Εικαστικα

«Vincent»: Γιατί ο Βαν Γκογκ υπέγραφε τόσο σπάνια τα έργα του και γιατί δεν έβαλε πουθενά το επώνυμό του

Η πλάγια υπογραφή του καλλιτέχνη που έζησε για 37 μόλις χρόνια επιλέχθηκε για ελάχιστους καμβάδες

Γεωργία Ζερβογιάννη
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Γιατί ο Βαν Γκογκ άφησε ανυπόγραφο το 84% των πινάκων του - Η ιστορία της ιδιοφυΐας που έζησε 37 χρόνια ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι

Σχεδόν ενάμισης αιώνας, για την ακρίβεια, 137 χρόνια, έχουν περάσει από εκείνο το πρωινό. Στην κίτρινη σάλα του σπιτιού του στην Αρλ της Γαλλίας, ο Βίνσεντ βαν Γκογκ στήνει μπροστά του ένα βάζο με ηλιοτρόπια που ήδη αρχίζουν να μαραίνονται. Δεν τον ενδιαφέρει η τελειότητα, αλλά η φθορά, η ένταση, η ζωή που χάνεται και ξαναγεννιέται μέσα από το χρώμα.

Εκεί, μέσα σε ελάχιστες μέρες εμμονικής δουλειάς, γεννιούνται ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα αριστουργήματα του Ολλανδού μετα-ιμπρεσιονιστή ζωγράφου, τα «Ηλιοτρόπια».

«Τα Ηλιοτρόπια»: Μια από τις πιο διάσημες σειρές πινάκων ζωγραφικής του Βίνσεντ βαν Γκογκ © Public Domain

Πάνω στο βάζο αυτού του πίνακα, ο βαν Γκογκ χαράζει με έντονο τρόπο το όνομά του: «Vincent». Ήταν μια από τις σπάνιες φορές που το έκανε, καθώς επέλεξε να αφήσει ανυπόγραφο το 84% του συνολικού του έργου. Αυτή η άρνηση να βάλει τη σφραγίδα του, αυτή η εμμονή να εξαφανίζει το επώνυμό του από τους καμβάδες, αποτελεί ίσως την πρώτη μεγάλη δήλωση ενός δημιουργού που δεν ήθελε να ανήκει σε κανέναν κανόνα.

Ποιος ήταν ο Βίνσεντ βαν Γκογκ; 

Η περίπλοκη ψυχοσύνθεση του Βίνσεντ βαν Γκογκ ίσως κουβαλούσε ένα μεταφυσικό βάρος πριν ακόμα γεννηθεί. Στις 30 Μαρτίου 1852, ακριβώς έναν χρόνο πριν τη γέννηση του καλλιτέχνη, οι γονείς του έχασαν το πρώτο τους παιδί στη γέννα. Το βάφτισαν Βίνσεντ Βίλεμ βαν Γκογκ. Όταν γεννήθηκε ο μετέπειτα ζωγράφος, πήρε το όνομα του νεκρού του αδελφού. Πολλοί μελετητές εικάζουν ότι το γεγονός ότι μεγάλωσε κάτω από τη σκιά ενός «παιδιού-φαντάσματος», αντικρίζοντας έναν τάφο με το δικό του όνομα στην αυλή της εκκλησίας του Ζούντερτ, έθεσε τα θεμέλια για τις μετέπειτα ψυχικές του διαταραχές.

Ο πατέρας του, Θεόντορους βαν Γκογκ, ήταν προτεστάντης ιερέας, όπως και ο παππούς του. Η σχέση του Βίνσεντ μαζί του ήταν μια διαρκής, επώδυνη ρήξη. Ο Βίνσεντ αδυνατούσε να στεριώσει σε συμβατικές δουλειές, απέτυχε να γίνει πάστορας και στράφηκε στην τέχνη, απογοητεύοντας την οικογένειά του που είχε άλλες προσδοκίες για εκείνον.

