Τα υπεραντικείμενα είναι εδώ, στον κοινωνικό, βιωματικό μας χώρο και μας κοιτάζουν σαν πρόσωπα κολλημένα στο παράθυρο
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Το υπεραντικείμενο Αθήνα
Η Αθήνα είναι ένα ερείπιο που συνηθίσαμε να εγκαταλείπουμε και στο οποίο συνεχίζουμε να επιστρέφουμε συγκινημένοι, χωρίς να γνωρίζουμε το μυστικό της ούτε το μέλλον της.
Εγγύτητα | Κολλώδης οικειότητα
Ο Βρετανός θεωρητικός Τίμοθι Μόρτον εξέδωσε το 2013 ένα βιβλίο με τον αινιγματικό τίτλο «Υπεραντικείμενα» («Hyperobjects») –εμπνευσμένο από το εμβληματικό «Hyperballad» (Υπερμπαλάντα) της Μπιορκ (1996)– και με τον αποκαλυπτικό υπότιτλο: «Φιλοσοφία και οικολογία μετά το τέλος του κόσμου». Το βιβλίο αναδείχθηκε γρήγορα στο μαντείο ενός νέου περιβαλλοντισμού, που στοχεύει στην αδιάσπαστη συνέχεια μεταξύ ζωής και μη ζωής, ανθρώπινου και μη ανθρώπινου, έχοντας επίγνωση της αναταραχής που θα επέφερε.
Τα «Υπεραντικείμενα» έγιναν έτσι εκφραστές μιας ποιητικής της καταστροφής, σύμφωνα με την οποία το τέλος του κόσμου έχει ήδη συμβεί και γι’ αυτό οι άνθρωποι πρέπει να επανεξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο κατανοούν και κατοικούν αυτόν τον κόσμο. Να αναθεωρήσουν, δηλαδή, τις θεμελιώδεις αρχές και τις ιδέες τους για το τι σημαίνει να υπάρχεις, τι είναι η Γη, η φύση, οι πόλεις, τα αντικείμενα, η τέχνη, η αρχιτεκτονική, πέρα από κάθε συμβατική και καθιερωμένη αντίληψη.
Κι αν η υπερμπαλάντα της Μπιορκ περιγράφει ένα όνειρο στο οποίο η πρωταγωνίστρια πετάει από την κορυφή ενός βουνού αντικείμενα στον γκρεμό, παρακολουθώντας τα να συντρίβονται στους βράχους, προκειμένου να αισθανθεί πιο ελεύθερη και ασφαλής, ο Μόρτον περιγράφει τα υπεραντικείμενα ως εξής: πολυδιάστατα και μη τοπικά φαινόμενα, που ξεπερνούν κατά πολύ την ανθρώπινη κλίμακα, τόσο σε χωρική όσο και χρονική έκταση, ώστε να μας είναι αδύνατο να τα συλλάβουμε ως ένα ενιαίο σύνολο. Στα ενδεικτικά παραδείγματα συμπεριλαμβάνει την κλιματική αλλαγή, την υπερθέρμανση του πλανήτη, τα πλαστικά που επιπλέουν απέθαντα στις θάλασσες, τα «φελιζόλ» (διογκωμένη πολυστερίνη), που είναι τόσο διαδεδομένα ώστε να μην μπορέσουμε ποτέ να τα δούμε στο σύνολό τους, έως και το διαδίκτυο, που απαρτίζεται από απειράριθμους κόμβους, καλώδια, ροές και δορυφόρους, τα οποία καλύπτουν ολόκληρο τον πλανήτη κι ακόμη παραπέρα.
Παρότι πρόκειται για έναν ορισμό εξαιρετικά ευρύ, που μπορεί να βρει κι άλλες εφαρμογές, αξίζει πράγματι η παραστατική οικεία εικόνα που μας προσφέρει ο επινοητής του: «Δεν έρχομαι σε επαφή με υπεραντικείμενα από απόσταση. Τα υπεραντικείμενα είναι εδώ, ακριβώς εδώ, στον κοινωνικό και βιωματικό μου χώρο. Με κοιτάζουν απειλητικά σαν πρόσωπα κολλημένα στο παράθυρο: η ίδια η εγγύτητά τους είναι εκείνη που με απειλεί (…) Η “απόσταση” είναι μόνο μια ψυχική και ιδεολογική κατασκευή που έχει σχεδιαστεί για να με προστατεύει από την εγγύτητά τους». Και ακόμη: «Όσο πλησιάζεις ένα αντικείμενο, εμφανίζονται όλο και περισσότερα».
Όσο περισσότερα γνωρίζουμε γι’ αυτά, τόσο συνειδητοποιούμε ότι είμαστε ολωσδιόλου μπλεγμένοι μαζί τους: διεισδύουν μέσα μας, κολλούν πάνω μας με μια αίσθηση ιξώδους (κολλώδους) οντολογικής οικειότητας. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που κάνει τα πράγματα γύρω μας όλο και πιο παράξενα, «αλλόκοτα και απόκοσμα»1: «Δεν είμαστε πλέον ισορροπημένοι στην άκρη της αβύσσου, ατενίζοντας την απεραντοσύνη της ακουμπώντας σ’ ένα μπαστούνι, όπως η φιγούρα στον πίνακα του Φρίντριχ, που αποτελεί παράδειγμα της υπερβατικής στροφής και της διαχειριστικής δύναμης της αστικής τάξης», η οποία νόμιζε ότι μπορούσε να τα βλέπει και να τα ελέγχει όλα («Οδοιπόρος πάνω από τη Θάλασσα της Ομίχλης», 1818). Αντίθετα, όπως ο εμβληματικός χαρακτήρας των κινουμένων σχεδίων Γουάιλ Ε. Κογιότ, «είμαστε στον αέρα, ανακαλύπτοντας ότι πέφτουμε ήδη μέσα στην άβυσσο, η οποία δεν είναι ένας καθαρός κενός χώρος, αλλά το πύρινο εσωτερικό ενός υπεραντικειμένου».
Γεωλογικό αρχείο | Όλα προετοιμάζονται στο χώμα
Το επόμενο ερώτημα μοιάζει εύλογο: μήπως η Αθήνα, έχει γίνει ήδη –με τον τρόπο της– ένα υπεραντικείμενο; Το προκεχωρημένο σημείο μιας μεταβολής και μιας καταστροφής που έχει ήδη συντελεστεί; Στην ίδια συστοιχία μπορούμε να τοποθετήσουμε και την εφιαλτική δυστοπία του «υπερτουρισμού» – δύο φαινόμενα που μας ξεπερνούν και μας διαταράσσουν, λόγω της οξύτητας, της κλίμακας και της πολυπλοκότητάς τους.
Πριν από μερικά χρόνια δέσποζαν, σχηματικά, δύο θεωρήσεις απέναντι στην Αθήνα: Οι «κήνσορες» και οι «θεράποντες». Από τη μία οι «κήνσορες», εκείνοι που εξέφραζαν μια νοσταλγική στάση για την παλιά Αθήνα, ενάντια στην «τσιμεντούπολη» της άναρχης ανοικοδόμησης που καταστρέφει τις παραδοσιακές αξίες. Από την άλλη, οι «θεράποντες», εκείνοι που απαυδισμένοι υιοθέτησαν μια αισιόδοξη στάση απέναντι στη σύγχρονη πόλη, τους τρόπους ζωής και τις αντιφάσεις τους, που δεν μπορούσαν να φανταστούν την ισοπεδωτική ιδιοποίηση αυτών των φαινομένων από τον στρεβλό εγχώριο καπιταλισμό και τη συμμετρική αναγωγή της Αθήνας σε τουριστική «Αρκαδία του παγκόσμιου αντικαπιταλιστικού κινήματος»2.
Οι πρώτοι δυσκολεύονταν να απεξαρτηθούν από το βαρύ ιστορικό παρελθόν, ενώ οι δεύτεροι έπεσαν με τα μούτρα στο κρυμμένο μοριακό παρόν της πόλης, προσπαθώντας να το επεκτείνουν στο μέλλον. Οι περισσότεροι ταυτιστήκαμε μ’ αυτή τη δεύτερη στάση, ή τουλάχιστον με μερικά από τα χαρακτηριστικά της. Σήμερα, ωστόσο, μια τέτοια προοπτική μοιάζει όλο και πιο συγκεχυμένη, δίνοντας χώρο στη διστακτικότητα και την παλινδρόμηση. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια πρώτη ένδειξη ότι εισερχόμαστε στην εποχή της Αθήνας-υπεραντικείμενο. Γιατί; Επειδή δυσκολευόμαστε να έχουμε μια σαφή και διακριτή στάση απέναντί της.
Η Αθήνα της ανθρωπόκαινου εποχής δεν είναι πλέον μόνο ένας αρχαίος ιστορικός «τόπος», αλλά ένα υπεραντικείμενο χωρίς σαφή όρια. Αν και τη βιώνουμε τμηματικά και τοπικά (στον δρόμο, στη γειτονιά ή σ’ ένα δωμάτιο), απλώνεται στον χώρο και τον χρόνο –προηγείται κατά πολύ και θα ζήσει περισσότερο από εμάς– έτσι ώστε να μην μπορούμε να τη δούμε ολόκληρη. Μας υπενθυμίζει, με κάθε ευκαιρία, ότι είμαστε μέρος ενός μεγαλύτερου πεδίου που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Χωρίς να περιορίζεται στα διοικητικά της όρια, εκτείνεται ως εκεί που μπορούν να φτάσουν τα δίκτυα, οι ροές των υποδομών, τα ερείπια και οι χωματερές της, πάνω και κάτω από το έδαφος, από τη «λάσπη» ως «τ’ άστρα»3. Τα υλικά της «ορυκτής πόλης»4 (τσιμέντο, μέταλλα, οικοδομήματα, απολιθώματα, απόβλητα) θα παραμείνουν στο τοπίο της για πολλά χρόνια ακόμη, επηρεάζοντας το γεωλογικό αρχείο της περιβόητης «αττικής γης».
Ο Δημήτρης Πικιώνης μας προσφέρει μια αναπάντεχη ανάστροφη εισαγωγή σε μια τέτοια υπόθεση: «Η γη τούτη είχε, μαζί με μερικές άλλες, το προνόμιο να διδάξει στον άνθρωπο μία από τις πιο υψηλές μορφές της αποκάλυψης του παγκόσμιου λόγου. Και τη μορφήν αυτή την έπλασε ο αρχαίος καθ’ ομοίωση τούτης της γης, θε να ’λεγα πως την ανέσυρε μέσ’ απ’ το χώμα της και τους βράχους της, κατά τη συμβολική ρήση του σοφού Κιμρί, που έλεγε πως “μέσα στο χώμα πρέπει να βλέπουμε, γιατί εκεί μέσα προετοιμάζονται όλα”. Μέσα στο χώμα, δηλαδή στην εγκρυπτόμενη στη Φύση αποκάλυψη του κόσμου του νοητού»5.
Επιδιορθώσεις | Εκεί που η πόλη τελειώνει και ξεκινά επίσης
Αυτή η Αθήνα, που τη γνωρίσαμε ως ένα σταθερό έδαφος πάνω στο οποίο κατοικούμε, μοιάζει να έχει εξαντληθεί, όπως και η εξιδανικευμένη αντίληψη της φύσης (στην ύπαιθρο, στα βουνά ή τα νησιά) ως κάτι αυθεντικό, που βρίσκεται «εκεί έξω» και μας περιμένει αμετάβλητο. Το υπεραντικείμενο-Αθήνα είναι πλέον τόσο μεγάλο και σύνθετο, που δυσκολευόμαστε να το αντιμετωπίσουμε με την κλασική έννοια. Η «αλήθεια» της κρύφτηκε «στο χώμα» (Πικιώνης), αλλά και όταν επιχειρήσαμε να της επιβάλουμε ένα νέο σχεδιαστικό ήθος (όπως οι πολεοδομικές φαντασιώσεις της δεκαετίας του 1960), έμεινε κάτι που «στοιχειώνει» τα χαρακτηριστικά της. Ιδεώδης ορυκτός τύπος της παραμένει η αθηναϊκή πολυκατοικία.
Η Αθήνα είναι ένα ερείπιο που συνηθίσαμε να εγκαταλείπουμε και στο οποίο συνεχίζουμε να επιστρέφουμε συγκινημένοι, χωρίς να γνωρίζουμε το μυστικό της («εκεί ψηλά στον Υμηττό»6) ούτε το μέλλον της. Βλέπουμε τις απανωτές καταστροφές (πλημμύρες, πυρκαγιές), ιδρώνουμε στην υπερθέρμανση του καλοκαιριού, διαθέτουμε μετρήσεις της μόλυνσης και της σκόνης αλλά το ίδιο το υπεραντικείμενο-Αθήνα παραμένει «εκεί», αδύνατο να το περιορίσουμε ή να του δώσουμε «λύσεις», με την κλασική νεωτερική έννοια. Τόσο μεγάλο, που κάθε προσπάθειά μας να το «διορθώσουμε» καταντά ανεπαρκής ή προσθέτει νέα προβλήματα. Η σχέση μας μαζί του όλο και περισσότερο μας διαφεύγει.
Όσο κι αν η πολιτική αδράνεια και η διαφθορά, η ασύδοτη κερδοσκοπία και ο όψιμος νεοφιλελευθερισμός επιτάχυναν με τον πιο χυδαίο και κυνικό τρόπο μια τέτοια διαταραχή, οξύνοντας τις ανισότητες, τα περισσότερα από τα πολιτικά και σχεδιαστικά οράματα που κληρονομήσαμε από τον 20ό αιώνα, περιορίστηκαν σε αναποτελεσματικές τελετουργίες και συνταγές των οποίων η ισχύς μοιάζει να έχει λήξει προ πολλού. Αντί, λοιπόν, να εξακολουθούμε να προσποιούμαστε τους κυνικούς και τους παντοδύναμους (η αυταπάτη του ελέγχου), καλύτερο είναι να μάθουμε να ζούμε με την αδυναμία και την αλληλεξάρτησή μας με το υπεραντικείμενο-Αθήνα.
Για όλους αυτούς του λόγους χρειάζεται μια βαθιά αναθεώρηση που ξεκινά από την παραδοχή ότι δεν είμαστε οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού, αλλά μέρος ενός αλληλένδετου και ασταθούς πεδίου. Που δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τα μη ανθρώπινα όντα ή φαινόμενα (ζώα, φυτά, όπως και το αττικό φως). Αντί για μεγαλεπήβολα σχέδια που υπόσχονται ν’ αλλάξουν ή να σώσουν την πόλη, επιστρέφοντάς σε μια παλιά, ιδεατή κατάσταση («κήνσορες»), ή στην τεχνοκρατική φαντασίωση της αδιάκοπης επέκτασης («θεράποντες») και στη νεότερη οικολογική πλήξη («πράσινος καπιταλισμός»), να εστιάσουμε στη φροντίδα και σ’ εκείνη την «εγγύτητα που μας απειλεί»· σε επισκευές «όπως το ράψιμο ενός σκισίματος, η επιδιόρθωση μιας πληγής»7 –που είναι πάντα ανοιχτή– και στη συμβίωση με ό,τι έχει ήδη συμβεί και υπάρχει γύρω μας. Στην πορώδη δομή, στην αμορφία, στην περιστολή και στην επίμονη βελτίωση των δημόσιων χώρων και των υποδομών.
Στο πλαίσιο αυτό, η σύγχρονη τέχνη, η υποτιμημένη –τα τελευταία χρόνια– αρχιτεκτονική έρευνα και η ποιητική ένταση μπορούν να αποδειχθούν χρήσιμα εργαλεία· πολύ πιο ενδιαφέροντα, μάλιστα, από την απαραίτητη επιστημονική στατιστική, η οποία χωρίς τα τρία πρώτα εκπίπτει σε γραφειοκρατική πρακτική. Μόνον έτσι μπορούμε να έρθουμε αντιμέτωποι με την ανοίκεια πραγματικότητα της εποχής και να αντιληφθούμε την αλλόκοτη και απόκοσμη φύση της ύπαρξής μας σε έναν κόσμο που αλλάζει. Το σημείο, ακριβώς όπου η πόλη τελειώνει και από το οποίο, εξίσου απρόβλεπτα, ξεκινά επίσης.
- 1 Μαρκ Φίσερ, «Το αλλόκοτο και το απόκοσμο», μτφρ. Αλέξανδρος Παπαγεωργίου, Αντίποδες, Αθήνα, 2023. Σχηματοποιώντας, «αλλόκοτη» είναι η παρουσία κάποιου πράγματος που δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί, και «απόκοσμη» η απουσία ενός πράγματος που θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί.
- 2 Πρβλ. το επιστημονικό συνέδριο «Έλληνες και άλλα παράξενα πουλιά. Πολιτικές και πολιτισμικές διαστάσεις του ελληνικού εξωτισμού», Ελληνοαμερικανική Ένωση, Ιούλιος 2018: «Political and Cultural Aspects of Greek Exoticism», επιμ. Παναγής Παναγιωτόπουλος, Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, Palgrave Macmillan, Cham, Ελβετία, 2020.
- 3 Τζόρτζιο Αγκάμπεν, «Η λάσπη και τα άστρα», μτφρ. Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος, Φρέαρ, 2024, frear.gr.
- 4 Γιώργος Τζιρτζιλάκης, «Ορυκτή πόλη», Τα Νέα, ειδική έκδοση: Ιστορίες 05, Ιούλιος 2025, σσ. 13-15.
- 5 Δημήτρης Πικιώνης, «Γαίας Ατίμωσις» (1954), Κείμενα, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1985, σ. 127.
- 6 Αναφορά στο εμβληματικό κείμενο του Αλέξανδρου Χριστοφέλλη, «Το μικροαστικό έπος της σύγχρονης αρχιτεκτονικής», Θέματα Χώρου + Τεχνών, 10, 1979, σσ. 34-44, architectureingreece.eia.gr.
- 7 Giovanni Attili, «Civita. Senza aggettivi e senza altre specificazioni», Quodlibet, Macerata, 2020, σ. 313.
Δειτε περισσοτερα
Ποιοι σπάνε και ποιοι αξίζει να μείνουν
Η Αθήνα, οι γειτονιές, η αρχιτεκτονική και ο τρόπος με τον οποίο τα κτίρια μπορούν να αλλάξουν τη ζωή μιας πόλης
Η καλλιτεχνική διευθύντρια του θεσμού Τζένη Αργυρίου παρουσίασε τις δράσεις και τις συνέργειες για το 2026, που είναι αφιερωμένο στη μαγεία της τέχνης του χορού
Ο Χρήστος ∆αράβαλης σπουδάζει Ιατρική, αγάπησε τη σύνθεση του Σταμάτη Κραουνάκη και ζει για το μέλλον
Το θέμα της φετινής διοργάνωσης είναι «τα μουσεία ενώνουν τον κόσμο»