Μαρία Κουτσομάλλη | Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή
Μαρία Κουτσομάλλη | Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή © Ειρήνη Σιούσιουρα
Εικαστικα

Από τον Μονέ στον Γουόρχολ στο Μουσείο Γουλανδρή: Η Μαρία Κουτσομάλλη Moreau μας ξεναγεί στην έκθεση

130 χρόνια ζωγραφικής, από τον ιμπρεσιονισμό έως την pop art
34585-78037.jpg
Δήμητρα Γκρους
14’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Από τον Μονέ στον Γουόρχολ: Τρεις γενιές, μια συλλογή, ένα ταξίδι στην εξέλιξη της μοντέρνας τέχνης στο Μουσείο του ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή

Πόσο συχνά χαιρόμαστε όσα μας προσφέρονται σε μια πρωτεύουσα όπως η Αθήνα —αναρωτιέστε ποτέ; Απολαμβάνουμε τα μουσεία της σαν ένα δώρο που μπορεί να πλουτίσει την καθημερινότητά μας; Και για να το εξειδικεύσω περισσότερο: επιτρέπουμε στον εαυτό μας να σταθεί μπροστά σε ένα έργο τέχνης; Να επιστρέψει δεύτερη φορά για να το δει ξανά, γνωρίζοντας περισσότερα; Να νιώσει αυτή τη σύνδεση και την ελευθερία της τέχνης; Τέτοιες σκέψεις έκανα βγαίνοντας από την έκθεση «Από τον Μονέ στον Γουόρχολ», που φιλοξενεί το Μουσείο Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, στην Ερατοσθένους. Το πρώτο Σάββατο μετά την Πρωτοχρονιά οι αίθουσες πλημμύριζαν κόσμο, κάτι που, αντί να ενοχλεί, γεννούσε μια αισιοδοξία· ένα μουσείο, άλλωστε, είναι και μια εμπειρία συνύπαρξης. Για μια έκθεση σαν αυτή, ωστόσο, το αισθανόσουν, μία επίσκεψη δεν αρκούσε.

Η δεύτερη φορά που πήγα, μια ήσυχη καθημερινή, είχε άλλο βάρος. Επέστρεψα έχοντας διαβάσει τον κατάλογο της έκθεσης — ένα άρτια επιμελημένο λεύκωμα των εκδόσεων του Μουσείου. Γνώριζα τις διαδρομές και τις χειρονομίες των ζωγράφων, είχα γνωρίσει στα έργα μέσα από τις σελίδες του βιβλίου κατακτώντας μια οικειότητα. Έτσι, μπορούσα να κινηθώ πιο ελεύθερα· να σταθώ σε όσα με είχαν εντυπωσιάσει, να τα δω από κοντά και από μακριά, να παρατηρήσω πώς συνομιλούν μεταξύ τους και πώς η μία αίθουσα οδηγεί στην επόμενη. Και, καθώς το βλέμμα περιπλανιόταν, να αντιληφθώ γιατί δεν πρόκειται απλώς για μια εντυπωσιακή συγκέντρωση έργων, αλλά για μια προσεκτικά δομημένη αφήγηση της μοντέρνας ζωγραφικής, ωφέλιμη όσο και απολαυστική για τον επισκέπτη του μουσείου.

Η Μαρία Κουτσομάλλη Μορό, επιμελήτρια της έκθεσης «Από τον Μονέ στον Γουόρχολ: Τρεις γενιές, μία συλλογή, ένα ταξίδι στην εξέλιξη της μοντέρνας τέχνης» [μαζί με τη Μαρίνα Φερέτι Μποκιγιόν, ομότιμη επιστημονική διευθύντρια του Μουσείου των Ιμπρεσιονισμών στο Ζιβερνύ], με περίμενε στο καφέ του Μουσείου για να με ξεναγήσει σε αυτή τη διαδρομή —από τον ιμπρεσιονισμό έως την ποπ αρτ— μέσα από μια σπουδαία συλλογή που, όπως δηλώνει και ο τίτλος της έκθεσης, φέρει το αποτύπωμα τριών γενεών.

«Από τον Μονέ στον Γουόρχολ» στο Μουσείο Γουλανδρή: Η σκηνοθεσία μιας έκθεσης

Τα τραπέζια στο καφέ του μουσείου είναι γεμάτα κόσμο που συζητά, πίνει καφέ και γευματίζει. Η Μαρία Κουτσομάλλη, ένα από τα πρόσωπα-κλειδιά του Μουσείου Β&Ε Γουλανδρή ως υπεύθυνη συλλογών του Μουσείου, μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι· είναι ευγενική και άμεση, με μια οικεία, φιλόξενη αίσθηση — την ίδια που αποπνέει και το μουσείο.