Η κατάσταση εκτραχύνθηκε όταν στα 28 του ο Βίνσεντ ερωτεύτηκε παράφορα την ξαδέλφη του, Κέι Βος-Στρίκερ, ένα έρωτα που προκάλεσε την έντονη αποδοκιμασία των γονιών του. Ο πατέρας του πέθανε από εγκεφαλικό το 1885, με τη σχέση τους να παραμένει μέχρι τέλους τεταμένη και τον Βίνσεντ να νιώθει μόνιμα πως κανείς δε μπορεί να τον καταλάβει.

Απολυμένος πωλητής, παρ' ολίγον ιερέας 

Πριν παραδοθεί ολοκληρωτικά στο πινέλο, η τέχνη μπήκε στη ζωή του μέσω της ίδιας της οικογένειάς του. Ο θείος του διηύθυνε το υποκατάστημα της διάσημης εταιρείας εμπορίας τέχνης Goupil & Cie στη Χάγη. Έτσι, στα δεκαέξι του, ο Βίνσεντ ξεκίνησε να εργάζεται εκεί ως πωλητής, ερχόμενος σε επαφή με τα μεγάλα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής.

Σύντομα όμως, οι απόλυτες και αντισυμβατικές του απόψεις για την τέχνη άρχισαν να διώχνουν τους πελάτες. Απολύθηκε, την ίδια ώρα που ο μικρότερος αδελφός του, ο Τεό, ξεκινούσε μια λαμπρή καριέρα ως έμπορος τέχνης στο Παρίσι.

Μετά την απόλυση, ο Βίνσεντ προσπάθησε να ακολουθήσει το μονοπάτι του πατέρα του. Η καθοριστική καμπή ήρθε το 1878, στην περιοχή Μπορινάζ του Βελγίου. Εκεί, εργάστηκε ως λαϊκός ιεροκήρυκας ανάμεσα στους εξαθλιωμένους ανθρακωρύχους. Η ενσυναίσθησή του ήταν ακραία: συγκλονισμένος από τη φτώχεια, μοίρασε τα ρούχα και το φαγητό του, επιλέγοντας να ζει σε μια άθλια καλύβα με κουρέλια.

Αυτή η στάση του όμως θεωρήθηκε προκλητική από τους ανωτέρους του, οι οποίοι πίστευαν ότι η εικόνα του προσέβαλλε την Εκκλησία, και κάπως έτσι τον απέλυσαν. Στο ναδίρ της απόγνωσής του, κι ενώ ήταν μόλις 27 ετών, ο Βίνσεντ άρχισε να σχεδιάζει μανιωδώς τους εργάτες. Ο Τεό, βλέποντας τα σκαριφήματα που του έστελνε ο αδελφός του στις επιστολές, διέκρινε τη σπίθα και τον πίεσε να γίνει καλλιτέχνης.

Η εξαρτητική, γεμάτη ενοχές σχέση με τον αδελφό του

Ο Βαν Γκογκ δεν έλαβε σχεδόν καμία επίσημη καλλιτεχνική εκπαίδευση. Τα πρώτα του πρακτικά μαθήματα για λάδια και ακουαρέλες τα πήρε το 1881 από τον Άντον Μόουβ, σύζυγο της ξαδέλφης του. Από εκεί και πέρα, η πορεία του ήταν μια μοναχική θύελλα, χρηματοδοτούμενη εξ ολοκλήρου από τον Τεό.

Η σχέση τους ήταν ένα πλέγμα αγάπης, ενοχής και αμοιβαίας εξάρτησης. Ο Βίνσεντ ήταν εξτρεμιστής: συχνά επέλεγε να αγοράσει σύνεργα ζωγραφικής αντί για φαγητό.

