — και για

175 χρόνια αποκαλούμε αυτό το πράγμα τη μεγαλύτερη ιστορία αγάπης που γράφτηκε ποτέ»

Και τι δεν έχει γραφτεί το τελευταίο διάστημα για τα Ανεμοδαρμένα Ύψη, τη συγγραφέα του Έμιλι Μπροντέ, τους ήρωές της, την Κάθριν και τον Χίθκλιφ, με αφορμή φυσικά άλλη μία μεταφορά της λογοτεχνικής επιτυχίας στον κινηματογράφο, αυτή τη φορά με τη Μάργκο Ρόμπι και τον Τζέικομπ Ελόρντι.

Και φυσικά, και τι δεν έχουν σούρει στην Έμεραλντ Φένελ, τη σκηνοθέτιδα αυτής της νέας εκδοχής, της γυναίκας που αφαίρεσε από τα Ανεμοδαρμένα Ύψη το πιο κομβικό στοιχείο της ιστορίας αυτών των δύο παράφορα ερωτευμένων, που είναι το φυλετικό χάσμα και το στοιχείο του διαφορετικού χρώματος του βασικού χαρακτήρα του βιβλίου.

Όμως, η πόλωση γι’ αυτό το έργο – σούπερ σταρ της παγκόσμιας λογοτεχνίας δεν είναι σημερινό φαινόμενο. Από καταβολής εργογραφίας των αδελφών Μπροντέ υπήρχε θέμα με τα όσα συμβαίνουν στις σελίδες αυτού του συγκεκριμένου βιβλίου. Πέρα από το ανάρμοστο –για την εποχή- ύφος και την ερωτική περιδίνηση, αυτά που συμβαίνουν μεταξύ των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων κάθε εποχή τα ερμηνεύει διαφορετικά. Τότε ήταν η περιπαθής, σκοτεινή εξιστόρηση ενός τόσο παθιασμένου έρωτα που εκτείνεται πέρα από τον χωροχρόνο.

Τώρα, από τον Guardian μέχρι το New Yorker το πέρασμα του #MeToo και το παραμονεύον φάντασμα της πολιτικής ορθότητας σκιαγραφεί ως απολύτως τοξικό αυτόν τον γκόμενο και το συγκεκριμένο ρομάντζο (και όχι άδικα, για να είμαστε ειλικρινείς).

© Courtesy of Warner Bros Pictures

Αρκεί μια ματιά στη συμπεριφορά αυτού του νεαρού –και τώρα πια το ξέρουμε, το βλέπουμε, είναι φως φανάρι- ότι τα συμπλέγματα και οι ψυχοπαθητικές συμπεριφορές κάνουν πάρτι, αλλά έχουν βαφτιστεί ακατανίκητος έρωτας. Όπως παρατηρεί ένα λογοτεχνικό γκρουπ στο Facebook «ο Χίθκλιφ δεν θρηνεί απλώς την Κάθριν Έρνσο. Κυριολεκτικά την ξεθάβει από τον τάφο, ανοίγει το φέρετρο, κρατά το σώμα της που βρίσκεται ήδη σε προχωρημένη αποσύνθεση. Κατόπιν, παντρεύεται μια γυναίκα αποκλειστικά για να την βασανίσει μέχρι να φύγει τρομοκρατημένη.

Καταστρέφει συστηματικά κάθε άνθρωπο που συνδέεται με τη γυναίκα που τον απέρριψε — τον αδελφό της, την κόρη της, ακόμη και την επόμενη γενιά.Και κάθε του Αγίου Βαλεντίνου, οι άνθρωποι αναστενάζουν για τα Ανεμοδαρμένα Ύψη και αποκαλούν αυτό το love story ως το υπέρτατο του είδους. Δεν είμαστε καλά!».

Τα Ανεμοδαρμένα Ύψη δεν μιλούν για τον έρωτα, αλλά για την ιδιοκτησία και την εμμονή

Μεταξύ μας, βέβαια, η Μπροντέ δεν φαίνεται να είχε σκοπό να γράψει ένα ρομάντζο για να περνάει η ώρα –και η δική της και των ευαίσθητων ψυχών που θα τη διάβαζαν. Έκανε ανατομία της ανθρώπινης εμμονής και μέχρι πού μπορεί να οδηγηθεί κάποιος που διακατέχεται από αυτήν.

