Εικαστικα

Ο Αλέξης Κυριτσόπουλος λέει ότι έχουμε ανάγκη τη φαντασία

Μιλήσαμε με τον γνωστό σκηνογράφο ενώ έστηνε την έκθεσή του «Οι φαντασίες του Δον Κιχώτη» στην Γκαλερί Σκουφά. Ερωτήσεις δεν χρειάστηκαν.

Αγγελική Μπιρμπίλη
ΤΕΥΧΟΣ 803
13’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αλέξης Κυριτσόπουλος: Συνέντευξη με το σκηνογράφο και εικαστικό με αφορμή την έκθεση «Οι φαντασίες του Δον Κιχώτη» στην Γκαλερί Σκουφά.

Ο Αλέξης Κυριτσόπουλος πιστεύει στα θαύματα. Έχουμε ανάγκη, λέει, από τη φαντασία και το όνειρο. Έχουμε ανάγκη κι από ιππότες. Εδώ, στο Κολωνάκι, πρωί πρωί, συμβαίνουν παράξενα πράγματα. Οι λευκοί τοίχοι έχουν μεταμορφωθεί, και ως εκ θαύματος η γκαλερί Σκουφά γίνεται μαγική, ιππότες καλπάζουν πάνω σε άλογα, πριγκίπισσες γέρνουν από παράθυρα πύργων, χωρικοί κοιτούν έκθαμβοι και φοβισμένοι.
Όταν φτάνω εγώ, τρία πολύ μικρά κάδρα είναι τοποθετημένα στο πάτωμα κάτω από ένα μεγάλο έργο. Τα κοιτάζει. Αυτά τα μικρά έχουν βρει τη θέση τους – μάλλον μόνο για εκείνον. «Να σου πω κάτι που δεν έχω ξαναπεί», γυρίζει σε μένα. «Σ’ ένα έργο κολάζ που είναι αυθόρμητο, σχεδόν σαν αυτόματη γραφή, επανέρχομαι κάποια άλλη ώρα ή και μετά από χρόνια και προσθέτω άλλο ένα στοιχείο. Είναι σαν ένα δεύτερο διάβασμα, σαν να συμπληρώνεις το έργο, τα κολάζ μου δηλαδή δεν είναι μια τεχνική, είναι χρονικό, σαν να είναι δύο σκηνές που τις βάζεις ταυτόχρονα. Η ζωγραφική συμπυκνώνει τον χρόνο».
Ανάβει τσιγάρο και ανεβαίνουμε στον πάνω όροφο για ησυχία. Κάτω συνεχίζουν να στήνουν την έκθεση, τα τρία μικρά είναι στο πάτωμα σε εκκρεμότητα. 

Έχω έρθει με τα σκονάκια μου από κοινούς φίλους, ξέρω ότι είναι πολλά χρόνια κολλημένος με τον Δον Κιχώτη, ξέρω ότι μπορεί να σε πάρει νυχτιάτικα τηλέφωνο να σου πει ένα ανέκδοτο, ότι είναι συναισθηματικός και αυτοσαρκάζεται, ότι αν ερωτευθεί μπορεί να φτιάξει έναν έρωτα σ’ ένα παγκάκι, γιατί η πραγματικότητα μπορεί να είναι αυτό που είναι αλλά η δουλειά η δική μας είναι να την υπερβαίνουμε. Αυτός είναι ο σκοπός της τέχνης, να σου δείξει κάτι που δεν το διαπιστώνεις στον ρεαλισμό, αυτό είναι και ο Κυριτσόπουλος. Έχει κάτι «φευγάτο», κάτι συναισθηματικό, αστείο και ίσως μελαγχολικό. Ερωτήσεις δεν χρειάστηκαν.