Αποκαλούσε τη ζωγραφική του «δουλειά» – και ήταν μια εξαντλητική εργασία 12 έως 14 ωρών την ημέρα. Παρόλα αυτά, η συμπεριφορά του προς τον Τεό είχε συχνά στοιχεία χειριστικότητας και ναρκισσισμού. Από τη μία εξέφραζε βαθιά ντροπή που ζούσε εις βάρος του αδελφού του, και από την άλλη τον πίεζε έμμεσα για περισσότερα χρήματα, υπενθυμίζοντάς του ότι χωρίς αυτόν θα πέθαινε στον δρόμο.

Η συγκατοίκηση και το πρώτο ψυχωσικό επεισόδιο

Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ είχε αποδείξει ότι η προσωπική του ζωή ήταν ένα πεδίο δοκιμής των πιο αντισυμβατικών του ιδεών. Η απόφασή του να συζήσει με τη Σίεν, μια έγκυο πόρνη με παιδί, δεν ήταν ακριβώς μια πράξη φιλανθρωπίας, αλλά μια βαθιά βουτιά στο κοινωνικό περιθώριο. Για πάνω από έναν χρόνο, δημιούργησε μια ιδιότυπη οικογένεια σε ένα γεμάτο, πάμφτωχο δωμάτιο.

Αυτό το παράδοξο σπιτικό, ωστόσο, δεν χρηματοδοτούνταν από τον ίδιο, αλλά από την τσέπη του αδελφού του, του Τεό. Ο Βίνσεντ, ανίκανος να ισορροπήσει κοινωνικά και εθισμένος στο αλκοόλ και το κάπνισμα ζητούσε διαρκώς χρήματα για να υπηρετήσει τη μοναδική του αγάπη: την τέχνη.

Η πραγματική όμως συναισθηματική κατάρρευση υπήρξε λίγο καιρό αργότερα, ότανο στενός του φίλος Πωλ Γκογκέν πείστηκε να μοιραστεί την καθημερινότητά του μαζί του στην Αρλ.

Οι εντάσεις έφτασαν στο απροχώρητο λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Σύμφωνα με τις μεταγενέστερες καταθέσεις του Γκογκέν, ο βαν Γκογκ είχε αρχίσει να συμπεριφέρεται αλλόκοτα και επιθετικά.

Το βράδυ της 23ης Δεκεμβρίου 1888, μετά από έναν άγριο καυγά, ο Γκογκέν έφυγε από το σπίτι για να μείνει σε ξενοδοχείο. Ο Βαν Γκογκ, σε κατάσταση πλήρους ψυχωτικού επεισοδίου και νιώθοντας απόλυτα εγκαταλελειμμένος, επέστρεψε στο δωμάτιό του. Εκεί, πήρε ένα ξυράφι και έκοψε ένα μέρος (ή, σύμφωνα με νεότερες έρευνες, σχεδόν ολόκληρο) το αριστερό του αυτί.

Αφού τύλιξε το κομμένο αυτί σε μια εφημερίδα και έδεσε το κεφάλι του με μαντήλια για να σταματήσει την ακατάσχετη αιμορραγία, ο Βαν Γκογκ περπάτησε μέχρι ένα κοντινό πορνείο που επισκεπτόταν συχνά. Εκεί, ζήτησε μια κοπέλα και της παρέδωσε το πακέτο, λέγοντάς της: «Φύλαξέ το αυτό σαν θησαυρό». Η κοπέλα λιποθύμησε από το σοκ και ο Βαν Γκογκ επέστρεψε στο Κίτρινο Σπίτι για να κοιμηθεί.

Το επόμενο πρωί, η αστυνομία βρήκε τον Βαν Γκογκ αναίσθητο στο ματωμένο κρεβάτι του και τον μετέφερε εσπευσμένα στο νοσοκομείο της Άρλ. Ο Γκογκέν ειδοποίησε τον αδελφό του Βαν Γκογκ, τον Τεό, ο οποίος έφτασε αμέσως από το Παρίσι, ενώ ο ίδιος ο Γκογκέν έφυγε οριστικά από την Άρλ και οι δύο άνδρες δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά.

