- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Μαρίνα Βρανοπούλου: «Θέλω τα "Dio Horia" να λειτουργούν ως πολιτιστικός χώρος, όχι ως εμπορική επιχείρηση»
Η Μαρίνα Βρανοπούλου μάς μιλά για τα Dio Horia Gallery και για το πώς από επιμελήτρια έγινε ιδιοκτήτρια γκαλερί
Με τη Μαρίνα Βρανοπούλου συναντηθήκαμε ένα πρωινό στον χώρο Dio Horia Project Space, στη Φιλοθέη. Πίνοντας τον καφέ μας, μου μίλησε για τη Μύκονο των παιδικών της χρόνων, για τις ιστορίες που τη σημάδεψαν, για το ΔΕΣΤΕ και τη σχέση της με τον Δάκη Ιωάννου, τον Τζεφ Κουνς και τους καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργάζεται, για το πώς ξεκίνησαν τα Dio Horia (Δυο Χωριά) αλλά και το πώς μια γυναίκα μπορεί να κυνηγήσει το όνειρό της και να το πετύχει.
H Μαρίνα Βρανοπούλου, τα Δύο Χωριά (Dio Horia), το ΔΕΣΤΕ, o Δάκηs Ιωάννου και η σχέση της με τους καλλιτέχνες
― Ξεκίνησες από τον χώρο της επιμέλειας και της ακαδημαϊκής έρευνας. Πώς ήταν εκείνα τα πρώτα βήματα;
Ξεκίνησα ως επιμελήτρια και όχι ως γκαλερίστα. Μετά τις σπουδές μου εδώ σε άλλο αντικείμενο κι αφού είχα αποφασίσει ότι ήθελα να δουλέψω στον χώρο των μουσείων, απέκτησα δεύτερο πτυχίο, στη Μοντέρνα και τη Σύγχρονη Τέχνη, ενώ στη συνέχεια έκανα και μεταπτυχιακές σπουδές στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Στο πλαίσιο των σπουδών αυτών, έκανα internship στο Peggy Guggenheim της Βενετίας, κάτι που ήταν καθοριστικό για την πορεία μου. Επιστρέφοντας, δεν βρήκα πόρτες ανοιχτές να με περιμένουν.
― Ωστόσο γρήγορα ήρθε η γνωριμία με τους ανθρώπους που καθόρισαν την πορεία σου...
Όλα έγιναν τυχαία. Συνάντησα τη Δάφνη Βιτάλη σε ένα μπαρ, μου έδωσε συμβουλές και τρεις μέρες αργότερα με ενημέρωσε για μια θέση βοηθού, χωρίς αμοιβή, στην Πάτρα – Πολιτιστική Πρωτεύουσα, όπου ήταν τότε επιμελήτρια η Νάντια Αργυροπούλου, η οποία τώρα επιμελείται την Μπιενάλε Θεσσαλονίκης. Εκεί γνώρισα εβδομήντα νέους Έλληνες καλλιτέχνες. Την επόμενη χρονιά, ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης επιμελήθηκε τη συμμετοχή του Νίκου Αλεξίου στην 52η Μπιενάλε Βενετίας και πήρε για βοηθό τη Νάντια κι εκείνη με τη σειρά της εμένα. Στη Βενετία γνώρισα τον Δάκη Ιωάννου. Ήρθε για ξενάγηση στο περίπτερο του Αλεξίου κι έτυχε να του την κάνω εγώ. Ξεκίνησα να συνεργάζομαι μαζί του, ώσπου κάποια στιγμή μού προτείνει να αναλάβω το ΔΕΣΤΕ στην Ύδρα. Και επειδή το έκανα καλά την πρώτη χρονιά, το «παντρεύτηκα»! Τότε ήμουν μόλις είκοσι εφτά χρονών.