«Αυτό που με γοήτευσε στην αρχή με τον Δον Κιχώτη ήταν ότι τα κοινά πράγματα τα μεταμόρφωνε. Αυτό μου άρεσε πολύ, μαζί με την αποτυχία του. Έχουμε ανάγκη το όνειρο, τη φαντασία και τους ιππότες με έναν τρόπο. Βέβαια ο Δον Κιχώτης μέσα στην υπερβολή και στις φαντασίες του δεν παραδέχεται τα λάθη του, όλο κάπου τα πάει, οι μάγοι φταίνε μονίμως. Εμένα όμως με ενδιαφέρει να πάρουμε την ευθύνη, πρέπει να σωθούμε μόνοι μας, δεν θα μας σώσει κάνεις ιππότης. Θυμάμαι, έλεγαν στη Γαλλία, τον Μάη του ’68, ένα σύνθημα “Conscience mais d’ abord con”, δηλαδή συνείδηση αλλά πρώτα con. Από το conscience παίρνει το con που σημαίνει βλάκας, που σημαίνει: ναι, συνείδηση, αλλά παραδέξου τα λάθη σου μέσα στη συνείδηση. Εγώ προσπαθώ να τα δω τα λάθη μου, γιατί για να τα παραδεχτείς πρέπει να τα δεις πρώτα.

Έργο του Αλέξη Κυριτσόπουλο για την έκθεση «Οι φαντασίες του Δον Κιχώτη» στην Γκαλερί Σκουφά

Σχολείο πήγαινα στο 5ο στα Εξάρχεια, Τοσίτσα και Τσαμαδού, έχει ακόμα μία ταμπελίτσα που γράφει: εδώ ήταν το 5ο Γυμνάσιο. Από 10 χρονών έκανα σκιτσάκια, καουμπόηδες, και τα έδειχνα στους φίλους μου. Μια μέρα που τα έδειχνα σε 2-3 παιδιά από το παράθυρο, έμενα σε ένα υπερυψωμένο ισόγειο στην οδό Μαυρομιχάλη, περνάει ο Τσόκλης με τον Καρρά, φοιτητές τότε. Ρωτάνε «ποιος τα κάνει αυτά;», λέω «εγώ». Ήρθαν σπίτι μου κι είπαν στη μαμά μου «το παιδί έχει ταλέντο, να το προσέξετε». Την επομένη ξεπερνά ο Τσόκλης, μου φέρνει ένα βιβλίο με σχέδια, πορτραίτα, κάρβουνο, και μου λέει «κοίτα στον καθρέφτη και κάνε το πρόσωπό σου». Τον ξαναείδα στο Παρίσι μετά από χρόνια και έπαθα πλάκα, ήταν σαν θαύμα. Δεν του το είπα ποτέ.

Δεν ζωγράφιζα πάντα, στην αρχή έκανα σκίτσα, με την απλή έννοια, όχι ρεαλιστικά, τα οποία για να αποκτήσουν μια υπαρξιακή υπόσταση τα έκανα γελοιογραφίες. Έτσι μπήκα στη γελοιογραφία. Συν το ότι εκείνη την εποχή ήμασταν πολύ μέσα στα κοινωνικά προβλήματα, η γελοιογραφία ήταν κοινωνικοποιημένη.

Δεν κατάλαβα ποτέ μου τι είναι η κλασική ζωγραφική, τι νόημα έχει να βλέπω κάτι και να το ζωγραφίζω ίδιο. Με ενδιέφερε το συναισθηματικό. Με τον Διονύση Φωτόπουλο, που σπούδαζε στην Καλών Τεχνών κι ήμασταν φίλοι, είχαμε πάρει ένα εκμαγείο, τον Ασκληπιό, και τον ζωγραφίζαμε. Εγώ βαριόμουν. Λέω, δεν με ενδιαφέρει εάν η μύτη του είναι έτσι ή έτσι, με ενδιαφέρει εάν κλαίει ή δεν κλαίει, εάν είναι χαρούμενος, αυτό είναι που σε πάει αλλού. Ο Διονύσης με πήγε τον Μάρτιο του ’67, στον Μαυροειδή, τον ζωγράφο και καθηγητή της Καλών Τεχνών, με δύο ντοσιέ σκίτσα μου. Τα είδε και μου λέει, «έλα εάν θέλεις να κάνεις σχέδια μαζί μας». Πήγα στην Καλών Τεχνών μία εβδομάδα. Έβλεπα αυτή τη δυστυχία, δηλαδή να ζωγραφίζουν αυτό που έβλεπαν, και δεν ξαναπήγα ποτέ μου.