«Όταν στήναμε αυτή την έκθεση για μας ήταν και μια μικρή επανάληψη όσων κάναμε για την έναρξη του δικού μας μουσείου και της παρουσίασης της συλλογής μας» θυμάται, υπονοώντας τη συγγένεια με τη συλλογή του Β.& Ε. Γουλανδρή. «Τότε είχαμε πολύ χρόνο· όσο χτιζόταν το κτίριο, δουλεύαμε με υπομονή τη σκηνογραφία — πώς θα παρουσιαστούν τα έργα, πώς θα συνομιλούν μεταξύ τους. Η σκηνογραφία αφορά κυρίως το αισθητικό κομμάτι, αλλά συνδέεται άμεσα και με τη μουσειολογική μελέτη: τι μπαίνει δίπλα σε τι, τι πρέπει να αποφευχθεί. Και συχνά αυτό πράγματι παίρνει χρόνο».

Όπως εξηγεί, στο μουσείο της Αθήνας ο εκθεσιακός χώρος είναι απολύτως ευέλικτος. «Αν ερχόσασταν μια μέρα όταν είναι άδειος, θα βλέπατε 500 τετραγωνικά χωρίς κανέναν εσωτερικό τοίχο. Κάθε φορά, η πρόκληση είναι να δώσουμε την αίσθηση στον επισκέπτη ότι μπαίνει σε έναν εντελώς νέο χώρο». Και η αλήθεια είναι ότι το πετυχαίνουν. Ο σκηνογράφος τους, Αντρέας Γεωργιάδης, μαζί με τη Βιβή Γερολυμάτου, είναι ζωγράφος, γραφίστας και επιμελείται και τον κατάλογο — ωρίμαζαν παράλληλα αυτά τα δύο, η έκδοση και η έκθεση. «Για τη συγκεκριμένη έκθεση θέλαμε κάτι πιο δραματικό. Μέσα από τον φωτισμό και από διακοσμητικά στοιχεία προσπαθήσαμε να δώσουμε μια πιο αρχοντική αίσθηση, σε αντίθεση με μια πιο λιτή σκηνοθεσία».

Είναι εμφανές ένα στοιχείο θεατρικότητας, αν και ο επισκέπτης δεν τα προσέχει όλα αυτά — αυτός είναι άλλωστε ο στόχος. Η προσοχή ανήκει στα έργα, όμως όλα τα υπόλοιπα δημιουργούν την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία αυτά αναπνέουν.

«Η έκθεση πραγματοποιείται χάρη στον γενναιόδωρο δανεισμό μιας ελβετικής ιδιωτικής συλλογής και έχει φέρει μέχρι στιγμής τον περισσότερο κόσμο στο μουσείο», λέει καθώς κατεβαίνουμε τα σκαλιά για να πάμε στο -1, στον χώρο που το μουσείο φιλοξενεί τις περιοδικές εκθέσεις.

Μπονάρ, Σαγκάλ, Ντε Κούνινγκ, Ντεγκά, Ντυφύ, Έρνστ, Γκογκέν, Καντίνσκι, Λίχτενσταϊν, Μαγκρίτ, Μαν Ρέι, Μαρκέ, Ματίς, Μοντιλιάνι, Μονέ, Μορισό, Μουνκ, Πικάσο, Πισαρό, Σερά, Σινιάκ, Τουλούζ Λοτρέκ, Βυγιάρ και Γουόρχολ… Ακόμη και ο ανυποψίαστος επισκέπτης αντιλαμβάνεται ότι είναι μάλλον σπάνια η ευκαιρία να δεις στη χώρα μας συγκεντρωμένα έργα όλων αυτών των εμβληματικών ζωγράφων.

«Αυτό ακριβώς ήταν το σκεπτικό», εξηγεί η Μαρία Κουτσομάλλη. «Πρόκειται για μία συλλογή πολύ μεγάλη· τα 83 έργα που παρουσιάζονται εδώ, υπογεγραμμένα από 45 κορυφαίους εκπροσώπους της νεότερης και σύγχρονης τέχνης, αποτελούν μόνο ένα μικρό μέρος της. Με τη συνεπιμελήτριά μου θέλαμε όχι μόνο να επιλέξουμε τα σημαντικότερα έργα, αλλά και να δημιουργήσουμε μια έκθεση που να λειτουργεί ως συνεκτική αφήγηση της ιστορίας της τέχνης από το 1870 και μετά — δείχνοντας το πέρασμα από τον ιμπρεσιονισμό στον μεταϊμπρεσιονισμό και, στη συνέχεια, στην τέχνη του 20ού αιώνα. Η επιλογή των έργων, μαζί με τον συλλέκτη, ήταν ίσως η πιο ευχάριστη στιγμή της προετοιμασίας — αλλά και η πιο δύσκολη, γιατί κάθε επιλογή σήμαινε αναγκαστικά και έναν αποκλεισμό».

Μιλάμε χαμηλόφωνα, όπως επιβάλλει ο χώρος. Τα μουσεία ζητούν ησυχία. «Από εδώ ξεκινάμε;» ρωτά μια κυρία που μόλις έχει κατέβει, κι εμείς της δείχνουμε την αρχή της διαδρομής που θα την οδηγήσει σε αυτή την εικαστική περιήγηση.