― Η Ύδρα και τα Σφαγεία είναι ένα κεφάλαιο που κράτησε 14 χρόνια. Τι σου άφησε αυτή η εμπειρία;
Από το 2009 έως το 2022 εφάρμοσα εκεί ένα μοντέλο που έμαθα στο Guggenheim. Όταν πέθανε η Πέγκυ Γκούγκενχαϊμ, ο διευθυντής της Καλών Τεχνών αποφάσισε να αναθέσει στους φοιτητές του να ανοίγουν το σπίτι της και να προσέχουν τα έργα. Αυτό εξελίχθηκε πολύ καλά και μέχρι σήμερα έτσι λειτουργεί το internship program εκεί. Πρότεινα να κάνουμε το ίδιο και στην Ύδρα – έτσι λειτούργησε το ΔΕΣΤΕ εκεί για 14 χρόνια. Το έτρεχα με τη βοήθεια των παιδιών που προσλαμβάναμε για δύο μήνες. Υπήρχαν χρονιές που έκανα τα πάντα: επιμελήτρια, παραγωγός, μέχρι και ψυχολόγος για τους καλλιτέχνες. Κάποια στιγμή αποφάσισα να κάνω διδακτορικό και πηγαινοέρχομαι στο Goldsmith του Λονδίνου. Το θέμα πάνω στο οποίο δούλεψα ήταν το πώς επηρεάζεται το έργο τέχνης από το γούστο του συλλέκτη.
― Είναι η περίοδος που γεννήθηκαν τα Δυο Χωριά στη Μύκονο;
Ακριβώς. Ενώ δεν είχα ολοκληρώσει το διδακτορικό μου και βρισκόμουν στη Μύκονο, έμεινα έγκυος. Επειδή παραθέριζα στο νησί από παιδί, συνειδητοποίησα πόσο πολύ έχει αλλάξει και ότι δεν υπήρχε τίποτα πολιτιστικά αξιόλογο εκεί. Τότε αποφάσισα να ακολουθήσω το μοντέλο της Ύδρας, με καλλιτέχνες της δικής μου γενιάς, σε μια έκθεση μη εμπορική. Ο Δάκης Ιωάννου με ενθάρρυνε: «Γιατί δεν νοικιάζεις έναν χώρο, να πουλάς έργα και να βγάζεις το ενοίκιο;». Έτσι ξεκίνησε ο χώρος ως pop-up για τρεις μήνες το καλοκαίρι. Πήγε τόσο καλά, ήταν τόσο δημοφιλής στη Μύκονο αλλά και σε όλη την Ελλάδα, που μας έγραψαν οι New York Times και ο Economist. Καλλιτέχνες μάς ζητούσαν να εκθέσουν στον χώρο. Κάπως έτσι οι συνθήκες μάς οδήγησαν να γίνουμε γκαλερί, εγώ δεν το είχα σκοπό, αφού ήμουν παράλληλα και στο ΔΕΣΤΕ.
― Πότε ήρθαν στην Αθήνα τα Δυο Χωριά;
Αν και από το 2015 τα Δυο Χωριά λειτουργούν ως πλατφόρμα τέχνης για τρεις μήνες στη Μύκονο, η πρώτη χρόνια που έχουμε μόνιμο 12μηνο πρόγραμμα είναι το 2021. Το 2022 αποκτήσαμε μόνιμο χώρο στην Αθήνα. Οπότε τα Δυο Χωριά μετρούν επισήμως μόλις 4 χρόνια ζωής. Συνομιλώντας με έναν μεγάλο αριθμό επιμελητών, συνειδητοποίησα ότι με ενδιαφέρει περισσότερο το κοινωνικό και πολιτικό κομμάτι στην τέχνη, το τι έχουν να πουν οι καλλιτέχνες για το σήμερα. Κι έτσι πορεύομαι αυτόν τον καιρό.
― Πώς είναι η σχέση σου με τους καλλιτέχνες που εκπροσωπείς;
Είναι σαν γάμος. Πρέπει να μπορείς να τους συμβουλέψεις, να διαφωνήσεις, να τους καταλάβεις. Έχω συνεργαστεί με καλλιτέχνη που για δύο χρόνια δεν μου άρεσε η κατεύθυνση που είχε πάρει η δουλειά του. Του το είπα, διαφώνησε, αλλά τον στήριξα. Πρέπει να εμπιστεύεσαι τη φωνή του καλλιτέχνη, ακόμα κι αν εσύ έχεις την ευθύνη της επιχείρησης. Γενικά προσπαθώ, ειδικά στις φουάρ στο εξωτερικό, να δείχνω τα λεγόμενα underdogs – καλλιτέχνες που δεν έχει ξανακούσει κανείς, είτε από την Ελλάδα είτε από τα Βαλκάνια. Στην Αθήνα παρουσιάζω κάποιους αρκετά καταξιωμένους Αμερικανούς, ώστε το ελληνικό κοινό και οι φοιτητές να βλέπουν τι γίνεται στο εξωτερικό. Βέβαια, το ρίσκο της μικρής γκαλερί που διευθύνεται από γυναίκα και επιλέγει τέτοιου είδους καλλιτέχνες είναι μεγάλο, αλλά τις περισσότερες φορές μάς έχει βγει.
