Φωτισμός της δυτικής πτέρυγας του «Ελευθέριος Βενιζέλος»
Φωτισμός της δυτικής πτέρυγας του «Ελευθέριος Βενιζέλος» © Gavriil Papadiotis
Design & Αρχιτεκτονικη

Φως, σκιά και η πόλη – Μια κοινή ευθύνη

Είναι τέχνη το να φωτίζεις μια πόλη, και όπως σε κάθε εικαστική τέχνη, κι εδώ ξεκινάς από το να ξέρεις τι να αφήνεις στο σκοτάδι
Ελευθερία Ντεκώ
Ελευθερία Ντεκώ
ΤΕΥΧΟΣ city lives 2
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πώς ο αστικός φωτισμός επηρεάζει την ασφάλεια, την ψυχική υγεία, την αρχιτεκτονική και τη ζωή στην πόλη. Ένα κείμενο της Ελευθερίας Ντεκώ για το φως και τη σκιά.

Οι μεγάλοι ζωγράφοι το γνώριζαν ενστικτωδώς. Οι εκπρόσωποι του chiaroscuro –o Καραβάτζιο, ο Ρέμπραντ, o Ζορζ ντε λα Τουρ– γνώριζαν ότι το σκοτάδι δεν είναι η απουσία του φωτός, αλλά ο απαραίτητος σύντροφός του. Η σκιά δίνει στο φως τη σημασία του, όπως οι παύσεις στη μουσική… Φανταστείτε ένα μουσικό κομμάτι χωρίς παύσεις – θα ήταν ανυπόφορο. Το ίδιο και ο φωτισμός χωρίς σκοτάδι. Η ίδια αλήθεια ισχύει και για τις πόλεις μας. Όταν τις φωτίζουμε σαν να είναι το σκοτάδι ο εχθρός, χάνουμε κάτι ουσιαστικό: την υφή της νύχτας! Χάνουμε την ήρεμη αξιοπρέπεια μιας πόλης που ξέρει πότε να υποχωρήσει στη δύναμη της νύχτας και στη γοητεία του σκοταδιού.

Ο φωτισμός δεν είναι απλώς ένα αισθητικό επιχείρημα. Είναι ένα πολιτικό και ηθικό θέμα. Οι δημοτικές αρχές και οι σχεδιαστές φωτισμού φέρουν πραγματική ευθύνη απέναντι στους πολίτες που περπατούν στους δρόμους: τους έφηβους που σχολάνε από το φροντιστήριο της γειτονιάς, την ηλικιωμένη κυρία που επιστρέφει σπίτι της το βράδυ, το παιδί που διασχίζει μια διάβαση, τον ποδηλάτη που κινείται σε ένα στενό δρομάκι, τον οδηγό στη λεωφόρο... Η ασφάλεια είναι αδιαπραγμάτευτη. Όμως η ασφάλεια δεν απαιτεί την εξάλειψη της νύχτας. Απαιτεί κατάλληλο φωτισμό! Φωτισμό με σωστή κατεύθυνση, χωρίς θάμβωση, με σωστή θερμοκρασία του λευκού φωτός, προσαρμοσμένη στο ανθρώπινο σώμα και το περιβάλλον του, ανάλογα ζεστό ώστε να είναι φιλόξενο και όχι έντονα ψυχρό που στρεσάρει επηρεάζοντας τον κιρκάδιο ρυθμό του ανθρώπινου οργανισμού.

Η κρίσιμη διάκριση που λίγοι υπεύθυνοι κατανοούν είναι ότι περισσότερο φως δεν σημαίνει και καλύτερο φως. Ο καλός σχεδιασμός φωτισμού δεν είναι μόνον υπόθεση Watt και Lumen. Απαιτεί εξειδικευμένη γνώση και συμπεριλαμβάνει πολλές παραμέτρους εκτός από την αμιγώς φωτιστική και ηλεκτρομηχανολογική πρακτική.

Ο φωτισμός των πόλεων, αν και φαίνεται εκ πρώτης όψεως τεχνικό ζήτημα, όταν αρχίσεις να ξετυλίγεις το νήμα, ανακαλύπτεις ότι στην πραγματικότητα είναι ένας κόμβος όπου συναντώνται η βιολογία του ανθρώπινου οργανισμού, η ψυχολογία του αστικού πολίτη, η κοινωνιολογία της συλλογικής συμπεριφοράς, η αρχιτεκτονική και η ποιότητα του δημόσιου χώρου, η οικολογία και η σχέση μας με το φυσικό περιβάλλον, η φιλοσοφία της σχέσης μας με το σκοτάδι και το φως και, τελικά, η πολιτική των αποφάσεων που διαμορφώνουν την καθημερινότητά μας.