Το στήσιμο των έργων σ’ ένα οποιοδήποτε μουσείο ακολουθεί μια εσωτερική λογική, την οποία ο επισκέπτης καλείται να αποκρυπτογραφήσει — σαν ένα νήμα που ξετυλίγεται από αίθουσα σε αίθουσα. Η αφήγηση 130 χρόνων ζωγραφικής ξεκινά από ένα εντυπωσιακό σύνολο νεοϊμπρεσιονιστικών έργων, κάνει στάση στους ιμπρεσιονιστές, συνεχίζει με τους Ναμπί και τους μεταϊμπρεσιονιστές, περνά από τον συμβολισμό και τον εξπρεσιονισμό, αγγίζει τον φωβισμό, για να καταλήξει στον Γουόρχολ και την ποπ αρτ.

Μια σπουδαία συλλογή, τρεις γενιές συλλεκτών

Πέρα από τα έργα και τα κινήματα, όμως, το ενδιαφέρον στρέφεται και στην ιστορία της ίδιας της συλλογής. Οι συλλέκτες μας είναι μια οικογένεια από την Ελβετία, τρεις γενιές — παππούς, πατέρας, εγγονός. Τα ονόματά τους δεν αναφέρονται, καθώς επιλέγουν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους. «Η ανάγκη τους για εχεμύθεια», εξηγεί η Μαρία Κουτσομάλλη, «οφείλεται στην επιθυμία τους να παραμένουν ενεργοί στην αγορά της τέχνης· γι’ αυτό η ανωνυμία είναι συχνά απαραίτητη».

Η έκθεση «Από τον Μονέ στον Γουόρχολ: Τρεις γενιές, μία συλλογή, ένα ταξίδι στην εξέλιξη της μοντέρνας τέχνης» μας καλεί λοιπόν να σκεφτούμε την ίδια έννοια του συλλέκτη. Παρότι αποκτήθηκαν ένα ένα, τα έργα λειτουργούν ως ενότητα μέσα από τη ματιά (το πάθος, το γούστο, την επιμονή) εκείνων που τα επέλεξαν. Δεν συγκροτείται, άραγε, έτσι και η ίδια η ιστορία της τέχνης;

Έργα που δημιουργήθηκαν σκόρπια, μέσα από ατομικές διαδρομές καλλιτεχνών, αποκτούν συνοχή όταν κάποιος αναγνωρίζει την αξία τους και επενδύει σε αυτά. Στον κατάλογο της έκθεσης παρακολουθεί κανείς τη διαδρομή τους — από ποια χέρια πέρασαν, σε ποιες συλλογές ανήκαν. Συχνά, μάλιστα, οι ίδιοι οι ζωγράφοι —όσοι είχαν την οικονομική δυνατότητα— αγόραζαν έργα συναδέλφων τους, πιστεύοντας στις ρήξεις που εκείνοι έφερναν. Δημιουργούσαν φιλίες, καλλιτεχνικούς κύκλους και επιρροές. Έτσι προέκυπταν οι ονομασίες —μεταϊμπρεσιονιστές, νεοϊμπρεσιονιστές, ιμπρεσιονιστές— ως ανάγκη διαφοροποίησης από τους προηγούμενους που ζωγράφιζαν διαφορετικά. Και καθώς τα έργα περνούσαν από χέρι σε χέρι, αποκτούσαν αξία και φήμη, μέχρι να φτάσουν σήμερα στους τοίχους του μουσείου για να μας αφηγηθούν την ιστορία της ζωγραφικής μέσω μιας συνέχειας στον χρόνο.

«Εκεί βρίσκεται και η επιτυχία της έκθεσης» λέει η Μαρία Κουτσομάλλη, όταν της λέω τις σκέψεις μου. «Κάθε συλλέκτης έχει μια ματιά — και άρα μια αναπόφευκτη υποκειμενικότητα. Αν όμως ο επισκέπτης φύγει με την αίσθηση ότι έχει διατρέξει τις κομβικές στιγμές της μοντέρνας τέχνης, τότε ο στόχος έχει επιτευχθεί. Μέσα από τις επιλογές του συλλέκτη αναδεικνύονται τα ίδια τα κινήματα. Ο νεοϊμπρεσιονισμός —ή πουαντιγισμός— καταλαμβάνει κεντρική θέση σε αυτή τη συλλογή, όπως και οι Ναμπί, μια ομάδα νέων και ταλαντούχων ζωγράφων που ανάμεσα σε άλλα τρέφουν πάθος για την τέχνη της Ιαπωνίας, οι οποίοι δεν είναι ιδιαίτερα γνωστοί στο ευρύ κοινό. Η έμφαση που δόθηκε σε αυτούς από τους συλλέκτες μας τους καθιστά εκ των πραγμάτων σημαντικούς· και επομένως έπρεπε να τους αφιερώσουμε ολόκληρη αίθουσα και όχι απλώς ένα μικρό τμήμα».