Γεννήθηκε το 1818 στο Γιόρκσιρ, το πέμπτο από έξι παιδιά. Η μητέρα της πέθανε όταν η Έμιλι ήταν τριών, αφήνοντας τα αδέλφια Μπροντέ — Σαρλότ, Μπράνγουελ, Έμιλι, Αν — με έναν απόμακρο, θλιμμένο πατέρα σε ένα πρεσβυτέριο στην άκρη των ερημότοπων. Έτσι αυτά τα παιδιά έκαναν αυτό που κάνουν τα ευφυή, μοναχικά παιδιά: δημιούργησαν κόσμους.

Έγραψαν χιλιάδες σελίδες για φανταστικά βασίλεια. Η Έμιλι και η Αν μοιράζονταν τη Γκόνταλ — το ιδιωτικό τους σύμπαν, ολόκληρη την αρχιτεκτονική των συναισθημάτων τους. Ενώ άλλα κορίτσια μάθαιναν κέντημα, η Έμιλι έχτιζε μυθολογίες για ψυχαγωγία και παρηγοριά, για συναισθηματική και κοινωνική ωρίμανση.

Σπάνια έφυγε από το Γιόρκσιρ. Δοκίμασε να διδάξει — το μίσησε. Πήγε στις Βρυξέλλες με τη Σαρλότ για σπουδές — πάλι το μίσησε. Επέστρεψε στους ερημότοπους και δεν έφυγε ποτέ για πολύ ξανά. Αυτοί οι ερημότοποι δεν ήταν τοπίο για την Έμιλι. Ήταν η ψυχολογία της: σκληρή, άγρια, εκθαμβωτικά όμορφη και απολύτως αδιάφορη για την ανθρώπινη οδύνη.
Αυτό το τοπίο έγινε τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη».

Ύψη παράνοιας, άκρατου εγώ και όρεξης για καταστροφή του εχθρού

Το 1847, το δημοσίευσε με το ψευδώνυμο «Έλις Μπελ», επειδή οι γυναίκες δεν έπρεπε να γράφουν έτσι. Οι γυναίκες έγραφαν ήσυχες ιστορίες, σε ήπιο τόνο πάντα, όπου πάντα ο θρίαμβος ανήκε στην αρετή. Δεν υπήρχε ιστορία που να τελειώνει χωρίς ηθικό δίδαγμα, οπότε μέχρι την εποχή της Μπροντέ καμία δεν θα έμπαινε στη διαδικασία να σκιαγραφήσει το προφίλ ενός Χίθλιφ, να δώσει εικόνα στο αντρικό σώμα και φωνή στην αποσιωπημένη γυναικεία επιθυμία.

Η Κάθριν Έρνσο δεν αγαπά απλώς τον Χίθκλιφ. Τον θέλει με εξοντωτική δύναμη. «Είμαι ο Χίθκλιφ», δηλώνει. Όχι «τον αγαπώ» — είμαι αυτός. Καμία οριοθέτηση. Καμία διάκριση. Πλήρης ψυχική συγχώνευση.

Αλλά όταν έρχεται η ώρα να παντρευτεί, επιλέγει τον Έντγκαρ Λίντον. Επιλέγει την άνεση αντί του χάους, την καλλιέργεια αντί της αγριότητας, τη σταθερότητα αντί της βαθιάς, ψυχικής σύνδεσης. Θέλει την ουσία του Χίθκλιφ αλλά αρνείται τη φτώχεια και το γεγονός ότι αυτός ο άντρας, ο τόσο ποθητός, ζει στη σκιά. Ποιος φυσιολογικός άνθρωπος θέλει να ζει στο περιθώριο;

Και ο Χίθκλιφ κάνει τους πάντες να πληρώσουν γι’ αυτή την επιλογή. Για δεκαετίες.

Γίνεται πλούσιος με ανεξήγητα μέσα, επιστρέφει στο Γιόρκσιρ και ξεκινά την καταστροφική εκστρατεία του εναντίον οποιουδήποτε τόλμησε να του στερήσει τη γυναίκα που αγάπησε, ακόμα και την ίδια.

Παντρεύεται την αδελφή του Έντγκαρ, την Ισαμπέλα — όχι επειδή την αγαπά, αλλά επειδή είναι όπλο για εκείνον, σημαντικό εργαλείο για τα σχέδιά του. Τη μεταχειρίζεται με τέτοια υπολογισμένη σκληρότητα ώστε τελικά εκείνη να το σκάσει κατατρομαγμένη, έγκυος και απολύτως συντετριμμένη από τον μοχθηρό ολετήρα που της έτυχε για σύζυγος.