Ο υπερβολικός φωτισμός των πόλεων στο όνομα της ασφάλειας δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο από τους πιο δυσδιάκριτους: Υπερβολικό φως → διαταραχή ύπνου → καταστολή μελατονίνης → αυξημένη κορτιζόλη → υπερδιέγερση → επιθετικότητα → αστική ένταση… κοκ. Και τότε η πόλη αντιδρά προσθέτοντας περισσότερη επιτήρηση, περισσότερη αστυνόμευση, περισσότερο φως για να αντιμετωπίσει το σύμπτωμα που η ίδια έχει δημιουργήσει.

Ο επιθετικός πολίτης το πρωί δεν είναι απλώς ένας δύσκολος άνθρωπος, αλλά θύμα πιθανόν ενός υπερφορτισμένου αστικού περιβάλλοντος που του αρνήθηκε το σκοτάδι το οποίο το νευρικό του σύστημα τόσο χρειάζεται. Έτσι μια πόλη που υπερφωτίζεται δεν διεγείρει μόνο τους πολίτες της ατομικά, αλλά διαβρώνει και τον συλλογικό κοινωνικό ιστό που κατ’ εμέ είναι η αληθινή βάση της αστικής ασφάλειας.

Το φως που προοριζόταν να ενώνει και να προστατεύει, καταλήγει αργά, αθόρυβα, βιολογικά να διχάζει και να εξασθενεί. Η πεποίθηση ότι οι πιο φωτεινές πόλεις είναι εξ ορισμού πιο ασφαλείς αποτελεί μια ελκυστική, αλλά τελικά υπεραπλουστευμένη αντίληψη – μια σύγχυση του συμπτώματος με την αιτία. Η ασφάλεια στο αστικό περιβάλλον δεν υπήρξε ποτέ αποκλειστικά και μόνο ζήτημα ορατότητας! Είναι, στην ουσία της, προϊόν πολιτισμού, κοινότητας και της σχέσης που χτίζει μια κοινωνία με τους ανθρώπους της και με το περιβάλλον της…

Κι ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχει και ο ουρανός! Πάνω από κάθε πόλη, πάνω από κάθε στύλο φωτισμού, πάνω από κάθε φωτεινή επιγραφή, κάθε φωτισμένη όψη κτιρίου, κάθε φωτισμένο μνημείο, εκτείνεται ένας νυχτερινός ουρανός που ανήκει σε όλους και σε κανέναν. Η φωτορύπανση τον έχει κλέψει από τους περισσότερους πολίτες τόσο σταδιακά, που πολλοί δεν γνωρίζουν καν τι έχουν χάσει. Μια γενιά παιδιών μεγαλώνει χωρίς να έχει δει ποτέ τον γαλαξία, χωρίς εκείνη τη μαγική αίσθηση του να νιώθεις μικρός και να αισθάνεσαι δέος κάτω από ένα άπειρο βελούδινο σκοτάδι κεντημένο με αστέρια.

Αυτό επίσης είναι δημόσια ευθύνη και απαιτεί πρόθεση παρά θυσία. Με σωστό φωτισμό μπορούμε να διατηρήσουμε ασφαλείς τους δρόμους, τα πάρκα, τις γειτονιές και ταυτόχρονα, ορατά τα αστέρια. Η τεχνολογία υπάρχει. Η γνώση υπάρχει κι εμπλουτίζεται. Αυτό που πιθανόν χρειάζεται είναι εκπαίδευση/παιδεία – μια δημόσια συζήτηση π.χ. για το τι σημαίνει καλός αστικός φωτισμός. Οι πολίτες αξίζουν να γνωρίσουν και να κατανοήσουν τη διαφορά μεταξύ κατάλληλου φωτισμού και σπάταλου, υπερβολικού ή επιβλαβούς φωτός. Η φωτιστική παιδεία θα πρέπει να αποτελεί μέρος των συζητήσεων για το κοινό μας αστικό περιβάλλον. Ο φωτισμός στις πόλεις, εκτός από τους δημόσιους χώρους, αφορά και τις όψεις δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων. Κι εδώ εισέρχεται η ατομική ευθύνη, που προϋποθέτει την προαναφερθείσα παιδεία.