Παρότι αποκτήθηκαν ένα ένα, τα έργα λειτουργούν ως ενότητα μέσα από τη ματιά (το πάθος, το γούστο, την επιμονή) εκείνων που τα επέλεξαν

Πώς στήθηκε όμως αυτή η οικογενειακή ιστορία;

Το ενδιαφέρον για την τέχνη μεταδόθηκε από τον πατέρα στον γιο και από εκείνον στον εγγονό. Τα επιφανέστερα ονόματα της συλλογής τα οφείλουμε στην πρώτη γενιά. Ο παππούς ξεκίνησε τη συλλογή το 1957, με την «Πλώρη του Τάμπ» του Σινιάκ. Ακολούθησαν οι «Πλύστρες» του Ντεγκά, η «Ταυρομαχία» του Πικάσο και, το 1966, τα «Νούφαρα» του Μονέ, μαζί με έργο του Μοντιλιάνι. Έναν χρόνο αργότερα προστέθηκε η «Ανθοδέσμη» του Σαγκάλ.

Κάποια έργα που σήμερα θεωρούνται εμβληματικά, την εποχή εκείνη αντιμετωπίζονταν με επιφύλαξη. «Για παράδειγμα, όταν ο παππούς αγόρασε τον Μονέ, οι ιστορικοί τέχνης θεωρούσαν ότι δεν είχε ιδιαίτερη αξία», διευκρινίζει η Μαρία Κουτσομάλλη. «Επειδή ο ίδιος δεν έβλεπε καλά, πίστευαν ότι τα έργα της ύστερης περιόδου του Μονέ δεν είχαν την ίδια ποιότητα με τα προηγούμενα. Ενώ πρόκειται για έναν σπάνιο πίνακα, αφού αυτή η πλευρά της τέχνης του είναι η πιο περιζήτητη σήμερα. Το ίδιο ίσχυε και για τα πορτρέτα του Μοντιλιάνι — δεν ήταν τότε από τα πιο δημοφιλή. Εκείνος, όμως, είχε αυτό το ένστικτο».

Αν, ωστόσο, η συλλογή είχε μείνει μόνο στα χέρια του, δεν θα είχε το εύρος που έχει σήμερα. Καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος της δεύτερης γενιάς. «Ο πατέρας είναι εκείνος που κάποια στιγμή άρχισε να αγοράζει συστηματικά, με τη φιλοδοξία να καταστήσει αυτή τη συλλογή μία από τις σημαντικότερες παγκοσμίως μετά το 2000», εξηγεί. «Έδωσε ιδιαίτερο βάρος στον νεοϊμπρεσιονισμό, με έμφαση στον Πολ Σινιάκ — έναν καλλιτέχνη που είχε ήδη επιλέξει και η προηγούμενη γενιά. Και συνεχίζει να αγοράζει και η επόμενη. Για καλή μας τύχη, ο εγγονός σέβεται τις επιλογές των προκατόχων του, που δεν είναι πια στη ζωή, εμπλουτίζοντας τα τμήματα της συλλογής που εκείνοι αγαπούσαν, ενώ ταυτόχρονα εισάγει σταδιακά πιο σύγχρονες κατευθύνσεις».

Άρα η μοντέρνα τέχνη εκφράζεται περισσότερο μέσα από τις επιλογές της νεότερης γενιάς;

«Σε αυτή την έκθεση, ναι — αρκετά ξεκάθαρα» απαντά εξηγώντας με ποιον τρόπο έργα διαφορετικών εποχών, τα οποία βλέπουμε στην έκθεση, συνομιλούν μεταξύ τους. «Ο εγγονός αγόρασε τον Γουόρχολ, και μάλιστα το εντυπωσιακό πορτρέτο σε μεταξοτυπία του Μαν Ρέι, σαν ένα κλείσιμο του ματιού προς τον πατέρα, ο οποίος είχε διαλέξει την ίδια εκδοχή σε λιθογραφία, καθώς και πέντε έργα του Λίχτενσταϊν. Ένα εξ αυτών, η “Λίμνη με νούφαρα και αντανακλάσεις”, αποτελεί φόρο τιμής στο έργο του Μανέ, που είχε αγοράσει ο παππούς. Παράλληλα, όμως, ο εγγονός συνεχίζει να ενισχύει ό,τι άρεσε στον παππού και στον πατέρα. Για παράδειγμα, αγόρασε αυτά τα δύο πορτρέτα» λέει δείχνοντας τα δύο μικρά έργα του Ανρί Εντμόν Κρος — που πράγματι συμπληρώνουν το λιγότερο γνωστό κομμάτι του κινήματος. «Όπως και αυτό το έργο του Λυσιέν Πισαρό, που είναι γιος του Καμίγ», συνεχίζει. «Υπήρχε αυτή η αίσθηση ευθύνης να εμπλουτιστεί το τμήμα της συλλογής που είχε ξεκινήσει ο πατέρας».