Αυτό το περιστατικό ήταν η αρχή μιας μακράς σειράς εγκλεισμών του Βαν Γκογκ σε ψυχιατρικές πτέρυγες και άσυλα.

Οι σύγχρονοι διαγνωστικοί όροι (διπολική διαταραχή, σχιζοφρένεια, ψύχωση) δεν υπήρχαν τότε, όμως οι κρίσεις του ήταν απόλυτα πραγματικές.

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο αυτής της περιόδου είναι ότι το ψυχιατρείο μετατράπηκε στο απόλυτο καταφύγιό του. Αντί η παραφροσύνη να τον παραλύσει, η ζωγραφική έγινε η μοναδική του άμυνα απέναντι στις φωνές και τις παραισθήσεις.

Μέσα σε μόλις 10 χρόνια καλλιτεχνικής δημιουργίας, κατάφερε το αδιανόητο: παρήγαγε πάνω από 2.000 έργα τέχνης. Μόνο στους 15 μήνες που έζησε στην Άρλ, κάτω από το τυφλωτικό φως του γαλλικού νότου, ολοκλήρωσε περίπου 200 πίνακες και 100 σχέδια, δουλεύοντας ασταμάτητα από το πρωί μέχρι το βράδυ.

Είχε μια σοκαριστική, σχεδόν μεταφυσική αυτοπεποίθηση. Ενώ ολόκληρος ο κόσμος τον απέρριπτε, εκείνος ήξερε ότι τα έργα του θα κοστίζουν μια μέρα περιουσίες.

Το μυστήριο του «Vincent»: Τι κρύβει η υπογραφή του Βαν Γκογκ και γιατί την έβαζε τόσο λίγο

Γιατί όμως ένας από τους μεγαλύτερους ζωγράφους της ιστορίας επέλεξε να διαγράψει εντελώς το επώνυμό του και να αφήσει ανυπόγραφο το 84% της δουλειάς του;

Μια νέα, ανατρεπτική μελέτη της ιστορικού τέχνης Τζούλια Ένγκελμαγιερ, η οποία παρουσιάζεται στο έγκριτο Art Newspaper, έρχεται να ρίξει φως στα αριθμητικά δεδομένα και την ψυχολογία πίσω από αυτή την ιδιαιτερότητα. Από τους 840 πίνακες που σώζονται σήμερα, μόλις οι 133 φέρουν τη σφραγίδα του, ένα ποσοστό εξαιρετικά χαμηλό για τα δεδομένα του 19ου αιώνα.

Το να υπογράφεις μόνο με το μικρό σου όνομα εκείνη την εποχή ήταν μια κίνηση γεμάτη συμβολισμούς και επαναστατικότητα. Για τον Βίνσεντ, η επιλογή αυτή είχε διπλή ανάγνωση, με την πρώτη να είναι καθαρά ψυχολογική. Ο Βίνσεντ ένιωθε πάντα ο παρείσακτος της οικογένειάς του, καθώς οι σχέσεις με τον πατέρα του ήταν όπως διαφάνηκε παραπάνω ιδιαίτερα τεταμένες. Σε μια εξομολόγηση προς τον αδελφό του, τον Τεό, είχε γράψει ξεκάθαρα ότι δεν ένιωθε κανένας «Βαν Γκογκ» ως προς τον χαρακτήρα, οπότε το να πετάξει το επώνυμό του από τον καμβά ήταν μια πράξη καλλιτεχνικής και υπαρξιακής χειραφέτησης.