Τότε βέβαια δεν είχαμε τις πληροφορίες για την τέχνη «που σε πάει αλλού», τον σουρεαλισμό, τον Klee που είναι γερμανικός εξπρεσιονισμός. Θυμάμαι το 1965 ο Γιώργος Μιχαηλίδης, ο σκηνοθέτης, είχε στη Νέα Ιωνία ένα θέατρο και είχε ανεβάσει ένα αντιπολεμικό έργο.  Έξω, στο φουαγιέ, είχε μία έκθεση του George Grosz που ήταν κάτι, αλλά δεν μπορούσα από πουθενά να μάθω περισσότερα.

© Αγγελική Μπιρμπίλη

Μετά πέρασα στη Νομική Αθηνών, δεν τελείωσα, γράφτηκα μέχρι το τρίτο έτος, για την αναβολή. Μπήκαμε στη Νομική τότε, ο Σαββόπουλος, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος ο σκηνοθέτης, και άλλοι. Πήγαμε στη Νομική από κοινωνικό ενδιαφέρον, ήταν η εποχή.

Τον Απρίλιο του ’67, στη δικτατορία, έφυγα στο Παρίσι. Δεν ήμουν κομματικοποιημένος, αριστερός όπως οι περισσότεροι τότε, εκτός από τον Φωτόπουλο, αλλά δεν ήμουν σε οργάνωση, δεν πήγαινα σε συνελεύσεις. Θυμάμαι, είχα πάει στον Μπαχαριάν και με ρωτάει «μπορείς να πας μόνος σου να χτυπήσεις έναν αστυφύλακα, να του πάρεις το όπλο και να ανέβεις στον Λυκαβηττό»; Λέω, δεν υπάρχει περίπτωση. Μου λέει, φύγε έξω! Έφυγα.

Του πατέρα μου, ήταν δικηγόρος, δεν του άρεσε καθόλου που δεν πήρα το πτυχίο. Όταν γύρισα από το Παρίσι με έγραψε ξανά στη Νομική! Πέθανε περίπου το ’90 λέγοντάς μου, «είσαι ένας αποτυχημένος φοιτητής της Νομικής». Λέω, μα πια ζωγραφίζω, δουλεύω... «Έχεις ένα ταλέντο από τη μάνα σου και πορεύεσαι, αλλά έχεις αποτύχει» μου απαντά. Παρότι βέβαια με βοήθησε στο Παρίσι, μου έστελνε χρήματα.

Φτάνοντας στο Παρίσι πάω στην Beaux-Arts μ’ έναν ντοσιέ σκίτσα που δεν ήταν γελοιογραφίες. Τα δείχνω σε κάποιον που ήταν στο εργαστήρι χαλκογραφίας και μου λέει, «είναι πολύ καλά, έλα στο εργαστήριο». Δίπλα ήταν το τμήμα της λιθογραφίας, όπου σπούδαζαν ο Φασιανός, ο Σπεράντζας, η Ρένα Τζολάκη, δεν θυμάμαι ποιοι άλλοι Έλληνες. Πήγα ως ελεύθερος, όχι κανονικός φοιτητής. Τώρα εγώ δεν μπορούσα να βγάλω άκρη με το χαρτί, θα έβγαζα άκρη με την πέτρα;  Έφυγα και έτσι τελείωσαν και οι σχέσεις μου με την Beaux-Arts. 