Από τους ιμπρεσιονιστές στον Πικάσο

Οι ιμπρεσιονιστές εμφανίζονται από το 1874 έως το 1886 — μόλις δώδεκα χρόνια, οκτώ εκθέσεις, στις οποίες συγκεντρώνονται όλοι αυτοί οι γνωστοί ζωγράφοι: Μονέ, Ντεγκά, Ρενουάρ, Γκογκέν, Σισλέ — δώδεκα χρόνια που άλλαξαν τη ζωγραφική. «Επειδή δεν βρίσκουν διέξοδο στο επίσημο Σαλόνι, οργανώνουν τη δική τους ομάδα και τις δικές τους εκθέσεις, προκαλώντας, όπως ήταν αναμενόμενο, σκάνδαλο».

Εκείνα τα χρόνια υπάρχει ένα επίσημο, κρατικά ελεγχόμενο Σαλόνι — ο μοναδικός δρόμος για αναγνώριση στο Παρίσι. Από τον Μανέ και μετά, οι καλλιτέχνες που προτείνουν έναν νέο τρόπο ζωγραφικής και απορρίπτονται, οργανώνονται και συγκροτούν μια ξεχωριστή ομάδα. Το όνομα «ιμπρεσιονιστές» τους αποδίδεται ειρωνικά από έναν κριτικό, με αφορμή ένα έργο του Μονέ: αντί να ζωγραφίζουν, λέει, φτιάχνουν απλώς «εντυπώσεις».

Στην πραγματικότητα, οι καλλιτέχνες αυτοί δεν έχουν τόσα πολλά κοινά μεταξύ τους. Εκθέτουν μαζί, αλλά σύντομα ακολουθούν διαφορετικές κατευθύνσεις. Περισσότερο από ένα ομοιογενές κίνημα, είναι μια συμμαχία ρήξης απέναντι στο κατεστημένο. Τι τους ενώνει;

«Ο βασικός τους στόχος», εξηγεί η Μαρία Κουτσομάλλη, «είναι να επιβάλουν έναν καινούργιο τρόπο ζωγραφικής: να δουλεύουν στην ύπαιθρο, να αποτυπώνουν την καθημερινή ζωή και να εισαγάγουν στη ζωγραφική το χρώμα και την κίνηση ως πρωταγωνιστές — όχι ως συμπληρώματα του σχεδίου».

Ήδη το 1886 οι ιμπρεσιονιστές έχουν, σε έναν βαθμό, επιβληθεί. Και, την ίδια στιγμή, ανοίγουν τον δρόμο για τους νεότερους, που φέρουν νέες ρήξεις. Από τους ιμπρεσιονιστές εκπροσωπούνται με λίγα έργα οι Μονέ, Ντεγκά, Πισαρό και η Μπερτ Μορισό —η μοναδική γυναίκα της έκθεσης. Και οι νεοϊμπρεσιονιστές, που πηγαίνουν το εγχείρημα ένα βήμα παραπέρα, αποτελούν την καρδιά της έκθεσης. «Δεν θέλουν πια να αποδώσουν τη φευγαλέα στιγμή μιας εντύπωσης», λέει, «αλλά να κάνουν την τέχνη επιστήμη». Πώς το επιτυγχάνουν; «Με τελείες από καθαρά, συμπληρωματικά χρώματα. Δεν αναμειγνύουν τα χρώματα στην παλέτα· τα τοποθετούν αυτούσια, το ένα δίπλα στο άλλο. Η μίξη πια δεν γίνεται στο πινέλο αλλά στο μάτι του θεατή». Όταν πλησιάζεις βλέπεις καθαρά τις τελείες, και όσο απομακρύνεσαι βλέπεις πια τα θέματα.

Κάτι ακόμη που αναδεικνύεται έντονα —και μέσα από τον κατάλογο της έκθεσης, που είναι εξαιρετικά δουλεμένος— είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Βλέπεις τις φωτογραφίες των ζωγράφων, μαθαίνεις στιγμές από τη ζωή τους· διαπιστώνεις πόσο βαθιά συνδέονται μεταξύ τους.

«Ναι», λέει η Μαρία Κουτσομάλλη, «γιατί πρέπει να σκεφτούμε ότι η καθημερινότητα του ζωγράφου είναι μοναχική. Η μοναξιά χαρακτηρίζει αυτή την τέχνη. Την ίδια στιγμή όμως, αυτοί οι άνθρωποι έχουν τεράστια ανάγκη από στήριξη. Ξέρουν ότι κινούνται αντίθετα στα καθιερωμένα, απέναντι σε ό,τι είναι επίσημο και αποδεκτό εκείνη την εποχή. Γι’ αυτό και λειτουργούν ως ομάδα· στηρίζουν ο ένας τον άλλον».