Η δεύτερη ανάγνωση ήταν πολύ πιο πρακτική και είχε να κάνει με το γλωσσικό φράγμα. Ο Βίνσεντ γνώριζε ότι το ολλανδικό «Van Gogh», με τη χαρακτηριστική λαρυγγική του προφορά, ήταν ένας αληθινός γλωσσοδέτης για τον υπόλοιπο κόσμο. Καθώς προετοίμαζε τη συμμετοχή του σε μια έκθεση στο Βέλγιο, εξήγησε στον Τεό ότι προτιμούσε το απλό «Vincent», για τον απλούστατο λόγο ότι οι ξένοι δεν θα μπορούσαν ποτέ να προφέρουν σωστά το επώνυμό του.

Όταν ο Βαν Γκογκ αποφάσιζε τελικά να υπογράψει, δεν το έκανε ποτέ διακριτικά ή συμβατικά. Στα μισά από τα ενυπόγραφα έργα του χρησιμοποιεί ένα κραυγαλέο, επιθετικό κόκκινο χρώμα, κάτι εντελώς ανατρεπτικό για τα εικαστικά δεδομένα της εποχής. Δεν επρόκειτο για ματαιοδοξία, αλλά για καθαρή εφαρμογή της θεωρίας των χρωμάτων. Ο Βίνσεντ είχε εμμονή με τις συμπληρωματικές αντιθέσεις, και όπως παραδέχτηκε ο ίδιος για τη «Θαλασσογραφία κοντά στο Λε Σαιντ-Μαρί-ντε-λα-Μερ», τοποθέτησε μια εξωφρενική κόκκινη υπογραφή πάνω στο πράσινο της θάλασσας, απλώς και μόνο επειδή το έργο απαιτούσε μια έντονη χρωματική νότα.

Ο μετα-ιμπρεσιονιστής καλλιτέχνης φιλοτέχνησε το έργο κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο ομώνυμο ψαροχώρι της νότιας Γαλλίας © Public domain

Επιπλέον, οι υπογραφές του σπάνια ακολουθούσαν την οριζόντια γραμμή. Πάνω από τις μισές είναι γραμμένες υπό γωνία σαράντα πέντε μοιρών. Στο «Πορτρέτο του Δρος Φέλιξ Ρέι», αυτή η πλάγια γραφή μοιάζει να επιδιώκει εσκεμμένα να ταράξει την οπτική ηρεμία του θεατή, μεταδίδοντας μια αίσθηση εσωτερικής ανησυχίας και αστάθειας, ενώ κατά την περίοδο της Άρλ, το αρχικό γράμμα «V» μεταμορφώνεται σχεδόν σε σήμα κατατεθέν, παίρνοντας το σχήμα πέταλου αλόγου.

Το «Πορτρέτο του Δρος Φέλιξ Ρέι» δημιουργήθηκε το1889 © Public Domain

Σε ορισμένα από τα πιο εμβληματικά του έργα, η υπογραφή μετατρέπεται σε ζωντανό, δομικό στοιχείο της ίδιας της σύνθεσης. Στη διάσημη σειρά με τα «Ηλιοτρόπια», ο Βαν Γκογκ χαράζει το όνομά του ιδιοκτησιακά πάνω στο βάζο, σαν να δηλώνει στον κόσμο ότι αυτό το μοτίβο του ανήκει ολοκληρωτικά.

Αντίστοιχα, στην «Καρέκλα του Βαν Γκογκ», κρύβει το όνομά του πάνω σε ένα μυστήριο κουτί στο βάθος του δωματίου, αφήνοντας τους ιστορικούς να αναρωτιούνται μέχρι σήμερα για τον ακριβή συμβολισμό του.

«Η καρέκλα του Βαν Γκογκ»: Ο αυθεντικός πίνακας φιλοξενείται στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου © Public Domain

Για τον ίδιο τον δημιουργό, η υπογραφή ήταν μια δήλωση ολοκλήρωσης, μιας βαθιάς ικανοποίησης, ή ένα σημάδι ότι το έργο προοριζόταν για δώρο σε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο. Στο Παρίσι, γεμάτος ελπίδες για το μέλλον, υπέγραψε μανιωδώς 57 πίνακες. Όσο όμως η ψυχική του υγεία κλονιζόταν και η αγορά του γύριζε την πλάτη, ο Βίνσεντ άρχισε να αποσύρει το όνομά του, γράφοντας απογοητευμένος στον Τεό ότι το να υπογράφει του φαινόταν πλέον μια ανόητη πράξη.