Έργο του Αλέξη Κυριτσόπουλο για την έκθεση «Οι φαντασίες του Δον Κιχώτη» στην Γκαλερί Σκουφά

Στο Παρίσι έμεινα τέσσερα χρόνια. Δεν δούλευα. Έβλεπα πάρα πολύ ζωγραφική. Είδα τον Klee και έπαθα την πλάκα της ζωής μου. Και διάβαζα. Είμαστε πολύ φίλοι με τον Στέλιο Ράμφο. Πολλά βράδια μετά το φοιτητικό εστιατόριο περπατούσαμε οι δυο μας και τα λέγαμε. Δηλαδή, μου έλεγε ο Στέλιος τι διάβασε, μου πρότεινε κάποια βιβλία, διάβασα μερικά. Κυρίως ζωγράφιζα. Δεν είχα σκεφτεί τότε ότι αυτό θα ακολουθούσα στη ζωή μου. Δεν είναι ότι δεν σκεφτόμασταν τι θα κάνουμε στο μέλλον.  Ήταν μερικοί οι οποίοι έκαναν τη δουλειά τους. Ας πούμε ο Κώστας Βεργόπουλος, που μιλούσαμε πολιτικά μαζί, είχε πάρει πτυχίο, έκανε μεταπτυχιακό, ντοκτορά. Εγώ αστειευόμενος του έλεγα, «Κώστα, εδώ πάμε να αλλάξουμε τον κόσμο, θα πάμε τώρα να πάρουμε πτυχία»; 

Ούτε στο Παρίσι έμπλεξα καθόλου με πολιτικά, έκανα λίγο παρέα με τους Έλληνες φοιτητές στον Σύλλογο, βγάλαμε κι ένα βιβλιαράκι με πολιτικά σκίτσα, όλα αυτά εναντίον του πολέμου, της καταπίεσης, για τον εργάτη που καταπιέζεται από τον εργοστασιάρχη, τα γνωστά. Ήθελα να αποτυπώσω τα αισθήματα κυρίως, σε μια εποχή που το αίτημα ήταν η κοινωνική δικαιοσύνη.

Τον Μάη του 68 ήμουν στο Παρίσι αλλά είναι σαν να μην ήμουν. Πηγαίναμε βόλτα με τους φίλους μου, τον Ανδρέα Στάικο και τον Στέλιο, στα οδοφράγματα, αλλά όταν άρχιζαν τα επεισόδια φεύγαμε. Εγώ έφευγα δηλαδή, φοβόμουν πάρα πολύ, ο Ανδρέας έμενε κι ας μην ήξερε λέξη γαλλικά. Ήταν στα οδοφράγματα, όρθιος, φώναζε κάποιος, «κάτω, σκύψτε, πετάνε πέτρες», και ο Ανδρέας δεν είχε ιδέα τι λένε! 

Έργο του Αλέξη Κυριτσόπουλο για την έκθεση «Οι φαντασίες του Δον Κιχώτη» στην Γκαλερί Σκουφά

Με ενδιέφερε το animation. Έγινε ένα σεμινάριο στο Παρίσι που πήγα αλλά ούτε εκεί στέριωσα. Έχω την εντύπωση ότι το διέλυσα το σεμινάριο. Έλεγε ο καθηγητής τα κλασικά και αντέτεινα ότι το «περπατάω-περπατάω» δεν είναι κίνηση, κίνηση είναι να αλλάξει κάτι. Ή τους έλεγα ότι εάν βγω έξω στο Τροκαντερό και δω τον πατέρα μου, δεν θα τον γνωρίσω διότι είμαι σίγουρος ότι είναι στην Αθήνα.  Οπότε, τι βλέπουμε; Τίποτα. Τέτοια έλεγα και τα τινάξαμε όλα! Μετά ήρθε και ο Μάης και έληξε η ιστορία.

Βλέπαμε και τον Τσαρούχη λίγο. Υπάρχει μία σκηνή η οποία δεν περιγράφεται, είναι πάρα πολύ ωραία.  Πάω μία ημέρα στο σπίτι του Τσαρούχη και τον βρίσκω με τη Lila de Nobili, τη σκηνογράφο του Visconti. Στην όψη ήταν σαν κλοσάρ, αλλά ήταν μία βαρόνη. Έκαναν παρέα με τον Τσαρούχη, σχεδίαζαν μαζί. Κάθονταν λοιπόν δίπλα-δίπλα στον καναπέ και τους δείχνω κάτι ακουαρελίτσες που είχα κάνει, λέει ο Τσαρούχης, «ωραία, τρυφερά, συμπαθητικά. Δες κι εσύ, Lila».  Η Lila ρίχνει μια ματιά και κάνει μια κίνηση, σαν για να ξεράσει!