Δημιουργούνται βαθιές φιλίες. «Ο Σινιάκ, που έχει οικονομική άνεση, θα στηρίξει τον Λυς: θα αγοράσει έργα του, θα τον φιλοξενήσει στο Σεν Τροπέ. Θα βοηθήσει οικονομικά τον Κρος, ακόμη και σε περιόδους που οι ίδιοι οι καλλιτέχνες έχουν συγκρουστεί μεταξύ τους. Η αλληλεγγύη δεν διακόπτεται από τις αισθητικές διαφωνίες. Και βέβαια θα στηρίξει αργότερα και τον Ματίς.

»Ο Ματίς ξεκινά τον φωβισμό λίγο πριν από το 1905, έχοντας ως σημαντικές επιρροές τον Σινιάκ και τον Κρος. Και αυτό είναι κάτι που δείχνει καθαρά αυτή η έκθεση — και κάτι που θέλαμε να αναδείξουμε μέσα από τη συλλογή: ότι ο καθένας βάζει το δικό του λιθαράκι, αλλά όλοι έχουν ανάγκη αυτή την αλληλεγγύη. Ο Ντεγκά, για παράδειγμα, στηρίζει οικονομικά τον Γκογκέν, που αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Το έργο του Γκογκέν που βλέπουμε στην έκθεση είχε ως πρώτο ιδιοκτήτη τον ίδιο τον Ντεγκά. Αγόραζε τα έργα του γιατί πίστευε βαθιά στη ζωγραφική του».

Σήμερα έχουμε την τάση να βλέπουμε τη ζωγραφική ως κάτι άχρονο. Στην πραγματικότητα όμως γεννιέται μέσα από τα βιώματα και τις συνθήκες της ζωής των καλλιτεχνών, τη στιγμή που δημιουργούν. Και έχει μεγάλη σημασία να το αντιλαμβάνεται αυτό ο επισκέπτης. Αν βλέπουμε τόσα τοπία της Μεσογείου στους πίνακες, είναι γιατί οι ζωγράφοι ταξίδεψαν, αγάπησαν τη θάλασσα, επέλεξαν θέματα που είχαν μπροστά τους και τα κατέγραψαν. Σήμερα η εικόνα περνά συχνά μέσα από τη φωτογραφία· η ζωγραφική τη χρησιμοποιεί. Τότε όμως η εικόνα ήταν βίωμα…

«Ακριβώς», υπερθεματίζει η Μαρία Κουτσομάλλη. «Και αντιδρούν στη φωτογραφία. Είναι η γενιά που τη βλέπει να εμφανίζεται και να αφαιρεί από τη ζωγραφική έναν βασικό ρόλο που είχε μέχρι τότε: την πιστή αποτύπωση της πραγματικότητας. Από τη στιγμή που η φωτογραφία μπορεί να το κάνει αυτό με ακρίβεια, η ακαδημαϊκή ζωγραφική χάνει το αντικείμενό της. Έτσι οι καλλιτέχνες στρέφονται αλλού: είτε προς τη φύση, μέσα από τη δική τους υποκειμενικότητα και τα χρώματά τους, είτε προς τον συμβολισμό, όπως κάνουν οι Ναμπί. Οι γνωστές θεματολογίες —νεκρές φύσεις, τοπία, θρησκευτικά θέματα— παραμένουν, αλλά πρέπει πια να ειπωθούν αλλιώς. Η ζωγραφική δεν αλλάζει θέμα, αλλάζει γλώσσα».

Περνώντας από τους Ναμπί πηγαίνουμε στην αίθουσα των μεταϊμπρεσιονιστων, όπου ανήκουν ο Τουλούζ Λοτρέκ, ο Γκογκέν… Στο έργο του Λουί Ανκετέν, που αν πάτε θα το δείτε να δεσπόζει στον χώρο, ζωντανεύει η λαϊκή ατμόσφαιρα των δρόμων της Μονμάρτης, αλλά και η νυχτερινή ζωή του παρισινού καλλιτέχνη — άνθρωποι των γραμμάτων, της λογοτεχνίας, ζωγράφοι. Η θεματολογία γίνεται πιο αστική, τα χρώματα πιο έντονα, οι μορφές πιο απλοποιημένες. Μπαίνουμε σιγά σιγά στο ρεύμα που θα οδηγήσει στον φωβισμό, ο οποίος παρουσιάζεται στην επόμενη αίθουσα.

Κάνουμε μια τελευταία στάση στην αίθουσα με τα «βαριά» ονόματα της μοντέρνας ζωγραφικής. Υπάρχουν τέσσερα έργα του Πικάσο, που εκεί στέκεσαι να θαυμάσεις τη μεγαλοφυΐα του ζωγράφου, ειδικά το «Λιτό γεύμα», ένα έργο του 1904, όταν ο Πικάσο εγκαθίσταται στο Παρίσι, και ένα ακόμα πορτρέτο της ίδιας εποχής, έναν «Φαύνο» του 1942, αλλά και μία «Ταυρομαχία» του 1960, όπου θαυμάζεις τον αυθορμητισμό της χειρονομίας με την οποία ο ζωγράφος αποδίδει την ένταση της σκηνής. Δίπλα ένα έργο του Ματίς που ζωγράφισε το 1947, «Κεφάλι κοπέλας», σχέδιο με μελάνι — «την εποχή που οι καλλιτέχνες αυτοί έχουν απελευθερώσει την εικόνα τους σε τέτοιο βαθμό ώστε να σου δημιουργείται η αίσθηση ότι τα έργα έγιναν σχεδόν σε δευτερόλεπτα. Φυσικά, αυτό δεν ισχύει. Προϋποθέτουν πολλή σκέψη και μια ήδη συγκροτημένη ιδέα για το τι θέλει να κάνει ο ζωγράφος» διευκρινίζει η Μαρία Κουτσομάλλη.