Στο μεταξύ, ο Χίθκλιφ αποκτά τα Ανεμοδαρμένα Ύψη, καταστρέφει τον αδελφό της Κάθριν, τον Χίντλεϊ, μέσω του τζόγου και του ποτού, και ανατρέφει την επόμενη γενιά ειδικά για να συνεχίσει τον κύκλο κακοποίησης.

Η Κάθριν πεθαίνει στη γέννα, διχασμένη ανάμεσα σε δύο κόσμους, δύο άντρες, δύο αδύνατες εκδοχές του εαυτού της, δύο σημεία γύρω από τα οποία περιστρέφεται αλλά ολόκληρη μπορεί να νιώσει μόνο στο ένα κι αυτό με τεράστιο κόστος.

Ο Χίθκλιφ ικετεύει το φάντασμά της να τον στοιχειώνει. Περνά είκοσι χρόνια εμμονικός, τη βλέπει παντού, ανίκανος να ζήσει ή να πεθάνει ή να κάνει οτιδήποτε άλλο πέρα από το να υποφέρει και να κάνει τους άλλους να υποφέρουν.

Όταν τελικά πεθαίνει, χαμογελά — προφανώς ξαναενωμένος με την Κάθριν σε όποια κόλαση έχουν χτίσει μαζί.

→ Παραπάνω τα Ανεμοδαρμένα Ύψη του Ρέιφ Φάινς και της Ζιλιέτ Μπινός που άφησαν μία αξεπέραστη κινηματογραφική εκδοχή του έργου της Έμιλι Μπροντέ

Αυτή είναι η ιστορία που εκατομμύρια αναγνώστες αποκαλούν τη μεγαλύτερη ιστορία αγάπης που γράφτηκε ποτέ.

Ωστόσο, τι πραγματικά ήθελε να πει η Μπροντέ, σε μία εποχή –τη δική της- που η βία στους γάμους ήταν κανονικότητα και ο τρόμος μπορεί να καραδοκούσε στο πιο ήσυχο σπίτι;

Πρακτικά, η Μπροντέ μίλησε γι’ αυτό που γίνεται η αγάπη όταν δεν γνωρίζει όρια, δηλαδή βία. Για το πώς δύο άνθρωποι μπορούν να καταστρέψουν όλους γύρω τους και να το ονομάσουν μοίρα. Η Κάθριν και ο Χίθκλιφ δεν σώζουν ο ένας τον άλλον — αλληλοεξοντώνονται και εξοντώνουν όποιον αγγίζουν.

Τα Ανεμοδαρμένα Ύψη μέσα στους αιώνες (και τους τόνους κριτικής)

Και επειδή παραπάνω λέμε ότι η πόλωση και οι κακές κριτικές για τα Ανεμοδαρμένα Ύψη δεν είναι καινούριο φαινόμενο, αξίζει κάπου εδώ να επισημάνουμε ότι οι Βικτωριανοί κριτικοί ήταν τρομοκρατημένοι. Αποκάλεσαν το συγκεκριμένο βιβλίο από «τερατούργημα» και «χυδαίο», έως εξαιρετικά «βίαιο» και «αποκρουστικό». Το Quarterly Review το είχε χαρακτήρισε «ένα μείγμα χυδαίας διαφθοράς και αφύσικων φρικαλεοτήτων».

Δεν είχαν άδικο. Η Μπροντέ, κατά παράβαση κάθε λογοτεχνικού κανόνα της εποχής δεν είχε σκοπό να εξυψώσει κανέναν, δεν είχε σκοπό να κάνει κανέναν να φαίνεται ιδανικός. Έλεγε την αλήθεια για το τι συμβαίνει όταν το να μετατρέπεται ένας άνθρωπος σε ιδιοκτησία ενός άλλου, βαφτίζεται αγάπη. Κι όταν αυτό το περί κατοχής αίσθημα συνορεύει με την παράνοια.

Η Μπροντέ θα πεθάνει έναν χρόνο αργότερα – τον Δεκέμβριο του 1848, από φυματίωση, μόλις τριάντα ετών. Αρνήθηκε ιατρική φροντίδα, αρνήθηκε να παραδεχτεί ότι ήταν άρρωστη, συνέχισε να περπατά στους ερημότοπους μέχρι που δεν μπορούσε πια.

Ένα μυθιστόρημα και λίγη συνταρακτική ποίηση άφησε πίσω της για όσους καταλάβαιναν τι διάβαζαν, αλλά κυρίως για όσους εμπνεύστηκαν από την πιο γκροτέσκα ιστορία αγάπης που θα μπορούσε να συλλάβει άνθρωπος, χωρίς ντροπή, αλλά με ανυπόφορο ρεαλισμό.