- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Γιώργος Λάνθιμος: Ο «καλύτερός μας φίλος» στο Χόλιγουντ
Ένα οδοιπορικό στη φιλμογραφία του Γιώργου Λάνθιμου
Ο «καλύτερός μας φίλος» στο Χόλιγουντ: Ο Γιώργος Δήμος γράφει για τη μακρά σχέση του με τις ταινίες του Γιώργου Λάνθιμου
Η πρώτη μου «γνωριμία» με τον Γιώργο Λάνθιμο έγινε — χωρίς να το συνειδητοποιήσω — μέσω της ταινίας «Ο καλύτερός μου φίλος» (2001), με τον Λάκη Λαζόπουλο, τον Αντώνη Καφετζόπουλο και την Σμαράγδα Καρύδη. Ήμουν σίγουρα στο Δημοτικό, μάλλον στην Ε' ή την ΣΤ' τάξη, οπότε η ταινία είχε κυκλοφορήσει ένα με δύο χρόνια πριν. Ήταν η εποχή που είχα ανακαλύψει τις κωμωδίες του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, όπως το «Safe Sex» (1999), την «Θηλυκή εταιρεία» (1999) και το «Κλάμα Βγήκε απ` τον Παράδεισο» (2001), που είχαν βρισιές και τολμηρές σκηνές, πράγμα συναρπαστικό για ένα παιδί της ηλικίας μου τότε. Σε αντίθεση με τις άλλες ταινίες, ο «Καλύτερός μου φίλος» — που κατά σύμπτωση είχα δει πρώτη φορά με τον δικό μου καλύτερο φίλο, τον Νίκο — είχε μια παράξενη ατμόσφαιρα και ένα στοιχειωτικό σάουντρακ, το οποίο επανερχόταν στο «These Boots are Made for Walking» της Νάνσυ Σινάτρα, στοιχεία που δεν συνειδητοποιούσα τότε πλήρως, αλλά έδειχναν πως ο σκηνοθέτης είχε άλλα πράγματα στο μυαλό του.
Η πρώτη φορά που είδα Γιώργο Λάνθιμο, γνωρίζοντας πως βλέπω Λάνθιμο, ήταν βέβαια με τον «Κυνόδοντα» (2009), τον οποίο μου πρότεινε ο καλύτερός μου φίλος στο λύκειο, ο Γιάννης, με τον οποίο βλέπαμε συχνά και συζητούσαμε για ταινίες. Είδα τον «Κυνόδοντα» κάπως καθυστερημένα, ίσως ένα ή και δύο χρόνια αφότου κυκλοφόρησε, γιατί τότε είχα στο πρόγραμμα να εξερευνήσω την φιλμογραφία του Λιντς, του Κρόνενμπεργκ, του Τζάρμους και του Γουόνγκ Καρ Γουάι ή τις πειραματικές ταινίες του Κένεθ Άνγκερ και του Σταν Μπράκατζ, οπότε δεν υπήρχε ακριβώς χρόνος για τον Λάνθιμο. Η ταινία μου άρεσε, αλλά μου θύμιζε το πολύ ανώτερο σινεμά του Νικολαΐδη, γυρισμένη καθώς ήταν σε μια βίλα στη μέση του πουθενά, με μια οικογένεια που ασελγούσε ο ένας στον άλλο. Φυσικά, προσπαθούσα να κλείνω τα αυτιά μου όταν άκουγα ανοησίες, του τύπου: «Η υποψηφιότητα της ταινίας για Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας ξεπερνά κατά πολύ τον χώρο του κινηματογράφου, των τεχνών, του πολιτισμού. Αφορά ολόκληρη τη χώρα, τους ανθρώπους της, τη νέα γενιά δημιουργών που ενσαρκώνουν το "ναι, γίνεται" σε μια δύσκολη εποχή», που είχε δηλώσει ο τότε πρωθυπουργός της χώρας, Γιώργος Παπανδρέου, προσπαθώντας να σφετεριστεί την επιτυχία ενός σκηνοθέτη που η Ελλάδα δεν βοήθησε τότε και συνεχίζει να μπλοκάρει ακόμα και σήμερα (βλ. απόρριψη αιτήματος για γυρίσματα στην Ακρόπολη), για καθαρά πολιτικούς σκοπούς.