Προσπαθώ, ειδικά στις φουάρ στο εξωτερικό, να δείχνω τα λεγόμενα underdogs – καλλιτέχνες που δεν έχει ξανακούσει κανείς, είτε από την Ελλάδα είτε από τα Βαλκάνια. Στην Αθήνα παρουσιάζω κάποιους αρκετά καταξιωμένους Αμερικανούς, ώστε το ελληνικό κοινό και οι φοιτητές να βλέπουν τι γίνεται στο εξωτερικό.
― Τα Δυο Χωριά είναι μόνο στην Αθήνα πλέον;
Προς το παρόν έχουμε πατήσει ένα «pause» στη Μύκονο, γιατί οι μάχες είναι πολλές και πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα στα παιδιά μας και στη δουλειά μας εδώ στην Αθήνα. Η Μύκονος θα είναι για πάντα το νησί των παιδικών μου χρόνων, τώρα και των παιδιών μου. Αν ξέρεις πώς να κινηθείς, τη λατρεύεις. Όσοι έχουμε σπίτι στο νησί –ο παππούς μου ήταν Μυκονιάτης– το ζούμε αλλιώς. Μάλιστα, μελλοντικά θα ήθελα να συμβάλω ώστε να παραμείνει ένα «φωτισμένο» μέρος.
― Στην Αθήνα έχετε δύο χώρους;
Πρώτα βρέθηκε ο χώρος στη Φιλοθέη, που λειτουργεί ως ντεπό και για τα ραντεβού, καθώς έχει εύκολο πάρκινγκ. Από την άλλη, ο χώρος στην Ακρόπολη θυμίζει νησί κι είναι ιδανικός για τις εκθέσεις μας. Στη Μύκονο, άλλωστε, η λέξη «χωριό» σημαίνει χώρος.
― Η σχέση σου με τον Δάκη Ιωάννου και τον Τζεφ Κουνς είναι επίσης μια μεγάλη ιστορία. Πώς θα περιέγραφες τον Δάκη Ιωάννου ως προσωπικότητα και πώς βίωσες την πρόσφατη έκθεση του Κουνς στην Ύδρα;
Ο Ιωάννου δεν συλλέγει απλώς έργα, συλλέγει σχέσεις. Η φιλία του με τον Κουνς ξεκίνησε από την πρώτη «One Ball Total Equilibrium Tank» που αγόρασε ο Δάκης – ήταν το πρώτο έργο τέχνης που πούλησε ο καλλιτέχνης. Η εξέλιξη της συνεργασίας μου με τον Κουνς ήταν απόλυτα συνυφασμένη με την αγάπη που τον συνέδεε με τον Ιωάννου – αυτό προσπαθούσα να φέρω στο φως. Ο Τζεφ Κουνς είναι ένας πολύ μεγάλος καλλιτέχνης κι επίσης πολύ ανοιχτός. Το ότι δώρισε στην Ύδρα το έργο του «Ήλιος», το οποίο αποτελεί πλέον μέρος της τοπογραφίας του νησιού, ήταν πραγματικά εκπληκτικό.
Προσωπικά, ήθελα να σταματήσω από το ΔΕΣΤΕ το 2019, αλλά ο Δάκης μού ζήτησε να μείνω για τον Κουνς. Λόγω covid, η έκθεση καθυστέρησε τρία χρονια, ήταν μια τεράστια περιπέτεια. Οργανώθηκε με απόλυτη μυστικότητα, γιατί ο Κουνς ήθελε να κάνει έκπληξη την έκθεση στον Ιωάννου και παράλληλα σε όλο τον κόσμο. Οπότε εγώ είχα υπογράψει NDA (συμφωνητικό εμπιστευτικότητας) και δεν μπορούσα να μιλήσω σε κανέναν γι’ αυτήν για τρία χρόνια, ούτε μπορούσα να φύγω!
Ο Δάκης Ιωάννου είναι ένας υπέροχος άνθρωπος κι ήταν τεράστιο σχολείο για μένα. Όλοι οι καλλιτέχνες είναι φίλοι του. Έχει προσωπικό ενδιαφέρον για την τέχνη, θέλει να καταλαβαίνει τι έχει ο άλλος στο μυαλό του, τον ενδιαφέρει ο άνθρωπος πίσω από το έργο. Επίσης ακούει τι θα πεις και σε κάνει να νιώθεις πολύ οικεία μαζί του. Για μένα είναι ο άνθρωπος που όρισε το τι σημαίνει να είσαι συλλέκτης, ήδη από τη δεκαετία του 1980. Δεν τον ενδιαφέρουν οι κανόνες και τα ιδρύματα. Είμαι μεγάλη του φαν!