Έργο του Αλέξη Κυριτσόπουλο για την έκθεση «Οι φαντασίες του Δον Κιχώτη» στην Γκαλερί Σκουφά

Επέστρεψα στην Ελλάδα. Ήταν η μεγαλύτερη μαλακία που έχω κάνει στη ζωή μου. Μου έλεγε ο Σαββόπουλος, «έλα πίσω να κάνουμε πράγματα». Ερχόταν η Άσπα και με ξεσήκωνε, «ο Διονύσης έχει κάνει αυτό κι εκείνο»... Με τον Σαββόπουλο γνωριζόμασταν από παλιά. Είχαμε δουλέψει μαζί σε μία εφημερίδα, το ’64, παιδιά ήμασταν, αυτός ήταν 20 χρονών και εγώ 21. Γελοιογράφος εγώ και ο Διονύσης έκανε ρεπορτάζ, κάτι βλακείες έγραφε εκεί. Πώς κάνουμε στο σχολείο που γυρίζουμε τη σελίδα και από κάτω κάνουμε σταυρόλεξα ή ναυμαχίες; Ο Διονύσης έγραφε από κάτω νότες. Μπαίνει μέσα ο αρχισυντάκτης και του λέει, «πάλι νότες γράφεις, Σαββόπουλε;» Και λέει αυθόρμητα ο Διονύσης, «μάλιστα, κύριε γυμνασιάρχα», ήταν πολύ πρόσφατο το σχολείο! Μου έλεγε, λοιπόν, έλα πίσω, θα κάνουμε πράγματα. Τα ίδια μου έλεγε και ο Παντελής Βούλγαρης. Είχε προβληθεί τότε η «Αναπαράσταση» του Θόδωρου Αγγελόπουλου και είχαμε πάθει πλάκα, μας άρεσε πάρα πολύ. Υπήρχε ένα τέτοιο κλίμα, στην πραγματικότητα βέβαια μπορεί και να μην άντεχα άλλο εκεί, δεν το ξέρω. Γύρισα τον Αύγουστο του ’71, τον ίδιο μήνα που είχα φύγει. Τον Οκτώβριο πήγα φαντάρος για δύο χρόνια. 

Στο Παρίσι ήμουν με μία κοπέλα την οποία έφερα στην Αθήνα, κάναμε ένα παιδί, μετά χώρισα. Εκεί μπαίνουν όλα αυτά που λέμε, ενοχές, λάθη, όλα εκεί, ένας κουβάς. Όχι ότι είναι ενοχή να χωρίσεις, καθόλου. Όπως λέει ο Chekhov, «πολύ εύκολο είναι να κόψεις το κάπνισμα, το έχω κόψει 20 φορές»! 

© Αγγελική Μπιρμπίλη

Μετά μου ήρθε να κάνω ένα παιδικό βιβλίο. Ο λόγος ήταν ότι έξω είχα δει ωραία πράγματα στον χώρο του παιδικού βιβλίου. Ο Tomi Ungerer π.χ. συγκλονιστικός!  Από τη μία υπήρχε το Λούβρο, τα μουσεία, από την άλλη τα βιβλιοπωλεία. Πηγαίνω λοιπόν στον Κέδρο, στη Νανά, και της λέω ότι θέλω να βγάλουμε ένα παιδικό βιβλίο. Η Νανά δεν ήξερε ποιος είμαι. Ήταν δίπλα η Σαρρή, η οποία με ήξερε –είχα ήδη κάνει κάτι με τον Σαββόπουλο– και της δίνει μία αγκωνιά. Δέχεται. «Πότε να το φέρω;» τη ρωτώ. Μου λέει, τότε. Δεν υπήρχε βιβλίο, ούτε ιδέα ούτε τίποτα. Μου ήρθε η ιδέα, το έφτιαξα και βγήκε το «Παραμύθι με τα Χρώματα», classic, ακόμα πουλιέται. Βγήκε σχεδόν μαζί με το βιβλίο «Τα λόγια από τα τραγούδια» του Σαββόπουλου με σκίτσα μου στον Ίκαρο, το ’76. Ζούσα πάντα τον διχασμό, παιδικό ή μεγαλίστικο. Το «Ένα παραμυθάκι για Χειμώνα Καλοκαίρι» το βγάλαμε ως παιδικό το 1982 και λέω στη Νανά, δεν το βάζετε και στο ράφι των ενηλίκων; Έκτοτε το αγοράζουν μόνο οι μεγάλοι.