Υπάρχει ο Μουνκ, που εδώ αποτυπώνει το ξεκίνημα μιας αγάπης: μια γυναίκα κρατά με τρυφερό τρόπο μια καρδιά ανάμεσα στα μαλλιά της — μια αγάπη που σε άλλα έργα του ίδιου καλλιτέχνη θα παρουσιαστεί με πολύ πιο σκοτεινό τρόπο. Υπάρχει και ο Καντίνσκι με ένα έργο που εκθέτει στο Φθινοπωρινό Σαλόνι του 1905, όταν η γαλλική κριτική τον περιφρονεί. Και βέβαια το «Μπουκέτο με μιμόζες» του Σαγκάλ του 1955: όταν έχει επιστρέψει από την εξορία στην Αμερική και είναι από τους πιο περιζήτητους και αναγνωρισμένους ζωγράφους, έχει εγκατασταθεί στη νότια Γαλλία και πλέον το έργο του πλημμυρίζει από χρώμα, αγάπη, αρμονία. Εδώ, ένα πλούσιο μπουκέτο, με ένα καλάθι με φρούτα, φανερώνει το μεγάλο του ταλέντο ως κολορίστα.

Τέλος ο Μοντιλιάνι, με ένα από τα πορτρέτα της Μπεατρίς που έχει ζωγραφίσει το 1915 — συνολικά είναι μόλις δώδεκα. Εδώ αποτυπώνεται ένα παθιασμένο ζευγάρι, με το αλκοόλ να αποτελεί μέρος της καθημερινότητας των δύο εραστών καθ' όλη τη διάρκεια του δεσμού τους. «Με τη Ζαν, τη δεύτερη γυναίκα του, τα πορτρέτα μιλούν για αγάπη και ησυχία. Εδώ, αντίθετα, υπάρχει καθαρό πάθος. Και κάθε φορά, τη ζωγραφίζει αλλιώς».

Η συγγένεια με τη συλλογή του Αντώνη και της Ελίζας Γουλανδρή

Τελειώνοντας την ξενάγηση, επιστρέφουμε στους συλλέκτες μας. Από πού αγόραζαν τα έργα τους; «Κυρίως από δημοπρασίες και από γκαλερί, όπου συχνά φτάνουν μέσω των οικογενειών των καλλιτεχνών ή προηγούμενων συλλεκτών. Το καλό με τη δημοπρασία —και για τον πωλητή και για τον αγοραστή— είναι ότι πρόκειται για μια απολύτως διάφανη διαδικασία. Οι ειδικοί κάνουν την αρχική εκτίμηση, και όποιος είναι διατεθειμένος να δώσει περισσότερα συμμετέχει. Αν υπάρχουν δύο ενδιαφερόμενοι, η τιμή ανεβαίνει. Και ό,τι προκύψει. Νομίζω ότι αυτή η διαδικασία, αλλά και η ατμόσφαιρα της δημοπρασίας, αρέσει πολύ στους συλλέκτες μας».

Ένας συλλέκτης, λοιπόν, αυτού του διαμετρήματος κάνει αυτή τη δουλειά: αναζητά, εντοπίζει, διεκδικεί.

«Αυτό που είναι πολύ σημαντικό να ειπωθεί —και ισχύει και για τη συλλογή του Αντώνη και της Ελίζας Γουλανδρή— είναι ότι μια συλλογή χρειάζεται χρόνο για να χτιστεί. Είναι ένα πάθος που απαιτεί ταξίδια, έρευνα, επιμονή. Όταν στοχεύεις σε ένα έργο, ξεκινάς από το αισθητικό κομμάτι, αλλά ακολουθεί η έρευνα: ποιος το είχε, από πού πέρασε, σε τι κατάσταση βρίσκεται. Είναι πολλοί οι παράγοντες που καθορίζουν μια αγορά. Ένας καλός συλλέκτης έχει και τη διορατικότητα να δημιουργήσει μια εσωτερική λογική στη συλλογή του. Άλλοι λειτουργούν πιο αυθόρμητα, βασισμένοι αποκλειστικά στο τι τους αρέσει. Είχαν, λοιπόν, τον ίδιο στόχο. Η δημιουργία μιας συλλογής δεν αφορά μόνο την προσωπική ευχαρίστηση. Υπάρχει και η βαθιά επιθυμία να μοιραστείς τα έργα. Τα δάνειζαν, συνεχίζουν να τα δανείζουν. Και η χαρά που νιώθουν βλέποντας αυτή την έκθεση να έχει τόσο μεγάλη επιτυχία, είναι χαρά που τους γεμίζει πραγματικά».