― Έχεις πει ότι τα Δυο Χωριά λειτουργούν σαν ένα «σαλόνι του 18ου αιώνα». Τι εννοείς;
Θέλω ο κόσμος να περνάει χρόνο στις εκθέσεις, όπου υπάρχει πάντα μια αφήγηση – θέλεις κάτι να πεις, γι’ αυτό υπάρχει και η επιμέλεια. Με αυτή τη λογική, φτιάξαμε έναν χώρο στην Αθήνα με αυλή, σκαμπό και παγκάκια, για να μπορείς να καθίσεις και να συνομιλήσεις με τους υπόλοιπους επισκέπτες, να περάσεις δημιουργικό χρόνο μαζί τους. Θέλω η γκαλερί να είναι ένας χώρος φιλόξενος, όχι αποστειρωμένος. Επίσης προσπαθώ να κανονίζω συχνά συναντήσεις με όλους τους καλλιτέχνες, ώστε να είμαστε σε επαφή. Θέλω η γκαλερί να λειτουργεί ως πολιτιστικός χώρος, όχι ως εμπορική επιχείρηση. Φέτος, τις Πέμπτες το ωράριο της γκαλερί είναι διευρυμένο (μένουμε ανοιχτά μέχρι τις 21:00), για να μπορεί κάποιος να μας επισκεφτεί και μετά τη δουλειά. Θέλω ο χώρος να είναι ένα «rendez-vous», όπου έρχεσαι για να μιλήσεις για την τέχνη, να συμφωνήσεις ή να διαφωνήσεις. Προσπαθώ η μαγεία της δουλειάς και της τέχνης γενικότερα να διατηρείται. Κι αυτό είναι το «salon».
― Πόσο δύσκολο είναι να διατηρείς μια γκαλερί σήμερα;
Είναι τεράστια η ευθύνη. Συνεργάζεσαι με καλλιτέχνες που βιοπορίζονται από τη δική σου επιτυχία. Μάλιστα, από το 2022, η αγορά της τέχνης αντιμετωπίζει κρίση, γεγονός που δεν βλέπω να αλλάζει λόγω των διεθνών συνθηκών. Αυτό δεν μας επιτρέπει να είμαστε όσο εξωστρεφείς θέλουμε. Για παράδειγμα, παλιά πηγαίναμε σε εννέα φουάρ τον χρόνο, σε διάφορα σημεία του πλανήτη – από την Ευρώπη και την Αμερική μέχρι την Ασία. Τώρα έχουμε περιοριστεί μόνο σε Νέα Υόρκη και Μαϊάμι. Παράλληλα, συμβουλεύω τους καλλιτέχνες μου να είναι πραγματιστές: αν χρειάζεται να κάνουν και μια δεύτερη δουλειά για να μην αναγκαστούν να κάνουν «εμπορικές εκπτώσεις» στην τέχνη τους, ας το κάνουν.
― Το όνομά σου είναι συνδεδεμένο με μια ιστορία που συγκλόνισε την Ελλάδα, τη δολοφονία του πατέρα σου από τη 17 Νοέμβρη. Πώς σε επηρεάζει αυτό σήμερα, ειδικά με τη συζήτηση για τις αποφυλακίσεις;
Σίγουρα με επηρεάζει καθημερινά, ο καθένας έχει την ιστορία του. Σχετικά με το σωφρονιστικό μας σύστημα, θεωρώ ότι είναι προβληματικό. Για να βγαίνει κάποιος έξω, πρέπει να έχει όντως σωφρονιστεί, να έχει μετανοήσει. Δεν νομίζω ότι ισχύει αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επίσης, θεωρώ ότι το πρόσφατο ντοκιμαντέρ που κυκλοφόρησε αποτελεί λάθος παράδειγμα για τη νεότερη γενιά. Δεν ήταν καθόλου «ζυγισμένο».
INFO
DIO HORIA GALLERY Λεμπέση 5-7 & Πορινού 16, Ακρόπολη, 2109241382
DIO HORIA PROJECT SPACE, Μαντζουράκη 16, Φιλοθέη