Εγώ σκιτσογράφος είμαι, και στο ΤΕΒΕ σκιτσογράφος λέει. Μου αρέσουν πάρα πολύ τα εξώφυλλα βιβλίων, οι αφίσες, τα εξώφυλλα των παλιών δίσκων. Το όνειρό μου ήταν να κάνω ένα εξώφυλλο του Χατζιδάκι και μου έλαχε να κάνω τον δίσκο που μου αρέσει λιγότερο από όλους, «Τα Παράλογα». Σε αντίθεση με τα εξώφυλλά των δίσκων του Σαββόπουλου που σχεδίασα και μου άρεσαν πάρα πολύ. Μόνο όταν ο Διονύσης έκανε την εκπομπή «Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι» δεν συνεργαστήκαμε. Ήθελε να του κάνω τα σκηνικά αλλά δεν με ενδιέφερε η εκπομπή, «δεν με νοιάζει τι κάνουν οι άλλοι, τι κάνεις εσύ με νοιάζει». Σκεφτόμουν, τι δουλειά έχει τώρα ο Διονύσης να παρουσιάζει τον Α ή τον Β μουσικοσυνθέτη; Κάναμε τους «Αχαρνής» και το γλεντήσαμε πάρα πολύ, να κάνουμε άλλα, ή μαζί ή μόνος σου.

Ο Σαββόπουλος έβγαλε από μέσα μου μια χαρά ζωής, που είχα πολλή ανάγκη

Να σου πω μία κουβέντα για τον Σαββόπουλο. Με ενδιαφέρει, με ενθουσιάζει πάρα πολύ. Είναι πολύ σημαντικό πρόσωπο στη ζωή μου. Ενώ η περίοδος πριν τη δικτατορία ήταν μία μικρή πολιτιστική άνοιξη στην Ελλάδα, πολύ δυνατή και γόνιμη, εγώ είχα μία μελαγχολία και το Παρίσι συνέβαλλε σε αυτή τη μελαγχολία. Ο Διονύσης έβγαλε από μέσα μου έναν ενθουσιασμό και μια χαρά ζωής, που είχα πολλή ανάγκη. Ο Διονύσης έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο, αναπτερώνει το ηθικό μου.