Τις «Άλπεις» (2011) δεν τις είδα όταν βγήκαν. Δεν είμαι σίγουρος γιατί, αλλά νιώθω πως «θάφτηκαν» στην πρώτη τους κυκλοφορία και έμαθα για την ύπαρξή τους αφότου είδα τον «Αστακό» (2015). Οπωσδήποτε, δεν είναι η καλύτερη στην φιλμογραφία του, αλλά βρίσκεται πολύ κοντά στο «Attenberg» (2010), της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, στο οποίο παίζει και ο ίδιος ο Παγκρατιώτης σκηνοθέτης, ενώ μαζί με τις δικές του ταινίες, αποτελούν μερικά από τα σημαντικότερα δείγματα του «weird wave» κινηματογράφου. Όλες αυτές οι ταινίες θυμάμαι πως μας έκαναν φοβερή εντύπωση, όχι ως προς το περιεχόμενό τους, αλλά για το γεγονός ότι προβλήθηκαν τόσο πολύ στο εξωτερικό, κάτι το οποίο είχε καταφέρει μέχρι τότε — στο μυαλό μου, τουλάχιστον — μόνο ο Παντελής Βούλγαρης με τις «Νύφες» (2004) και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος.
Τον «Αστακό» — κατά τη γνώμη μου ίσως και η καλύτερη ταινία του ως τώρα — τον είδα στην Αμερική, όταν ήμουν ακόμα στο Πανεπιστήμιο και μου άρεσε τόσο για την ιδιότυπη αλληγορική του γλώσσα, το σύνθετο σενάριό του με το «twist ending» και την ηθοποιία του (που χάρη στην προσωπική σχέση που έχει χτίσει ο Λάνθιμος με τον Κόλιν Φάρελ και την Ρέιτσελ Βάις, δίνουν αμφότεροι τον καλύτερό τους εαυτό), όσο και για το σπουδαίο τραγούδι της Δανάης, «Από μέσα πεθαμένος», που με οδήγησε στο να γνωρίσω τη μουσική του Αττίκ, την οποία ως τότε γνώριζα μόνο κατ' όνομα. Ήταν, βέβαια, η δεύτερη φορά που ο Λάνθιμος με είχε συστήσει σε μια άγνωστη σε μένα, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή του ελληνικού τραγουδιού: Η πρώτη ήταν με την «Κινέττα» (2005), που με σύστησε στις συνθέσεις του Μίμη Πλέσσα και τις ποπ ερμηνείες από την πρώτη περίοδο της καριέρας της Τζένης Βάνου.
Τον «Θάνατο του ιερού ελαφιού» (2017) τον είδα στο σινεμά, στην Νέα Υόρκη, μαζί με μία Ελληνοαμερικανή φίλη μου και ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα Λάνθιμο στην μεγάλη οθόνη. Οι επιρροές του από το σινεμά του Κιούμπρικ στη συγκεκριμένη ταινία είναι τόσο έκδηλες, στα δικά μου μάτια, σε σημείο που η ταινία μου φάνηκε υποπροϊόν. Ο μόνος λόγος που θα την ξεχώριζα, είναι γιατί μέσω αυτής γνώρισα τον συνομήλικό μου Ιρλανδό ηθοποιό, Μπάρι Κίογκαν, που είναι εξαιρετικός και πολλά υποσχόμενος. Την «Ευνοούμενη» (2018) την είδα πολύ καιρό αφότου κυκλοφόρησε στο σινεμά, στην Ελλάδα πια, ένα καλοκαίρι που ήμουν φαντάρος και με είχε επισκεφθεί ο καλύτερός μου φίλος από την Αμερική, ο Φρανκ. Την μικρού μήκους «Βληχή» (2022), την είδα περίπου την ίδια περίοδο, στη Λυρική Σκηνή, και ήταν μια αξέχαστη εμπειρία, εν μέρει γιατί ήταν η πρώτη μου επίσκεψη στο μεγαλειώδες αυτό αμφιθέατρο.
Το «Poor Things» (2023) είναι ίσως η μόνη ταινία του που δεν μου άρεσε. Στο «Kinds of Kindness» (2024) ευτυχώς επιστρέφει σε γνώριμα εδάφη και για μένα ήταν μια από τις πιο απολαυστικές που έχει γυρίσει εδώ και χρόνια. Από την άλλη, καταλαβαίνω ότι λόγω των Όσκαρ που κέρδισε - εκ των οποίων ένα πήγε στην νέα του μούσα Έμμα Στόουν - το «Poor Things» ήταν μια από τις σημαντικότερες ταινίες στην πορεία του και δεν θέλω να επιμείνω στις ενστάσεις που έχω εναντίον της. Ο Λάνθιμος είναι καλός σκηνοθέτης, καλύτερος από πολλούς άλλους, παλιούς ή καινούριους, που από το 2009 και ύστερα έχουν πάψει να φτιάχνουν ταινίες που να έχουν σημασία.