Ο επισκέπτης αισθάνεται τη συγγένεια της συγκεκριμένης συλλογής με αυτήν του Αντώνη και της Ελίζας Γουλανδρή, που στεγάζεται στον πρώτο όροφο και τον δεύτερο όροφο. Είχα κρατήσει κάτι που διάβασα στον κατάλογο: ότι δύο συλλέκτες μπορεί να «συναντηθούν» στο εργαστήριο ενός ζωγράφου, αν και οι ίδιοι δεν γνωρίστηκαν ποτέ — μέσα από τα έργα που σήμερα βρίσκονται σε διαφορετικές συλλογές. Ο παππούς έζησε, και πιθανώς να αγόραζε, την ίδια εποχή με τον Βασίλη Γουλανδρή. «Ακριβώς. Και μάλιστα, αυτά τα έργα έχουν εκτεθεί μαζί στο παρελθόν, σε διάφορες εκθέσεις, χωρίς οι συλλέκτες να γνωρίζονται. Έτσι, μπορεί πράγματι να έχουν συναντηθεί μέσα από τα ίδια τα έργα».

Κάπου εδώ ο χρόνος μας τελειώνει, ενώ μένει το τελευταίο κομμάτι με τα έργα της αφαίρεσης και της pop επανάστασης με δύο έργα του Γουόρχολ να απεικονίζει τον Μαν Ρέι, πέντε έργα του Λιχτενστάιν, φτάνοντας μέχρι τον Σαν Ζαφράν, με δύο πολύ ιδιαίτερα έργα, ο οποίος έζησε από το 1934 μέχρι το 2019.

Πριν χωρίσουμε της μεταφέρω την τελευταία μου σκέψη. Παρότι η έκθεση λειτουργεί από μόνη της εκπαιδευτικά, είναι διαφορετικό να τη βλέπεις γνωρίζοντας την ιστορία πίσω από τα έργα, ειδικά για το ευρύ κοινό που αναζητά και μερικά κλειδιά για να εμβαθύνει λίγο περισσότερο στα έργα και να καταλάβει τις χειρονομίες των ζωγράφων. Μια που η δική μου δεύτερη επίσκεψη μου ήταν ακόμα πιο απολαυστική, ρωτάω την ξεναγό μας να μας πει πώς πιστεύει πως θα ήταν καλύτερο να γίνεται μια επίσκεψη σε μια τέτοια έκθεση.

«Ιδανικά, αν είναι εφικτό, θα έπρεπε κάποιος να έρθει μια πρώτη φορά χωρίς να έχει διαβάσει πολλά — να αφεθεί στη χαρά της ανακάλυψης. Κι έπειτα να επιστρέψει και να σταθεί περισσότερο σε όσα τον εντυπωσίασαν. Ακόμα κι εγώ, την πρώτη φορά που τα είδα όλα στημένα, ένιωσα την ανάγκη να τα ξαναδώ. Κάποια έργα τα είχα ξεχάσει· κάθε φορά ήταν σαν καινούργια ανακάλυψη».

Υπάρχουν, βέβαια, και οι ξεναγήσεις του μουσείου, πέρα από τον εξαιρετικό κατάλογο.

«Οι ξεναγήσεις είναι πολύ σημαντικές», τονίζει. «Με το ταλέντο των ξεναγών μας, ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να κρατήσει την ουσία και να φύγει γεμάτος νέες γνώσεις. Μέσα σε περίπου 50 λεπτά, καλύπτει κανείς ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας της μοντέρνας ζωγραφικής — και αυτό είναι ανεκτίμητο».

***

Info

Η μεγάλη περιοδική έκθεση «Από τον Μονέ στον Γουόρχολ: Τρεις γενιές, μια συλλογή, ένα ταξίδι στην εξέλιξη της μοντέρνας τέχνης», που διοργανώνει το Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή στην Αθήνα, συνεχίζεται με μεγάλη επιτυχία έως και τις 11 Απριλίου. 

Λόγω της αυξημένης προσέλευσης, το Μουσείο θα λειτουργήσει με διευρυμένο ωράριο έως τις 20.00 όλα τα Σαββατοκύριακα του Μαρτίου, καθώς και το Σαββατοκύριακο 4 και 5 Απριλίου. Παράλληλα, από τις 11 Μαρτίου και μέχρι το τέλος της έκθεσης προστίθενται και άλλες ξεναγήσεις για το κοινό, οι οποίες πλέον θα πραγματοποιούνται κάθε Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή.

Δείτε περισσότερες πληροφορίες στο City Guide της Athens Voice

Δειτε περισσοτερα