Με βαριά καρδιά παρακολουθώ την Biennale. Όλα αυτά τα conceptions είναι ένα θέμα σοβαρό. Στην πραγματικότητα, αυτά που αρχίζουν από τον Marcel Duchamp 100 χρόνια τώρα, είναι παλιό θέμα πια, στα όρια του ξεπερασμένου. Προτιμώ το αγγλικό σινεμά που έχει μία δύναμη, μία χαρά της ζωής, ένα κουράγιο. Είδα ένα κομμάτι από την Biennale της Αθήνας, και είδα ότι υπάρχει μια καταγγελία, μια οργή, ένας θυμός, μια ασχήμια που δεν την καταλαβαίνω. Τι θέλουν να πουν; Δεν καταλαβαίνω πρώτα-πρώτα γιατί θυμός, από πού, με τι; Με τη μαμά του; Με την γκόμενά του; Με την κοινωνία; Η τέχνη δεν είναι αποτύπωση, δεν είναι καταγραφή, δεν είναι ντοκιμαντέρ. Υπάρχει ένα κομβικό σημείο που λέγεται Antonin Artaud. Μετά από αυτό, καταλαβαίνω και την Abramovic και το Living Theatre μπορώ να παρακολουθήσω. Όταν στον Μεσοπόλεμο και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο υπήρχε μια οργή, ένας θυμός, ο George Grosz, οι Γερμανοί εξπρεσιονιστές, αυτό ναι, το καταλαβαίνω. Εδώ δεν υπάρχει αυτό, έχουμε ανάγκη να τα βρούμε, να ισορροπήσουμε. Έχουμε κερδίσει πολλά πράγματα ως κοινωνία, παλεύουμε ώστε να μην υπάρχει μία οργή. Η γυναίκα μου λέει, «ναι, υπάρχει θυμός και οι νέοι δικαιούνται». Μιλώ με τη μικρή μου κόρη που είναι 23 χρονών, η οποία ψάχνει να βρει πράγματα με τα οποία θυμώνει. Δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε στο ποιος είναι πιο θυμωμένος, μπορούμε να ανταγωνιστούμε μόνο σε ένα θέμα, στο ποιος έχει ευθύνη και ποιος ψάχνει να την πάρει. Χωρίζω πια τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες: σε αυτούς που λένε ότι φταίνε οι άλλοι και σε αυτούς που λένε ότι φταίω εγώ.  Βεβαίως δεν φταις μόνο εσύ. Ο Klee στη μεγάλη άνθιση του Bauhaus έδωσε μία διάλεξη λέγοντας ότι «προσπαθούμε να κάνουμε μια τέχνη ολοκληρωτική που να είναι μέσα και ο χορός και το τραγούδι και η μουσική και η ζωγραφική, τόσο έχουμε φτάσει, και σε τελευταία ανάλυση φταίει η κοινωνία εάν δεν έχουμε πάει παραπέρα». Το είχα πει αυτό στον Σαββόπουλο και έβγαλε τον στίχο «φταίνε τα τραγούδια του, φταίει και ο λυράρης, αλλά φταίει και ο ίδιος ο λαός που είναι μαραζιάρης». 

Χωρίζω πια τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες: σε αυτούς που λένε ότι φταίνε οι άλλοι και σε αυτούς που λένε ότι φταίω εγώ. 

Υπάρχει ένα θέμα όμως: πώς ζεις; Ξυπνάς και από το πρωί μέχρι το βράδυ βρίσκεις ό,τι είναι στραβό και ανάποδο; Ένας λόγος που σταμάτησα τη γελοιογραφία, ενώ με ενδιαφέρει και μου αρέσουν τα αστεία και τα ανέκδοτα και οι κωμωδίες, είναι ότι αργά ή γρήγορα έπρεπε να βρεις τι στραβό έχει σήμερα. Μετά πώς τη βγάζεις; Θα πας να φας μπριζολάκια; Η τέχνη πρέπει να έχει και μία κάθαρση, μία ανάσα. Δεν μπορεί ο άλλος να είναι μέσα στην κατάθλιψη συνέχεια. Υπήρχε ένα μαλακισμένο τραγούδι του ’65 που έλεγε «μη ζητάς, κορίτσι μου, ένα κορδελάκι, από τα ερείπια φτιάχνω ένα σπιτάκι». Μας είχε ρημάξει η Αριστερά μέσα στην κλάψα. Το ’67 που εγώ ήμουν 24 χρονών –δεν ήμουν 35, ούτε 40, να είμαι υπεύθυνος–, έλεγα ότι χάσαμε διότι αφήσαμε τα κορίτσια μας ξεχτένιστα. Δεν μπορείς να αφήσεις τα κορίτσια σου ξεχτένιστα και να γίνεις αντάρτης, μαλάκας θα γίνεις.