Δεν έχω δει ακόμα την «Βουγονία» (2025), αλλά έχω καλό προαίσθημα σχετικά με αυτήν. Η αναφορά στον Βιργίλιο, αν και έχω διαβάσει τα «Βουκολικά» (42-39 π.Χ.), δεν περιμένω να μου φανερωθεί, ούτε κατά τη διάρκεια, ούτε αφότου δω την ταινία. Μου αρέσει, ωστόσο, η περιγραφή της υπόθεσης, με τους δύο συνωμοσιολόγους που απαγάγουν την επιτυχημένη CEO (Έμμα Στόουν), νομίζοντας πως είναι εξωγήινη. Κάποιοι ήδη μιλάνε για «twist ending», αλλά αποφεύγω τα «spoilers» για να μην αφαιρέσω τίποτα από την εμπειρία. Σε μια εποχή που έχω πάψει πια να ελπίζω πως το σινεμά θα ανακάμψει και θα γίνει και πάλι το σημείο αναφοράς του δημοσίου διαλόγου που ήταν κάποτε, ανυπομονώ να δω ό,τι ταινία γυρίσει ο Λάνθιμος, ακόμα και τις κακές του.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Αέρας Χόλιγουντ στο κέντρο της Αθήνας
Το αριστούργημα του Νίκου Κούνδουρου με τη μοναδική ερμηνεία του Ντίνου Ηλιόπουλου
Μετά το «Mirai» ο διάσημος Μαμόρου Χοσόντα μας ταξιδεύει σε νέους, συναρπαστικούς κόσμους
Το φιλμ πετυχαίνει να μας κλέψει την καρδιά όχι μόνο για τα επίκαιρα μηνύματά του αλλά και για την τρυφερότητα που επιδεικνύει
Διακρίθηκε και στις Νύχτες Πρεμιέρας 2025, κερδίζοντας το Βραβείο Κοινού
Η Τζέσι Μπάκλεϊ βρίσκει ακόμη έναν δυνατό ρόλο, που θα συζητιέται για καιρό, ενώ ο Κρίστιαν Μπέιλ παίζει με την άνεση του ηθοποιού που τα καταφέρνει όλα.
Ποιες εταιρείες παραγωγής κυριαρχούν στην βιομηχανία του θεάματος
Οι πολλές εκδοχές ενός από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της γοτθικής λογοτεχνίας
Η Μπερλινάλε στο μάτι του κυκλώνα
Πολιτική, Ιστορία, σινεφίλ ιστορίες αλλά και Ζιλιέτ Μπινός στη διοργάνωση, που περιλαμβάνει ένα χορταστικό μενού 252 ταινιών μικρού και μεγάλου μήκους
Mια χώρα υπό δικτατορία κι ένα παιδί που προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο γύρω του
Έτοιμο το πρώτο προσχέδιο από τον σεναριογράφο του House of Cards
Η ταινία βασίζεται στο αδημοσίευτο κείμενο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Οδοιπορικό Μαουτχάουζεν – Μάιος 1988»
«Ζητώ συγγνώμη αν αυτό αποτελεί σοκ, ήταν και για μένα» έγραψε ο ηθοποιός σε ανάρτησή του
Οι διαχρονικές παρεξηγήσεις για τη μεγαλύτερη ιστορία αγάπης που, τελικά, δεν ήταν τέτοια
Τι είπαν οι Ματ Μπετινέλι-Όλπιν και Τάιλερ Γκίλετ
Είναι μια χαρά εκείνος και η οικογένειά του, λέει πηγή από το περιβάλλον του
Ένα podcast που δεν έχει συγκεκριμένο αντικείμενο, γιατί το θέμα του το διαμορφώνουν κάθε φορά οι ακροατές του, στέλνοντας τις (επί παντός επιστητού) ερωτήσεις τους στους συντελεστές
Ο 64χρονος ηθοποιός πάσχει από τη νόσο του Πάρκινσον από το 1991
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.