Το μεγαλύτερο παράδοξο της ιστορίας παραμένει το γεγονός ότι «Ο Κόκκινος Αμπελώνας», ο μοναδικός πίνακας που κατάφερε να πουλήσει όσο ζούσε, έφυγε από τα χέρια του εντελώς ανυπόγραφος.

«Ο Κόκκινος Αμπελώνας»: Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ φιλοτέχνησε τον διάσημο πίνακα το 1888 © Public Domain

Σήμερα, αυτή η σπάνια, κόκκινη, πλάγια λέξη —«Vincent»— αποτελεί το απόλυτο τρόπαιο στους μεγάλους οίκους δημοπρασιών, κοστίζοντας εκατομμύρια.

Το μυστήριο γύρω από τη σφαίρα στο στήθος

Το τέλος του Βίνσεντ βαν Γκογκ υπήρξε εξίσου δραματικό, σκοτεινό και αινιγματικό με ολόκληρη τη ζωή του. Εκτυλίχθηκε το καλοκαίρι του 1890 σε ένα ήσυχο χωριό λίγο έξω από το Παρίσι, όπου ο ζωγράφος είχε εγκατασταθεί για να βρίσκεται κοντά στον αδελφό του, τον Τεό, και υπό την επίβλεψη του γιατρού του.

Κατά τη διάρκεια αυτών των τελευταίων εβδομάδων, ο Βαν Γκογκ βρισκόταν σε μια κατάσταση πυρετώδους δημιουργικότητας, ολοκληρώνοντας σχεδόν έναν πίνακα την ημέρα, όμως μόνο σε έναν από τους 73 έβαλε την υπογραφή του. Το βάρος της ψυχικής του ασθένειας, η οικονομική αβεβαιότητα και η μόνιμη αγωνία του ότι αποτελούσε ανυπόφορο βάρος για τον Τεό που είχε πλέον τη δική του οικογένεια τον είχαν βυθίσει σε βαθιά απελπισία. 

Το απόγευμα της 27ης Ιουλίου 1890, ο 37χρονος ζωγράφος βγήκε στους αγρούς πίσω από το χωριό, κουβαλώντας τα σύνεργα της ζωγραφικής του. Εκεί, κάτω από συνθήκες που παραμένουν αντικείμενο ιστορικής συζήτησης για το αν πρόκειται για απόπειρα αυτοκτονίας, δέχτηκε έναν πυροβολισμό στο στήθος. Δεν πέθανε ακαριαία. Κατάφερε να σηκωθεί και να περπατήσει κουτσαίνοντας μέχρι το σπίτι του όπου κατέρρευσε.

Ο Τεό ειδοποιήθηκε εσπευσμένα και έφτασε από το Παρίσι την επόμενη μέρα, για να βρει τον αδελφό του να ξαπλώνει στο κρεβάτι, να καπνίζει την πίπα του και να μιλάει με απόλυτη ηρεμία.

Οι δύο αδελφοί πέρασαν μαζί τις τελευταίες ώρες, με τον Βίνσεντ να εκφράζει την κόπωσή του από τη ζωή και την επιθυμία του να τελειώσουν όλα. Άφησε την τελευταία του πνοή τις πρώτες πρωινές ώρες της 29ης Ιουλίου 1890, στην αγκαλιά του Τεό, ψιθυρίζοντας, σύμφωνα με τη μαρτυρία του αδελφό του, τη φράση: «Η θλίψη θα κρατήσει για πάντα».