Έργο του Αλέξη Κυριτσόπουλο για την έκθεση «Οι φαντασίες του Δον Κιχώτη» στην Γκαλερί Σκουφά

Ερωτεύομαι, pourquois pas που λένε και οι Γάλλοι. Ερωτεύομαι, αλλά δεν μπορώ να πω γιατί ερωτεύομαι. Δεν ξέρω τι σημαίνει έρωτας. Ο έρωτας, νομίζω, χτίζεται, κάτι σου αρέσει και γίνεται μία σπίθα η οποία μετά φέρνει τον έρωτα. Είναι ένα πινγκ πονγκ, ένας χορός, δεν ερωτεύομαι μόνος μου.  Δεν ξέρω εάν μου έχει τύχει να ερωτευτώ για παράδειγμα τη Marilyn Monroe. Είχα δει την ταινία, το «Μερικοί το προτιμούν καυτό», δύο φορές, την τρίτη φορά πρόσεξα τον Jack Lemmon και την τέταρτη πήγα να δω μόνο τον Jack Lemmon! Ο έρωτας ο οποίος μπορεί να γίνει αγάπη, αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον. Το άλλο μπορεί να είναι ένα τρελό πάθος με τραγικές συνέπειες, αλλά εάν αυτό πάει να γίνει κάτι άλλο είναι πολύ συγκινητικό. Εγώ είμαι με τον Bergman, η γυναίκα είναι θεά και ο άνδρας είναι κόλαση. 

Έργο του Αλέξη Κυριτσόπουλου για την έκθεση «Οι φαντασίες του Δον Κιχώτη» στην Γκαλερί Σκουφά

Υπάρχει μια πολύ ωραία φράση ενός Γάλλου ποιητή, του Pierre Reverdy. Μετάνιωσα που δεν είδα μία έκθεσή του «Ο Pierre Reverdy και οι φίλοι του» στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης τότε, αλλά επειδή είμαι μονοκόμματος και ξεροκέφαλος δεν την είδα. Είναι μία φράση η οποία λέει, «όταν έπεσε κατάλαβε το βάρος του και έκτοτε αγάπησε το βάρος που τον έκανε να πέσει», στο περίπου το θυμάμαι τώρα.

Έργο του Αλέξη Κυριτσόπουλου για την έκθεση «Οι φαντασίες του Δον Κιχώτη» στην Γκαλερί Σκουφά

Δεν έχω κάνει ποτέ αναδρομική έκθεση, το έχω σκεφτεί, το περιτριγυρίζω, το έχουμε πει και με το Μουσείο Μπενάκη. Μετά ήρθε ο κορωνοϊός, αλλά γενικά θα με ενδιέφερε. Είναι πολλών ειδών δουλειές, τα εξώφυλλα που τα πιστεύω, μου αρέσει ότι πάνε σε πολύ κόσμο, τα παιδικά, τα συγγραφικά, τα μουσικά, οι γελοιογραφίες, η ζωγραφική, τα κολάζ, θα ήταν ωραίο κάποτε να βγουν μαζί». 

Φεύγω. Έχω ακούσει ιστορίες, έχουμε καπνίσει, έχουμε πει ανέκδοτα που δεν είναι «καθώς πρέπει» γι’ αυτό δεν μπορώ να σας τα πω, έχω γεμίσει χρώματα, έχω πάει στο Παρίσι τον Μάη του ’68, έχω γελάσει και έχω χαμογελάσει. Τα τρία μικρά κάδρα με τα οράματα του Δον Κιχώτη είναι ακόμα στο πάτωμα. Αναρωτιέμαι τι θα απογίνουν.

Ο εικαστικός Αλέξης Κυριτσόπουλος

Info Η έκθεση «Οι φαντασίες του Δον Κιχώτη» του Αλέξη Κυριτσόπουλου στην Γαλερί Σκουφά θα διαρκέσει από 21 Οκτωβρίου ως 14 Νοεμβρίου 2021. Περισσότερες πληροφορίες στο City Guide της Athens Voice

Στο ίδιο διάστημα θα κυκλοφορήσει και το βιβλίο «Δον Κιχώτη είσαι εδώ;» με έργα του ζωγράφου σχετικά με τα οράματα του Δον Κιχώτη από τις εκδόσεις Ίκαρος.