Γνωρίζουμε πως το φως και η σκιά είναι ίσως τα πιο ισχυρά αλλά ταυτόχρονα και τα πιο άυλα υλικά που έχει στη διάθεσή του ο αρχιτέκτονας όταν συλλαμβάνει το αρχιτεκτόνημα.

Οι μεγάλοι αρχιτέκτονες της ιστορίας κατανοούσαν ενστικτωδώς ότι ένα κτίριο δεν βλέπεται ποτέ στην κυριολεξία, αλλά «διαβάζεται» μέσα από την αλληλεπίδραση φωτός και σκοταδιού στις επιφάνειές του. Ο Λε Κορμπιζιέ περιγράφει την αρχιτεκτονική ως «την επιδέξια, σωστή και μεγαλειώδη, παιχνιδιάρικη σύνθεση όγκων κάτω από το φως», και κατανοούσε ότι ο όγκος δεν είναι προϊόν μόνο γεωμετρίας, αλλά και της αντίθεσης μεταξύ φωτισμένων και σκιασμένων επιφανειών. Οι αρχαίοι Έλληνες το γνώριζαν αυτό με εκπληκτική ακρίβεια. Ο Λούις Καν μιλούσε για «το φως που δίνει μορφή στον χώρο» και σχεδίαζε τα κτίριά του ως όργανα σύλληψης, φιλτραρίσματος και δραματοποίησης του φυσικού φωτός.

Το φως του ήλιου, το άυλο δημιουργικό υλικό του αρχιτέκτονα που κινείται καθόλη τη διάρκεια της ημέρας, σμιλεύει φωτοσκιάζοντας διαδοχικά τους όγκους, προσδιορίζοντας τη φόρμα. Η σκιά, χορεύοντας μαζί με το φως πάνω στις όψεις, δημιουργεί βάθος, υπονοεί όγκο ή την απουσία του, προτείνει βάρος, αλλά κυρίως μας υπενθυμίζει ότι κινούμαστε σε έναν τρισδιάστατο κόσμο διαμορφωμένο από ανθρώπινη πρόθεση. Αυτό μπορεί να κάνει η σκιά, όταν αξιοποιείται σωστά! Και αυτή την ίδια πρόθεση οφείλει να υπηρετεί ο τεχνητός φωτισμός τη νύχτα.

Όταν όμως ισοπεδώνει αυτή την εμπειρία με το να φωτίζει, για παράδειγμα, αδιακρίτως κάθε επιφάνεια με όμοια ένταση ή κατεύθυνση, όταν οι σκιές αντιμετωπίζονται ως προβλήματα προς εξάλειψη και όχι ως γλυπτικές ποιότητες, η αρχιτεκτονική χάνει την πλαστικότητά της. Το κτίριο γίνεται εικόνα του εαυτού του και ο διάλογος μεταξύ όγκου, μάζας και φωτός ένας από τους παλαιότερους και πιο βαθείς διαλόγους στον ανθρώπινο πολιτισμό, σωπαίνει.

Στην καλύτερη όμως εκδοχή του, το τεχνητό φως τη νύχτα, όταν συλλαμβάνεται από έναν ευαίσθητο φωτιστή που εργάζεται σε στενό διάλογο με την αρχιτεκτονική, μπορεί να καταφέρει κάτι σχεδόν μαγικό, μπορεί ακόμη και να αποκαλύψει πτυχές της μορφής και της αρχιτεκτονικής πρόθεσης που το φως της ημέρας, παραδόξως, μερικές φορές αποκρύπτει.

Σε κάθε περίπτωση ο τεχνητός φωτισμός οφείλει, όπως και το φυσικό φως, να υπογραμμίζει τις γραμμές, τους όγκους, να σέβεται τη σκιά, να τιμά το υλικό, και πάνω απ’ όλα να υπηρετεί την αρχιτεκτονική χωρίς να την ανταγωνίζεται. Όταν το επιτυγχάνει αυτό, σπάνια αλλά αξέχαστα, η νυχτερινή εικόνα του κτιρίου δεν γίνεται απομίμηση της ημερήσιας πρόσοψης, αλλά το συμπλήρωμά της, σαν το κτίριο να φορά το νυχτερινό του ένδυμα.

Το φως, φυσικό ή τεχνητό, αφηγείται! Καθώς χαϊδεύει τις επιφάνειες του αρχιτεκτονήματος, τις γωνίες του, τις υφές του, γνωρίζει την πρόθεση του αρχιτέκτονα, του γλύπτη, και μας τη μαρτυρά. Θυμάται όσα ο χρόνος έχει χαράξει πάνω στο κτίριο, στο μνημείο, και δεν το φωτίζει απλώς αλλά αφηγείται την ιστορία του. Εμείς οι περαστικοί οπλίτες κοντοστεκόμαστε ενίοτε και αφουγκραζόμαστε τον ψίθυρο.

Από το chiaroscuro στα έργα των ζωγράφων του μπαρόκ έως τη φωτοσκίαση που δίνει πλαστικότητα στην αρχιτεκτονική, η ισορροπία φωτός και σκιάς είναι τελικά η μεταφορά που περιγράφει την ιδανική ζωή: όχι εκτυφλωτικό φως, όχι απόλυτο σκοτάδι, αλλά η σοφή και ποιητική ισορροπία των δύο. Ένας αρμονικός χορός. Ένα ντουέτο.

Από τους φανούς των αρχαίων πόλεων στον αρχιτεκτονικό φωτισμό με led, από τον κιρκάδιο ρυθμό στη βιολογία της επιθετικότητας, από την ευθύνη του μελετητή φωτισμού έως αυτή του νομοθέτη, η πράξη τού φωτισμού μιας πόλης είναι ηθική. Γιατί το πρόβλημα με τις συστημικές αλληλεξαρτήσεις είναι ακριβώς αυτό: όταν όλα συνδέονται, είναι πολύ εύκολο κάποιος να πει «δεν φταίω εγώ». Ο μελετητής λέει: «Εγώ εφάρμοσα τις προδιαγραφές». Ο δήμος λέει: «Εγώ ακολούθησα τη νομοθεσία». Η κρατική εξουσία λέει: «Εγώ αντικατόπτρισα την κοινή γνώμη». Κι έτσι η ευθύνη εξατμίζεται…

Αλλά ακριβώς επειδή όλα αλληλεξαρτώνται, ο καθένας φέρει μεγαλύτερη ευθύνη από αυτήν που νομίζει. Γιατί κάθε απόφαση, κάθε πρόταση, κάθε νόμος είναι ένας κρίκος που κινεί ολόκληρη την αλυσίδα. Ο μελετητής που σχεδιάζει με συνείδηση, ο δήμαρχος που αποφασίζει με γνώση, ο νομοθέτης που νομοθετεί με όραμα, αυτοί δεν είναι απλώς τεχνοκράτες. Είναι διαμορφωτές της βιολογίας, της ψυχολογίας και της κοινωνικής συνοχής των πολιτών τους.

Τελικά, το να φωτίζεις μια πόλη είναι μια βαθιά ηθική πράξη. Το φως είναι πράξη ευθύνης και το σκοτάδι είναι δώρο που δεν έχουμε μάθει ακόμη να το εκτιμούμε.

Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών Ελευθέριος Βενιζέλος
Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών Ελευθέριος Βενιζέλος © Γιώργος Γερόλυμπος

Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών Ελευθέριος Βενιζέλος © Γιώργος Γερόλυμπος

*Η Ελευθερία Ντεκώ είναι επίκουρη καθηγήτρια στην Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, όπου διδάσκει «Θεατρικό Φωτισμό» από το 2005. Συμμετείχε στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004, ως διευθύντρια και σχεδιάστρια φωτισμού και στις τελετές έναρξης και λήξης, ενώ βραβεύτηκε με Emmy για την Τελετή Έναρξης των Αγώνων. Επιμελήθηκε τον φωτισμό της Ακρόπολης το 2020, για τον οποίο επίσης κέρδισε το βραβείο φωτιστικού σχεδιασμού LIT Design Award.

Δειτε περισσοτερα

Εργασίες αποκατάστασης
Boulouki: Από τα μπουλούκια των μαστόρων στη σύγχρονη αρχιτεκτονική δράση

Μιλήσαμε με το περιοδεύον διεπιστημονικό εργαστήριο Μπουλούκι, μια ομάδα που μελετά και αναδεικνύει τα παραδοσιακά υλικά και τις τεχνικές δόμησης σε όλη την Ελλάδα.