Η επίσημη εκδοχή του θανάτου του ήταν η αυτοκτονία, μια θεωρία που υποστηρίζεται από το γεγονός ότι ο ίδιος δήλωσε στους αστυνομικούς που τον εξέτασαν ότι ο ίδιος πυροβόλησε τον εαυτό του και ζήτησε να μην κατηγορηθεί κανένας άλλος. Ωστόσο, το γεγονός ότι το όπλο δεν βρέθηκε ποτέ στο σημείο, σε συνδυασμό με την παράδοξη γωνία της σφαίρας, οδήγησε πρόσφατα ορισμένους βιογράφους στη θεωρία ότι ο Βαν Γκογκ μπορεί να πυροβολήθηκε κατά λάθος από μια παρέα νεαρών αγοριών του χωριού που έπαιζαν με ένα χαλασμένο πιστόλι, και ότι ο ίδιος επέλεξε να πάρει την ευθύνη για να τα προστατέψει, βλέποντας το περιστατικό ως μια λυτρωτική διέξοδο από το μαρτύριό του.

Ιωάννα βαν Γκογκ Μπόνγκερ: Η γυναίκα πίσω από την υστεροφημία του βαν Γκογκ

Πώς φτάσαμε όμωςαπό την απόλυτη μοναξιά ενός «αποτυχημένου» δημιουργού στην παγκόσμια υστεροφημία;

Η απάντηση κρύβεται σε μια γυναίκα που η ιστορία της τέχνης της χρωστάει τα πάντα: τη νύφη του Βίνσεντ και σύζυγο του Τεό, Ιωάννα βαν Γκογκ-Μπόνγκερ.

Όταν βρέθηκε ξαφνικά μόνη, έχοντας στην κατοχή της εκατοντάδες παραμελημένους πίνακες και κούτες με γράμματα, η Ιωάννα βαν Γκογκ-Μπόνγκερ πήρε μια ιστορική απόφαση. Αψηφώντας το γεγονός ότι ο κόσμος της τέχνης αγνοούσε τον Βίνσεντ, χρησιμοποίησε τις διασυνδέσεις του Τεό και άρχισε να διοργανώνει εκθέσεις. Το 1905, κατάφερε να παρουσιάσει τα έργα του στο Μουσείο Stedelijk του Άμστερνταμ, στρέφοντας τα βλέμματα των κριτικών πάνω του.

Το κυριότερο, όμως, ήταν ότι κατάλαβε κάτι πολύ βαθύτερο: για να αγαπήσει ο κόσμος την τέχνη του Βίνσεντ βαν Γκογκ, έπρεπε πρώτα να κατανοήσει τον άνθρωπο πίσω από τον καλλιτέχνη. Μάζεψε, μετέφρασε και εξέδωσε την αλληλογραφία των δύο αδελφών, συστήνοντας στο κοινό την ευαίσθητη, βασανισμένη ψυχή πίσω από τα έντονα χρώματα. Ο μύθος του Βαν Γκογκ γεννήθηκε μέσα από τη δική της επιμονή.

Σήμερα, οι πίνακες του Βίνσεντ Βαν Γκογκ  δεν είναι απλώς εκθέματα με απλησίαστες τιμές στις προθήκες των μουσείων και στους οίκους δημοπρασιών. Έναν αιώνα και πλέον μετά, εκείνη η σπάνια, πλάγια, κατακόκκινη υπογραφή -«Vincent»- πάνω στα «Ηλιοτρόπια» συνεχίζει να μας θυμίζει πως ακόμη κι αν η θλίψη κρατάει για πάντα, το φως που κλείνει μέσα του το χρώμα είναι, τελικά, πολύ πιο δυνατό από το σκοτάδι.

Με πληροφορίες από Art Newspaper, BBC, Van Gogh Museum

Δείτε στο Google Arts & Culture ακόμα περισσότερα για τον Βαν Γκογκ - Η ζωή, το έργο και η κληρονομιά της καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας